Month: <span>March 2026</span>

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Οι Ρίζες Μας

Είναι περίεργο να νιώθεις ότι έχεις ρίζες αλλά και να γνωρίζεις και να συνειδητοποιείς ότι θες να τις αλλάξεις παρόλο που είναι η βάση σου. Είναι περίεργη αυτή η αμφιθυμία. Η αμφιταλάντευση. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Υπάρχει απάντηση;

Οι ρίζες μας λοιπόν.

Τα θετικά και τα δυσάρεστα βιώματα μας.

Αυτές που μας κρατάνε ασφαλείς και αυτές απο τις οποίες προσπαθούμε να αποκοπούμε.

Αυτές που τις έχουμε ανάγκη και που θέλουμε να μην τις έχουμε ανάγκη.

Εκεί που ανήκουμε και εκεί που δεν θέλουμε να ανήκουμε.

Αυτές που νιώθουμε να μας κρατούν δέσμιους και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να απελευθερωθούμε.

Αυτές που μας ελέγχουν και αυτές από τις οποίες προσπαθούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε.

Αυτές τις οποίες πολεμάμε, μα και αυτές που νιώθουμε ασφαλείς να τις πολεμάμε ελεύθερα.

Αυτές τις οποίες μιμούμαστε , μα και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να είμαστε εντελώς διαφορετικοί.

Αυτές που μας δημιουργούν τη βάση, μια βάση που παλεύουμε να εξελίξουμε.

Εσωτερικοί μηχανισμοί συγκρούσεων εαυτού, αίσθημα ανικανοποίητου, αίσθημα επιβίωσης, ανάγκη εξελιξιμοτητας.

Μετακινείται το δέντρο;

Μετακινείται γιατί απλώνει τις ρίζες του προς άγνωστες κατευθύνσεις.

Ηρεμία ψυχής…

Εις το Επανιδείν…

Εφη Λ.

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης