Month: <span>June 2026</span>

Σήμερα … γάμος γίνεται!

Καλώς ήρθαμε επισήμως στην εποχή των γάμων: την περίοδο που τα Σαββατοκύριακα κλείνουνμήνες πριν, τα stories γεμίζουν νυφικά και first dances, και όλοι —με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — παρασυρόμαστε σε μία πιο εορταστική διάθεση. Είτε είσαι ο πρωταγωνιστής αυτού του έργου είτε ένας απλός καλεσμένος, θα έχεις σίγουρα αισθανθεί πως ορισμένες φορές μέσα σε όλη
αυτή την γιορτινή ατμόσφαιρα κάτι μέσα σου διαμαρτύρεται , σαν κάτι να προσπαθεί να σου πεί η μικρή αυτή φωνούλα την οποία συχνά έχεις σε σίγαση.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι: πώς είναι δυνατόν μία τέτοια ημέρα χαράς να εμφανίζονται δυσάρεστα συναισθήματα;

Ξέρεις, η επιλογή να μιλήσω συγκεκριμένα για τους γάμους αφενός έγκειται στην άνεση που έχει συχνά ο περίγυρος να «εισβάλει» στην προσωπική σου ζωή με αφορμή το χαρμόσυνο αυτό γεγονός κι αφετέρου, το μέγεθος της αξίας που προσδίδουμε κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην πρόταση γάμου και σε όλη την τελετή. Από την μία λοιπόν έχεις αυτή την κοινωνική πίεση που κορυφώνεται στο τραπέζι του γάμου (ειδικά αν είσαι ελεύθερη γυναίκα και δεν θέλεις να πιάσεις την ανθοδέσμη) κι από την άλλη βλέποντας τόσες εικόνες στα σόσιαλ με «ιδανικές» προτάσεις και γάμους αρχίζεις κι αισθάνεσαι σαν την μύγα μες στο γάλα είτε επειδή μπορεί να μην το επιθυμείς αυτό είτε επειδή μπορεί να φοβάσαι πως δεν θα το βιώσεις ποτέ όλο αυτό (ξεχνώντας για ακόμα μία φορά τον ψεύτικο κόσμο των σόσιαλ).

Συχνά όμως, εκτός από το πρώτο – «επιφανειακό» επίπεδο που ενδεχομένως μπορεί να μας δυσκολεύει σε τέτοιου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο κομμάτι μας το οποίο πολύ συχνά παίζει σημαντικό ρόλο στην συναισθηματική μας δυσκολία κι αυτό εξαρτάται με τον τρόπο που έχουμε συνδέσει τον γάμο μέσα μας. Είναι εκείνα τα καταλυτικά γεγονότα τα οποία «χρωματίζουν» την άποψη και την εικόνα που έχουμε για τις κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς απαραίτητα να έχουμε υπάρξει στο παρελθόν πρωταγωνιστές τους. Ένας δύσκολος ή και δυστυχισμένος γάμος των γονιών μας ή στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, ένας υποσυνείδητος φόβος δέσμευσης, κοινωνικό άγχος ή ακόμα και μία απώλεια ενός πολύ κοντινού μας προσώπου μπορεί να δημιουργήσουν μία «γκρίζα» εικόνα για τον γάμο χωρίς να έχουμε πάντα την πλήρη εικόνα του συναισθήματός μας αυτού. Αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και την κοινωνική πίεση που βιώνουμε ως προς τον γάμο τότε μάλλον εξηγείται μία ενδεχόμενη
δυσαρέσκεια ως προς το μυστήριο αυτό.

Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η ουσία: όχι στο ίδιο το γεγονός, αλλά σε όσα αυτό ξυπνά μέσα μας. Γιατί ο γάμος, πέρα από μία κοινωνική τελετή ή μία προσωπική επιλογή, λειτουργεί πολλές φορές σαν ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που μας φέρνει αντιμέτωπους με κομμάτια του εαυτού μας που στην καθημερινότητα καταφέρνουμε να κρατάμε στο περιθώριο. Επιθυμίες που
δεν έχουμε παραδεχτεί, φόβοι που δεν έχουμε επεξεργαστεί, απώλειες που δεν έχουμε πενθήσει, ανάγκες που ίσως έχουμε μάθει να υποτιμούμε.

Για κάποιους, επίσης, ένας γάμος μπορεί να ενεργοποιεί έντονα το αίσθημα της σύγκρισης. Εκείνη την εσωτερική διαδικασία όπου, σχεδόν αυτόματα, αρχίζουμε να τοποθετούμε τη ζωή μας δίπλα στη ζωή των άλλων. «Εκείνος προχώρησε», «εκείνη βρήκε τον άνθρωπό της», «όλοι γύρω μου χτίζουν κάτι κι εγώ ακόμα ψάχνω». Και κάπως έτσι, μία μέρα που κανονικά έχει φτιαχτεί για να γιορτάζει την ένωση δύο ανθρώπων, μετατρέπεται μέσα μας σε μία σιωπηλή υπενθύμιση όλων όσων νιώθουμε ότι δεν έχουμε κατακτήσει. Αυτό όμως που συχνά ξεχνάμε είναι πως η σύγκριση δεν γίνεται ποτέ με ίσους όρους. Δεν συγκρίνουμε την εσωτερική μας πραγματικότητα με την εσωτερική πραγματικότητα του άλλου· συγκρίνουμε τις ανασφάλειες, τις αμφιβολίες και τις πληγές μας με μία εξωτερική εικόνα, συχνά φιλτραρισμένη, κοινωνικά επιμελημένη και προσαρμοσμένη σε αυτό που θεωρείται αποδεκτό ή επιθυμητό. Και ειδικά στην εποχή των σοσιαλ, αυτή η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στην εικόνα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Παράλληλα, ο γάμος κουβαλά έναν ισχυρό κοινωνικό συμβολισμό. Δεν είναι απλώς μία σχέση που επισημοποιείται· είναι για πολλούς η επιβεβαίωση ότι «τα κατάφερες», ότι βρήκες τον άνθρωπό σου, ότι προχωράς όπως «πρέπει». Αυτή η κοινωνική κατασκευή, όσο βαθιά ριζωμένη κι αν είναι, μπορεί να γίνει ασφυκτική για όποιον είτε δεν βρίσκεται σε αυτή τη φάση είτε δεν είναι καν σίγουρος αν την επιθυμεί. Και εκεί ακριβώς γεννιέται μία εσωτερική σύγκρουση: θέλω πραγματικά αυτό που βλέπω ή έχω μάθει ότι πρέπει να το θέλω;

Πολλές φορές η δυσκολία δεν έχει να κάνει με τη μοναξιά, αλλά με την αίσθηση της απόκλισης. Με το ότι η προσωπική μας διαδρομή μοιάζει να μην συγχρονίζεται με το συλλογικό «χρονοδιάγραμμα». Και αυτό μπορεί να φέρει ντροπή, άγχος ή και αμφισβήτηση για τις επιλογές μας. Όμως η ζωή δεν εξελίσσεται γραμμικά, ούτε υπάρχει μία κοινή σωστή πορεία για όλους. Το ότι κάποιος παντρεύεται σήμερα δεν σημαίνει ότι είναι πιο ολοκληρωμένος. Και το ότι εσύ δεν βρίσκεσαι εκεί —ή δεν θέλεις να βρεθείς— δεν σημαίνει ότι υστερείς.

Ίσως λοιπόν η δυσφορία που μπορεί να εμφανιστεί σε έναν γάμο να μην είναι κάτι που πρέπει να διώξουμε βιαστικά ή να ντραπούμε γι’ αυτό. Ίσως είναι μία ευκαιρία να ακούσουμε λίγο πιο προσεκτικά εκείνη τη μικρή φωνή που τόση ώρα προσπαθεί να ακουστεί. Να αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας βαραίνει: μία ανεκπλήρωτη επιθυμία; ένας φόβος; μία πληγή από το παρελθόν; ή απλώς η πίεση να χωρέσουμε σε μία ζωή που δεν είναι απαραίτητα δική μας;

Γιατί τελικά, η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να ακολουθούμε μηχανικά όσα η κοινωνία μάς προτείνει ως ευτυχία, αλλά στο να έχουμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε τι σημαίνει ευτυχία για εμάς προσωπικά.

Και αυτό, πολλές φορές, είναι μία πολύ πιο δύσκολη —και πολύ πιο αληθινή— δέσμευση από οποιοδήποτε μυστήριο.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαίδευσης Αντλεριανής Προσέγγισης

Πανελλήνιες

Σε μία πρόσφατη συζήτηση που είχα και ρωτήθηκα ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση ματαίωσης, η πρώτη μου σκέψη ήταν οι πανελλήνιες.

Ήταν τότε που όλοι πίστευαν σε εμένα εκτός από εμένα.

Ήταν τότε που η ψυχή μου λαχταρούσε να ζήσει ΤΑ ΠΑΝΤΑ κι αντί γι αυτό την θέση της πήρε η αναβολή χρόνου.

Ήταν τότε που επιβράβευση λάμβαναν ΜΟΝΟ οι καλοί και διαβασμένοι μαθητές από ένα «βαθμοθηρικό» σχολείο.

Ήταν τότε που για πρώτη φορά ένιωσα πως η αξία μου μπορούσε να χωρέσει σε έναν αριθμό- πως ένα αποτέλεσμα είχε τη δύναμη να ορίσει το «μετά».

Και όταν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήρθε όπως το είχα ονειρευτεί, ήρθε μαζί του η σιωπή, η σύγκριση, η ντροπή, η αίσθηση ότι όλοι προχωρούν κι εσύ μένεις πίσω.

Κι όμως, χρόνια μετά, μπορώ να δω καθαρά πως εκείνη η ματαίωση δεν ήταν το τέλος. Ήταν η πρώτη μου συνάντηση με την αλήθεια ότι η ζωή δεν ακολουθεί πάντα τη διαδρομή που σχεδιάζουμε στα 17 μας.

Σήμερα, που ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των πανελληνίων, ξέρω πως για κάποιους αυτό είναι μέρα χαράς, δικαίωσης, ανακούφισης.

Για κάποιους άλλους όμως είναι μέρα ματαίωσης για κάτι που περίμεναν αλλιώς.

Και σε αυτούς θέλω να πω πως αυτή τη στιγμή δεν έχουν ανάγκη από συμβουλές, συγκρίσεις ή βιαστικές υπενθυμίσεις ότι «η ζωή συνεχίζεται».

Έχουν ανάγκη από χώρο.

Από ανθρώπους που να αντέχουν τη στεναχώρια τους χωρίς να την μικραίνουν.

Από χρόνο να θρηνήσουν αυτό που δεν έγινε.

Και πάνω απ’ όλα, έχουν ανάγκη κάποιον να τους θυμίσει ότι μια αποτυχία δεν είναι ταυτότητα.

Γιατί καμιά βαθμολογία δεν μπορεί να μετρήσει την αξία, την ευαισθησία, την επιμονή ή το μέλλον ενός ανθρώπου.

Και πολλές φορές, οι δρόμοι που δεν ανοίγουν, είναι αυτοί που μας οδηγούν τελικά εκεί που πραγματικά μας χωράει η ζωή.

Σώμα … για Παραλία!

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την καταπολέμηση του λεγόμενου «body shaming» και την προώθηση της αποδοχής της διαφορετικότητας. Μιλάμε ανοιχτά για την αποδοχή, την διαφορετικότητα και την ανάγκη να αγαπήσουμε το σώμα μας όπως είναι.

Κι όμως, όσο κι αν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο μας βλέπουν οι άλλοι, συχνά παραμένει αμετάβλητος ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας.

Ξέρεις, η πιο σκληρή κριτική δεν ακούγεται πάντα από τρίτους. Ψιθυρίζεται μέσα στο μυαλό μας κάθε φορά που στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη. Εκεί, όπου αντί να αντικρίσουμε το σώμα που μας στηρίζει καθημερινά, που μας επιτρέπει να κινούμαστε, να αγκαλιάζουμε, να ζούμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις, επιλέγουμε να εστιάσουμε σε όσα θεωρούμε ότι δεν είναι αρκετά. Στα κιλά που θέλουμε να χάσουμε, στις ατέλειες που μόνο εμείς παρατηρούμε, στις συγκρίσεις
με εικόνες που προβάλλονται ως ιδανικές.

Και καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει, αυτή η εσωτερική φωνή μοιάζει να γίνεται ακόμη πιο δυνατή. Οι βιτρίνες γεμίζουν μαγιό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται από «τέλεια» σώματα και η γνωστή φράση «πρέπει να βγω στην παραλία» αποκτά ξαφνικά το βάρος μιας δοκιμασίας. Σαν να χρειάζεται κανείς να περάσει μια αόρατη αξιολόγηση για να δικαιούται να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα.

Και κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα: μέχρι πότε θα επιτρέπουμε στην εμμονή με την τελειότητα και την αψεγάδιαστη εικόνα να μας στερεί στιγμές χαράς, ελευθερίας και αυθεντικής απόλαυσης; Μέχρι πότε θα αναβάλλουμε εμπειρίες, θα κρύβουμε το σώμα μας και θα αρνούμαστε στον εαυτό μας μικρές καθημερινές ευτυχίες, περιμένοντας να φτάσουμε σε μια εκδοχή του εαυτού μας που ίσως να μην θεωρήσουμε ποτέ αρκετά «καλή»; Γιατί η ζωή δεν ξεκινά όταν χάσουμε κάποια κιλά, ούτε όταν αποκτήσουμε το σώμα που ονειρευόμαστε.

Η ζωή συμβαίνει τώρα, στο σώμα που έχουμε σήμερα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται δυσαρέσκεια για την εικόνα τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε έναν ατελείωτο κατάλογο από «τέλειες» ζωές, «τέλεια» σώματα και «τέλειες» στιγμές. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από φωτογραφίες που παρουσιάζουν ανθρώπους χωρίς ατέλειες, με καλογυμνασμένα σώματα,
λαμπερό δέρμα και αψεγάδιαστη εμφάνιση.

Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι βλέπουμε μόνο ένα μικρό, επιμελώς επιλεγμένο κομμάτι της πραγματικότητας. Πίσω από μια φωτογραφία μπορεί να κρύβονται δεκάδες λήψεις, ειδικός φωτισμός, συγκεκριμένες πόζες, φίλτρα, εφαρμογές επεξεργασίας εικόνας ή ακόμη και επαγγελματικές παρεμβάσεις. Με άλλα λόγια, συγκρίνουμε την καθημερινότητά μας με την καλύτερη, και πολλές φορές τεχνητή, εκδοχή της ζωής κάποιου άλλου.

Η συνεχής έκθεση σε τέτοιες εικόνες δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η τελειότητα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, αρχίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να έχουμε επίπεδη κοιλιά όλο τον χρόνο, αψεγάδιαστο δέρμα ή συγκεκριμένες αναλογίες σώματος. Όταν όμως το δικό μας σώμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα πρότυπα —και συνήθως δεν ανταποκρίνεται, γιατί είναι
ανθρώπινο— γεννιούνται η ανασφάλεια, η απογοήτευση και η αίσθηση ότι υστερούμε.

Η μεγαλύτερη παγίδα των social media δεν είναι ότι μας δείχνουν όμορφους ανθρώπους. Είναι ότι μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτή η εικόνα είναι η πραγματικότητα για όλους τους άλλους, εκτός από εμάς. Κι έτσι, αντί να εκτιμούμε το σώμα μας για όσα μας προσφέρει, το αντιμετωπίζουμε ως ένα διαρκές έργο προς βελτίωση.

Η αλήθεια είναι ότι έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε το σώμα μας ως ένα διαρκές έργο υπό κατασκευή. Πάντα υπάρχει κάτι που πρέπει να αλλάξει, να διορθωθεί ή να βελτιωθεί. Λίγα κιλά λιγότερα, πιο γυμνασμένα πόδια, πιο επίπεδη κοιλιά, πιο σφιχτό σώμα. Κι όταν πετυχαίνουμε έναν στόχο, σχεδόν αμέσως εμφανίζεται ο επόμενος. Σαν να μην μας επιτρέπουμε ποτέ να νιώσουμε πραγματικά ικανοποιημένοι με αυτό που είμαστε.

Το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές ξοδεύουμε τόσο πολύ χρόνο προσπαθώντας να αλλάξουμε το σώμα μας, που ξεχνάμε να το ζήσουμε. Αναβάλλουμε τις διακοπές, τις φωτογραφίες, τις βουτιές στη θάλασσα, ακόμη και τις στιγμές ξεγνοιασιάς, μέχρι να νιώσουμε «έτοιμοι». Όμως πόσες όμορφες αναμνήσεις χάνονται περιμένοντας την τέλεια εκδοχή του εαυτού μας; Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες φορές έχουμε κοιτάξει παλιές φωτογραφίες και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ήμασταν πολύ πιο όμορφοι απ’ όσο πιστεύαμε τότε. Πόσες φορές θυμηθήκαμε τις ανασφάλειες που μας βασάνιζαν και χαμογελάσαμε, γιατί σήμερα μοιάζουν ασήμαντες. Αυτό αποδεικνύει ότι ο αυστηρότερος κριτής μας είναι συχνά ο ίδιος μας ο εαυτός.

Το σώμα μας δεν είναι ένα διακοσμητικό αντικείμενο που υπάρχει για να το αξιολογούν οι άλλοι. Είναι το μέσο μέσα από το οποίο βιώνουμε τη ζωή. Είναι το σώμα που μας συνοδεύει στις καλοκαιρινές εξορμήσεις, που μας επιτρέπει να περπατάμε ξυπόλητοι στην άμμο, να κολυμπάμε στη θάλασσα, να αγκαλιάζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή. Κι όμως, συχνά ξεχνάμε να το ευχαριστήσουμε γι’ αυτά που κάνει για εμάς και επιλέγουμε να το τιμωρούμε για όσα δεν είναι.

Ίσως, λοιπόν, η πραγματική πρόκληση να μην είναι να αποκτήσουμε το «τέλειο σώμα», αλλά να χτίσουμε μια πιο υγιή σχέση μαζί του. Να μάθουμε να το ακούμε, να το φροντίζουμε και να το σεβόμαστε, χωρίς να το υποβάλλουμε διαρκώς σε συγκρίσεις και εξαντλητικές απαιτήσεις. Να κατανοήσουμε ότι η αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται όταν φτάσουμε σε ένα συγκεκριμένο νούμερο στη ζυγαριά, αλλά όταν πάψουμε να εξαρτούμε την αξία μας από αυτό.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που αξίζει να θυμόμαστε κάθε καλοκαίρι: η παραλία δεν είναι ένας χώρος όπου δοκιμάζεται η εμφάνισή μας, αλλά ένας τόπος όπου δημιουργούνται στιγμές. Κανείς δεν θα θυμάται το μέγεθος του μαγιό που φορούσαμε, το βάρος μας ή τις ατέλειες που τόσο μας απασχολούσαν. Θα θυμόμαστε όμως τα γέλια, τις βουτιές, τα ηλιοβασιλέματα, τις παρέες και εκείνη την αίσθηση ελευθερίας που μόνο το καλοκαίρι μπορεί να χαρίσει.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το καλύτερο σώμα για την παραλία είναι εκείνο που μας επιτρέπει να είμαστε παρόντες στις στιγμές που έχουν πραγματική αξία. Και αυτές οι στιγμές δεν περιμένουν την τελειότητα για να συμβούν.

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης