BLOG

Δεκάδες άρθρα . Βελτιώστε τον τρόπο ζωής σας!

Ο Φόβος …

Πόσο εύκολα εξηγείς σε κάποιον τι νιώθεις σε κρίση πανικού; Μπορείς να εξηγήσεις σε κάποιον που δεν ακούει τη μουσική του Μότσαρτ;
Η μακροχρόνια σχέση μου με το φόβο ξεκίνησε στην ηλικία των 12. Συνεχίζεται για πάρα πολλά χρόνια. Πράγματα που για άλλους είναι αυτονόητα, για μενα φαντάζουν βουνό. Το να ανοίξεις την πόρτα δεν είναι δύσκολο. Είναι μια μηχανική κίνηση. Αν όμως νιώθεις ότι κουβαλάς το βάρος της; Και ότι το κουβαλάς για τόσο καιρό που έχεις ξεχάσει πόσο απλό ήταν το άνοιγμα στην αρχή; Υπάρχουν φορές που προσποιήθηκα ότι δεν υπήρχε, άλλες πάλι την έκλεισα με κρότο.

Νοιώθω το κεφάλι μου να γυρίζει, την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή, το σώμα μου να ιδρώνει αλλά να κρυώνω, τα χέρια μου να μουδιάζουν και ένα αίσθημα πνιγμού. Κάθε φορά τα ίδια συμπτώματα, κάθε φορά η ίδια απεγνωσμένη προσπάθεια να ¨σωθώ¨. Από τι αλήθεια; Τι είναι αυτό που τελικά φοβάσαι; Όταν με ρώτησε μια φίλη της μητέρας μου πριν από χρόνια, η απάντηση μου βγήκε αβίαστα, χωρίς σκέψη. «Ο φόβος του φόβου». Τόσο απλό, τόσο σύνθετο. Μου λένε συνεχώς να ανασάνω για να ηρεμήσω. Πώς όμως να ορίσω τις αναπνοές μου όταν δεν ορίζω τον εαυτό μου; Το να νιώθεις ότι δεν ορίζεις τον εαυτό σου και ότι θα εκτεθείς μπροστά σε κόσμο – ειδικά όταν έχεις έντονη την τελειομανία- είναι επιπλέον βάρος. Φόβος τόσο έντονος που εμφανίζεται σαν πόνος. Ένας πόνος με τις πιο βαθιές πληγές που δεν ξέρεις αν θα επουλωθούν ποτέ. Σα να αιμορραγείς συνεχώς. Σα να είσαι ο φόβος. Και όσο συνεχίζεται τόσο φοβάσαι το πώς θα ζήσεις χωρίς αυτό. Όσο κι αν σε πονάει. Γιατί έχεις φτάσει να ξέρεις μόνο αυτό. Την ίδια στιγμή που φοβάσαι το θάνατο, να φοβάσαι και να ζήσεις. Το ίδιο σου το μυαλό να σε κρατάει αιχμάλωτο. Ένας φόβος που φτιάχτηκε και γιγαντώθηκε από εμένα. Από μια δήθεν άμυνα του εαυτού μου. Όσο κι αν αντιστάθηκα ήταν πάντα εδώ. Έτοιμος να καθορήσει τη ζωή μου. Ώσπου κάποια στιγμή, σε μια συζήτηση, καθώς έλεγα ότι κάθε φορά που νιώθω τα συμπτώματα προσπαθώ να μην το καταλάβει κανείς και εκτεθώ με αποτέλεσμα να χειροτερεύει, κάποιος μου είπε: « Πέσε. Λιποθύμα στη χειρότερη. Εκθέσου. Θα σε σηκώσουμε εμείς που θα είμαστε μαζί σου» Μαγική πρόταση. Εκεί καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι μόνη σου, ότι δεν είσαι από ατσάλι και δεν χρειάζεται να σε βλέπουν πάντα δυνατή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι τόσα χρόνια που παλεύεις μ αυτό, δεν είσαι αδύναμη που το νιώθεις αλλά δυνατή γιατί συνεχίζεις παρόλο που το νιώθεις.

Άγχος είναι όταν νιώθεις πάρα πολλά. Εγώ αποφάσισα να τα αφήσω να ξεσπάσουν. Να τα βιώσω όλα, να κοιτάξω τον ίδιο το φόβο κατάματα. Έτσι θα φοβηθεί και θα φύγει. Είναι η μόνη μάχη που για να κερδίσω πρέπει να υποχωρήσω, να αφεθώ και να το αφήσω να απελευθερωθεί. Ο φόβος είναι σαν ενεργειακό βαμπίρ. Τρέφεται από σένα. Εγώ νομίζω ότι τον ¨τάϊσα¨ πολλά χρόνια.
Όντας πεισματάρα και ξεροκέφαλη δεν άκουγα όσους μου έλεγαν να επισκεφθώ από την αρχή κάποιον ειδικό. Θεωρούσα ότι μπορώ να το ξεπεράσω μόνη μου. Δε μου αρέσει να δίνω συμβουλές αλλά αυτό που κατάλαβα από την εμπειρία μου είναι ότι πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει το ταμπού με τους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους. Όπως πας στον παθολόγο αν είσαι κρυωμένος, έτσι θα πας στον αντίστοιχο ειδικό για τις κρίσεις πανικού και τις φοβίες. Εγώ πίστευα ότι το αποφάσισα αργά αλλά όπως μου είπε η ψυχολόγος μου ποτέ δεν είναι αργά για να βοηθήσεις τον εαυτό σου.

Τελικά υπάρχει φάρμακο για τις φοβίες και τις κρίσεις πανικού και έχει ονοματεπώνυμο. Το δικό μου, το δικό σου….

Vesper

Μείζον Καταθλιπτική Διαταραχή – Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το DSM-V για να τεθεί η διάγνωση της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής θα πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα διαγνωστικά κριτήρια:

Α. Πέντε ή περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα υπάρχουν σε διάρκεια 2 εβδομάδων και αντιπροσωπεύουν μια αλλαγή από την προηγούμενη καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου: τουλάχιστον ένα από τα συμπτώματα είναι είτε (1) καταθλιπτική διάθεση είτε (2) απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης.

  • Καταθλιπτική διάθεση στη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας, σχεδόν κάθε ημερα, που αποκαλύπτεται είτε από υποκειμενική αναφορά ή από παρατηρήσεις τρίτων. Σημείωση: στα παιδιά και στους εφήβους μπορεί να είναι ευερέθιστη διάθεση.
  • Σημαντική ελάττωση του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης για όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες στη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας, σχεδόν κάθε ημέρα (που αποκαλύπτεται είτε από υποκειμενική περιγραφή είτε από παρατηρήσεις τρίτων)
  • Σημαντική απώλεια βάρους χωρίς περιορισμίό της τροφής ή αύξηση βάρους ή ελάττωση ή αύξηση της όρεξης σχεδόν κάθε ημέρα
  • Αϋπνία ή υπερυπνία σχεδόν κάθε ημέρα
  • Ψυχοκινητική διέγερση ή επιβράδυνση σχεδόν κάθε ημέρα (μπορεί να γίνει αντιληπτό από τρίτους και δεν αποτελεί υποκειμενικό αίσθημα νευρικότητας ή νωθρότητας)
  • Κόπωση ή έλλειψη ενεργητικότητας σχεδόν κάθε ημέρα
  • Αίσθημα ματαιότητας ή υπερβολής ή αδικαιολόγητης ενοχής σχεδόν κάθε ημέρα
  • Μείωση της ικανότητας σκέψης ή συγκέντρωσης ή αναποφαστιστικότητα σχεδόν κάθε ημέρα
  • Επαναλαμβανόμενες σκέψεις θανάτου (όχι μόνο φόβος θανάτου), επαναλαμβανόμενος αυτοκτονικός ιδεασμός χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή απόπειρα αυτοκτονίας ή συγκεκριμένο σχέδιο εκτέλεσης αυτοκτονίας.

Β) Τα συμπτώματα δεν πληρούν τα κριτήρια του Μικτού Επεισοδίου.

Γ) Τα συμπτώματα προκαλούν κλινικά σημαντικό άγχος, ή μείωσης της κοινωνικής, επαγγελματικής ή άλλης σημαντικής λειτουργικότητας.

Ορισμός Προσβολής Πανικού

 

Με τον όρο Προσβολή Πανικού εννοείται μια προσβολή έντονου φόβου, δυσφορίας, και εσωτερικής έντασης, όπου εμφανίζονται διάφορα σωματικά συμπτώματα και επικρατεί μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής. Τα συμπτώματα αυτά έχουν το χαρακτηριστικό ότι εμφανίζονται ξαφνικά, και έχουν διάρκεια 5′ έως 30′. Χαρακτηριστικό σύναίσθημα είναι ο φόβος και η νευρικότητα ότι θα ξανασυμβεί η προσβολή με όλη την αίσθηση της δυσφορίας, ανημπόριας και της απώλειας ελέγχου από το άτομο, χαρακτηριστικά που οδηγούν και στην ανάπτυξη της αγοραφοβίας

Ως προς τoν τρόπο ανάπτυξης της αγοραφοβίας:

Το άτομο αρχικά υφίσταται μια ή περισσότερες προσβολές πανικού, και μετά αναπτύσσει το φόβο ότι αυτό θα ξανασυμβεί (άγχος αναμονής). Ως απόρροια αυτών, το άτομο αρχίζει να αποφεύγει καταστάσεις όπου η πιθανότητα να συμβεί κάποια προσβολή πανικού τους δημιουργεί έντονο φόβο (αγοραφοβία). Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καταστάσεις όπου το άτομο είχε βιώσει κάποια προσβολή πανικού κατα το παρελθόν. Βασικό φόβο του ατόμου αποτελεί το να βρίσκεται μακριά από την πηγή ασφάλειάς του, και για το λόγο αυτό τείνει να αποφεύγει τα μέρη με πολύ κόσμο από φόβο μήπως ξαναπάθει κρίση πανικού.

Κοινωνική Φοβία – Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το DSM-V πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα διαγνωστικά κριτήρια προκειμένου να μπορέσει να τεθεί η διάγνωση της κοινωνικής φοβίας:

Α. Ένας έντονος και επίμονος φόβος μιας ή περισσότερων κοινωνικών καταστάσεων ή καταστάσεων στις οποίες το άτομο θα πρέπει να επιτελέσει κάτι, στις οποίες το άτομο εκτίθεται σε άγνωστο κόσμο ή σε πιθανό εξονυχιστικό έλεγχο από μέρους των άλλων. Το άτομο φοβάται ότι θα ενεργήσει με τρόπο (ή θα δείξει συμπτώματα άγχους) που θα είναι ταπεινωτικός(ά) ή αμήχανος(α). Σημείωση: Στα παιδιά, πρέπει να υπάρχει απόδειξη της ικανότητας τους για κατάλληλες ανάλογα με την ηλικία τους κοινωνικές σχέσεις με γνωστά τους άτομα και το άγχος πρέπει να συμβαίνει σε περιβάλλον συνομιλήκων και όχι μόνο σε διαντιδράσεις με ενηλίκους.

Β. Η έκθεση στην επίφοβη κοινωνική κατάσταση προκαλεί σχεδόν πάντοτε άγχος που μπορεί να παίρνει τη μορφή μιας συνδεδεμένης με ή προδιατεθειμένης από την κατάσταση Προσβολής Πανικού. Σημείωση: Στα παιδιά, το άγχος μπορεί να εκφράζεται με κλάματα, εκρήξεις θυμού, πάγωμα ή με το να αποτραβιέται το παιδί από κοινωνικές καταστάσεις με άγνωστα άτομα.

Γ. Το άτομο γνωρίζει ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός ή παράλογος. Σημείωση: Στα παιδιά, το στοιχείο αυτό μπορεί να απουσιάζει.

Δ. Οι επίφοβες κοινωνικές καταστάσεις ή καταστάσεις όπου το άτομο θα πρέπει να επιτελέσει κάτι αποφεύγονται ή αλλιώς υπομένονται με έντονο άγχος ή υποκειμενική ενόχληση.

Ε. Η αποφυγή, αγχώδης αναμονή ή υποκειμενική ενόχληση κατά την(τις) επίφοβη(ες) κοινωνική) κατάσταση(εις) ή την(τις) κατάσταση(εις) όπου το άτομο θα πρέπει να επιτελέσει κάτι παρεμποδίζει σημαντικά την καθημερινή φυσιολογική ρουτίνα του ατόμου, την επαγγελματική (ή τη σχετική με τις σπουδές) λειτουργικότητα του ή τις κοινωνικές του δραστηριότητες ή τις σχέσεις του ή υπάρχει έντονη υποκειμενική ενόχληση που το άτομο έχει τη φοβία.

ΣΤ. Σε άτομα κάτω των 18 ετών, η διάρκεια είναι τουλάχιστον 6 μήνες.

Ζ. Ο φόβος ή η αποφυγή δεν οφείλεται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας (π.χ. κάποια ουσία κατάχρησης, κάποιο φάρμακο) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης και δεν εξηγείται καλύτερα ως κάποια άλλη ψυχική διαταραχή (π.χ. Διαταραχή Πανικού Με ή Χωρίς Αγοραφοβία, Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού, Σωματοδυσμορφική Διαταραχή, κάποια Βαριά Εκτεταμένη Διαταραχή της Ανάπτυξης ή Σχιζοειδής Διαταραχή της Προσωπικότητας).

Η. Αν κάποια γενική ιατρική κατάσταση ή κάποια άλλη ψυχική διαταραχή είναι παρούσα, ο φόβος στο κριτήριο Α δεν σχετίζεται μ’ αυτήν, π.χ. ο φόβος δεν είναι μήπως τραυλίσει, μήπως τρέμει σε νόσο του Πάρκινσον ή μήπως δείξει παθολογική συμπεριφορά στην πρόσληψη τροφής σε Ψυχογενή Ανορεξία ή Ψυχογενή Βουλιμία.

Καταναγκασμοί: Η φύση τους

 

Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες φαινομενικά σκόπιμες συμπεριφορές, τις οποίες το άτομο νιώθει υποχρεωμένο να εκτελέσει με συγκεκριμένο τρόπο, ως εσωτερική πίεση, προκειμένου να καταπολεμήσει το άγχος που του προκαλούν οι ιδεοληψίες του. Μέσω των καταναγκασμών, οι ψυχαναγκαστικοί – καταναγκαστικοί ασθενείς προσπαθούν να εξουδετερώσουν τη δυσφορία τους, αλλά και να αποφύγουν το ερέθισμα που τους προκαλεί τη δυσφορία και το άγχος.

Οι πιο συνηθισμένοι τύποι καταναγκασμών είναι έξι, και ως προς το περιεχόμενό τους αφορούν στον έλεγχο και τη μέτρηση, το πλύσιμο και τον καθαρισμό, την καταμέτρηση, την αναζήτηση διαβεβαιώσεων και καθησυχασμού, την αποθησαύριση, τη συμμετρία ή την ακρίβεια, καθώς και τις παρορμήσεις επιθετικότητας ή βίας.

Ως προς τη μορφή τους διακρίνονται: (α) σε επανελέγχου και επανάληψης, όπου το άτομο έχοντας ιδεοληψίες αμφιβολίας τσεκάρει νοητικά, κινητικά και οπτικά για να βεβαιωθεί και να μειώσει το άγχος του, (β) σε τελετουργίες καθαρισμού, όπου το άτομο κυριαρχείται από ιδεοληψίες φόβου μολύνσεως, (γ) σε τελετουργίες τακτοποίησης και συμμετρίας, όπου ο ασθενής μπορεί να διακατέχεται από μαγική σκέψη και να προσπαθεί να μειώσει μέσω των ψυχαναγκασμών του το άγχος που βιώνει για οποιονδήποτε λόγο (για παράδειγμα: “τακτοποιώ μην πεθάνει η μάνα μου”). Επίσης, διακρίνονται σε (δ) τελετουργίες αποθησαύρισης, όπου ο ασθενής συσσωρεύει οποιοδήποτε αντικείμενο θεωρώντας ότι ίσως του χρειαστεί στο μέλλον, δεν πετάει τίποτα, ενώ παράλληλα επανελέγχει, διακατεχόμενος από μαγική σκέψη και συνήθως χωρίς να υπάρχει κυρίαρχη ιδεοληψία, (ε) τελετουργίες ψυχαναγκαστικής επιβράδυνσης, όπου το άτομο σπάει την κίνηση σε εκατοντάδες κομμάτια και κάνει το κάθε κομμάτι πολλές φορές ή πολύ αργά, κάνοντας παράλληλα νοητικό έλεγχο, (στ) τελετουργίες νοητικές, όπου το άτομο προβαίνει σε επανάληψη λέξεων, αριθμών, προσευχών και τραγουδιών, και τέλος, (ζ) σε τελετουργίες αποφυγής, όπου ο θεραπευόμενος αποφεύγει κάτι με συγκεκριμένο επαναληπτικό και στερεότυπο τρόπο.

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή – Η Έναρξή της

Οι πρώτες ενδείξεις για την έναρξη της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής συνήθως εμφανίζονται στις ηλικίες από 10 – 15 ετών, με το 85% των πασχόντων να παρουσιάζουν πλήρη έκφραση των συμπτωμάτων τους πριν από το 35ο έτος της ηλικίας τους – πρώιμη έναρξη νόσου (Hoffmann, 2009). Η έναρξή της κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, καθώς τα παιδιά, για παράδειγμα, μπορεί να εγκαταλείψουν το σχολείο και οι ενήλικες να βρεθούν χωρίς οικογενειακή στέγη (Heyman et al., 2006). Η μελέτη των κλινικών χαρακτηριστικών της διαταραχής κατά την πρώιμη έναρξή της σε παιδιά, εφήβους και ενήλικες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά και οι έφηβοι είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά κατά την έναρξη όσον αφορά στην έκφραση των συμπτωμάτων της διαταραχής. Ωστόσο, οι περισσότεροι νέοι σε ηλικία πάσχοντες με πρώιμη έναρξη της διαταραχής ήταν άνδρες, και ανέπτυξαν διαφορετικά είδη συννοσηρότητας (π.χ. εξάρτηση από ουσίες, κατάθλιψη, διαταραχές διατροφής) κατά τη διάρκεια της ζωής τους, συγκριτικά με τους ενήλικες πάσχοντες (Mancebo et al., 2008). Σπάνια, η έναρξη της διαταραχής μπορεί να είναι μεταγενέστερη, δηλαδή μετά το 40ο έτος ηλικίας του ατόμου, και συνήθως οφείλεται σε εγκεφαλικές ανωμαλίες (Hoffmann, 2009).

Η συνειδητοποίηση από το άτομο της ύπαρξης της διαταραχής και η αναζήτηση βοήθειας εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους πρώτους φόβους και τις καταναγκαστικές πράξεις που πραγματοποιεί. Συγκεκριμένα, αρχικά τα συμπτώματα φαίνεται να μην είναι τόσο ενοχλητικά, οπότε δεν γίνεται φανερή η ανάγκη θεραπευτικής αντιμετώπισης. Στις κρίσιμες, όμως, περιόδους ζωής του ατόμου οι ψυχαναγκασμοί στους οποίους προβαίνει συν’ηθως εξαπλώνονται, γεγονός που κάνει φανερή την ύπαρξη της διαταραχής. Τότε ο ασθενής νιώθει βαθμιαία ανελεύθερος και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι τελετουργίες του δημιουργούν πρόβλημα στην καθημερινή του ζωή, καθώς χρειάζεται να αφιερώνει πολύ χρόνο στην πραγματοποίησή τους. Η συνειδητοποίηση της διαταραχής είναι σχετική, καθώς συχνά παρατηρείται το πάσχον άτομο σε κάποιες φάσεις της ζωής του να είναι εντελώς “παραδομένο” στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και να προβαίνει συνεχώς σε τελετουργίες ανάλογα με τις ιδεοληψίες του, ενώ σε κάποιες άλλες περιόδους να επιτυγχάνει περισσότερη προσωπική ελευθερία.

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή – Βασικά στοιχεία για τη φύση της διαταραχής

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μια διαταραχή που ανήκει στο σύνολο των αγχωδών διαταραχών. Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν τις διαταραχές με τη μεγαλύτερη συχνότητα στο γενικό πληθυσμό και έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους το παθολογικό άγχος που αποτελεί και την κύρια πηγή αναζήτησης βοήθειας. Παθολογικό ονομάζεται το άγχος εκείνο που προκαλεί έκπτωση της καθημερινής λειτουργικότητας του ατόμου σε διάφορα επίπεδα της ζωής του. Κατά συνέπεια, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι μια συχνή, χρόνια διαταραχή, η οποία προκαλεί δυσλειτουργία στους πάσχοντες, αλλά και σημαντική ψυχική επιβάρυνση τόσο στους ίδιους όσο και στις οικογένειές τους, λόγω του ιδιαίτερου προφίλ της και της αμφιβολίας που χαρακτηρίζει τους πάσχοντες.

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από δύο βασικά συμπτώματα, τις ιδεοληψίες και τους καταναγκασμούς. Οι ιδεοληψίες είναι επίμονες, παρείσακτες και ενοχλητικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, τις οποίες το άτομο βιώνει ως δυσάρεστες και οι οποίες αυξάνουν το άγχος του. Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες, φαινομενικά σκόπιμες συμπεριφορές, τις οποίες το άτομο νιώθει υποχρεωμένο να εκτελέσει με συγκεκριμένο τρόπο, ως εσωτερική πίεση, προκειμένου να καταπολεμήσει το άγχος που του προκαλούν οι ιδεοληψίες του. Η προσπάθεια του ατόμου να αντισταθεί στην εκτέλεση κάποιου καταναγκασμού οδηγεί σε αύξηση του άγχους του. Μέσω των καταναγκασμών, οι ψυχαναγκαστικοί – καταναγκαστικοί ασθενείς προσπαθούν να εξουδετερώσουν τη δυσφορία τους, αλλά και να αποφύγουν το ερέθισμα που τους προκαλεί τη δυσφορία ή το άγχος.

Για τη διάγνωση της διαταραχής απαιτείται η παρουσία των ιδεοληψιών ή/και καταναγκασμών, να συνοδεύεται από έντονη ψυχική επιβάρυνση, που οδηγεί το πάσχον άτομο να καταναλώνει πολύ χρόνο σε αυτές, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τις καθημερινές κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητές του. Τέλος, απαιτείται σε κάποια στιγμή η αντίληψη από το άτομο του παράλογου ή υπερβολικού χαρακτήρα των ιδεοληψιών και καταναγκασμών.

Ιδεοληψίες : Η φύση τους

Οι ιδεοληψίες είναι επίμονες, παρείσακτες και ενοχλητικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, τις οποίες το άτομο βιώνει ως δυσάρεστες και οι οποίες αυξάνουν το άγχος.

Οι ιδεοληψίες διακρίνονται ανάλογα με το περιεχόμενο αλλά και κατά συχνότητα εμφάνισης στον κλινικό πληθυσμό σε: φόβο μόλυνσης, παθολογική αμφιβολία, τακτοποίηση και συμμετρία, σεξουαλικές και επιθετικές παρορμήσεις.

Ως προς τη μορφή τους, διαχωρίζονται σε ιδεοληπτικό φόβο (“μην τύχει και μολυνθώ και αρρωστήσω”, “μην τύχει και μολυνθώ και εξαπλώσω τον ιό στους άλλους”), ιδεοληπτική αμφιβολία (“μήπως κάνω κακό σε κάποιον άλλο”), ιδεοληπτική σκέψη, η οποία αποτελείται από αλυσίδα σκέψεων που οδηγούν σε σενάρια καταστροφής (“μην τύχει και μου πέσει το κοκαλάκι, το βρει ένα μικρό παιδί, το καταπιεί και πεθάνει”), και ιδεοληπτικές εικόνες. Το περιεχόμενό τους αντίστοιχα σχετίζεται με τη μόλυνση ή τη βρωμιά, την παθολογική αναζήτηση ασφάλειας μέσω επανελέγχων, σεξουαλικές ή επιθετικές σκέψεις που θεωρούνται αξιόμεμπτες για το άτομο, θρησκευτικές σκέψεις, καθώς και μαγική σκέψη. Με τον όρο μαγική σκέψη εννοείται η πίστη του ασθενή ότι η σκέψη του έχει τόση δύναμη που ακόμα και με το να σκεφτεί κάτι αυτό μπορεί να συμβεί.

Οι ιδεοληψίες βιώνονται από το άτομο ως ξένες, παράξενες, τρελές, χωρίς νόημα ή ακατάλληλες σκέψεις που προμηνύουν κάποιο κακό. Για το λόγο αυτό το άτομο τις αντιλαμβάνεται ως απειλητικές και αισθάνεται έντονη δυσφορία και άγχος, με αποτέλεσμα να επιδιώκει να τις εξουδετερώσει, είτε με κάποια συμπεριφορά του είτε με κάποια σκέψη, προκειμένου να ανακουφιστεί και να προλάβει τη βλάβη που προμηνύουν. Κατά τη συμπεριφορική εξουδετέρωση των ιδεοληψιών, το πάσχον άτομο τελετουργεί (για παράδειγμα πλένει τα χέρια του, καθαρίζει, τακτοποιεί…), κάνει αποφυγές, ζητάει διαβεβαιώσεις, ενώ κατά τη γνωσιακή εξουδετέρωση συνήθως προβαίνει σε γνωσιακές τελετουργίες, δηλαδή μετράει, επαναλαμβάνει φράσεις, προσεύχεται, κτλ., προκειμένου να μειώσει το άγχος του.

Ειδική Φοβία – Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το DSM-V τα διαγνωστικά κριτήρια που πρέπει να πληρούνται ώστε να δοθεί η διάγνωση της ειδικής φοβίας είναι τα ακόλουθα:

Α. Έντονος και επίμονος φόβος που είναι υπερβολικός ή παράλογος, εκλυόμενος από την παρουσία ή την αναμονή ενός συγκεκριμένου αντικειμένου ή κατάστασης (π.χ. πτήση, ύψη, ζώα, το να κάνει το άτομο ένεση, θέα αίματος).

Β. Η έκθεση στο φοβικό ερέθισμα σχεδόν πάντα προκαλεί άμεση απάντηση άγχους, που μπορεί να παίρνει τη μορφή μιας συνδεδεμένης με ή προδιατεθειμένης από την κατάσταση Προσβολής Πανικού. Σημείωση: Στα παιδιά, το άγχος μπορεί να εκφράζεται με κλάματα, εκρήξεις θυμού, πάγωμα ή προσκόλληση σε άλλους.

Γ. Το άτομο αναγνωρίζει ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός ή παράλογος. Σημείωση: Στα παιδιά το στοιχείο αυτό μπορεί να απουσιάζει.

Δ. Η φοβική κατάσταση(εις) αποφεύγεται ή αλλιώς υπομένεται με έντονο άγχος ή υποκειμενική ενόχληση.

Ε. Η αποφυγή, η αγχώδης αναμονή ή η υποκειμενική ενόχληση κατά την(τις) επίφοβη(ες) κατάσταση(εις) παρεμποδίζει σημαντικά την καθημερινή φυσιολογική ρουτίνα του ατόμου, την επαγγελματική (ή τη σχετική με τις σπουδές) λειτουργικότητα του ή τις κοινωνικές του δραστηριότητες ή τις σχέσεις του ή υπάρχει έντονη υποκειμενική ενόχληση που το άτομο έχει τη φοβία.

ΣΤ. Σε άτομα κάτω των 18 ετών, η διάρκεια είναι τουλάχιστον 6 μήνες.

Ζ. Το άγχος, οι Προσβολές Πανικού ή η φοβική αποφυγή που συνδέονται με το συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση δεν εξηγούνται καλύτερα ως κάποια άλλη ψυχική διαταραχή όπως Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική Διαταραχή (π.χ. φόβος βρωμιάς σε κάποιο άτομο με ψυχαναγκασμό σχετικό με μόλυνση), Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες (π.χ. αποφυγή ερεθισμάτων που συνδέονται με ένα σοβαρό στρεσογόνο παράγοντα). Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού (π.χ. αποφυγή του σχολείου), Κοινωνική Φοβία (π.χ. αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων εξαιτίας του φόβου αμηχανίας), Διαταραχή Πανικού Με Αγοραφοβία ή Αγοραφοβία Χωρίς Ιστορικό Διαταραχής Πανικού.

Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία – Διαγνωστικά Κριτήρια

Η Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συχνά εμφανιζόμενες Αγχώδεις Διαταραχές. Τα κριτήρια που απαρτιώνουν την διάγνωσή της είναι τα ακόλουθα:

Α1)Επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες Προσβολές Πανικού

Α2) Τουλάχιστον μία από τις προσβολές έχει ακολουθηθεί για 1 μήνα (ή περισσότερο) από 1 (ή περισσότερα) από τα παρακάτω:

  • Επίμονη ανησυχία του ατόμου μήπως το ξαναπάθει
  • Στεναχώρια για τις επιπτώσεις της προσβολής και τις συνέπειές της (“μήπως τρελαθώ”, “μήπως χάσω τον έλεγχο”, “μήπως πάθω καρδιακή προσβολή”)
  • Σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά λόγω των προσβολών

Β)  Παρουσία Αγοραφοβίας

Γ) Οι Προσβολές Πανικού δεν οφείλονται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης

Δ) Οι Προσβολές Πανικού δεν εξηγούνται καλύτερα ως μια άλλη ψυχική διαταραχή (όπως για παράδειγμα: Ειδική φοβία, κοινωνική φοβία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή μετατραυματικού στρες, διαταραχή άγχους αποχωρισμού).

Στη Διαταραχή Πανικού Χωρίς Αγοραφοβία απλά αλλάζει το κριτήριο Β.