Category: <span>ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ</span>

Σήμερα … γάμος γίνεται!

Καλώς ήρθαμε επισήμως στην εποχή των γάμων: την περίοδο που τα Σαββατοκύριακα κλείνουνμήνες πριν, τα stories γεμίζουν νυφικά και first dances, και όλοι —με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — παρασυρόμαστε σε μία πιο εορταστική διάθεση. Είτε είσαι ο πρωταγωνιστής αυτού του έργου είτε ένας απλός καλεσμένος, θα έχεις σίγουρα αισθανθεί πως ορισμένες φορές μέσα σε όλη
αυτή την γιορτινή ατμόσφαιρα κάτι μέσα σου διαμαρτύρεται , σαν κάτι να προσπαθεί να σου πεί η μικρή αυτή φωνούλα την οποία συχνά έχεις σε σίγαση.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι: πώς είναι δυνατόν μία τέτοια ημέρα χαράς να εμφανίζονται δυσάρεστα συναισθήματα;

Ξέρεις, η επιλογή να μιλήσω συγκεκριμένα για τους γάμους αφενός έγκειται στην άνεση που έχει συχνά ο περίγυρος να «εισβάλει» στην προσωπική σου ζωή με αφορμή το χαρμόσυνο αυτό γεγονός κι αφετέρου, το μέγεθος της αξίας που προσδίδουμε κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην πρόταση γάμου και σε όλη την τελετή. Από την μία λοιπόν έχεις αυτή την κοινωνική πίεση που κορυφώνεται στο τραπέζι του γάμου (ειδικά αν είσαι ελεύθερη γυναίκα και δεν θέλεις να πιάσεις την ανθοδέσμη) κι από την άλλη βλέποντας τόσες εικόνες στα σόσιαλ με «ιδανικές» προτάσεις και γάμους αρχίζεις κι αισθάνεσαι σαν την μύγα μες στο γάλα είτε επειδή μπορεί να μην το επιθυμείς αυτό είτε επειδή μπορεί να φοβάσαι πως δεν θα το βιώσεις ποτέ όλο αυτό (ξεχνώντας για ακόμα μία φορά τον ψεύτικο κόσμο των σόσιαλ).

Συχνά όμως, εκτός από το πρώτο – «επιφανειακό» επίπεδο που ενδεχομένως μπορεί να μας δυσκολεύει σε τέτοιου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο κομμάτι μας το οποίο πολύ συχνά παίζει σημαντικό ρόλο στην συναισθηματική μας δυσκολία κι αυτό εξαρτάται με τον τρόπο που έχουμε συνδέσει τον γάμο μέσα μας. Είναι εκείνα τα καταλυτικά γεγονότα τα οποία «χρωματίζουν» την άποψη και την εικόνα που έχουμε για τις κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς απαραίτητα να έχουμε υπάρξει στο παρελθόν πρωταγωνιστές τους. Ένας δύσκολος ή και δυστυχισμένος γάμος των γονιών μας ή στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, ένας υποσυνείδητος φόβος δέσμευσης, κοινωνικό άγχος ή ακόμα και μία απώλεια ενός πολύ κοντινού μας προσώπου μπορεί να δημιουργήσουν μία «γκρίζα» εικόνα για τον γάμο χωρίς να έχουμε πάντα την πλήρη εικόνα του συναισθήματός μας αυτού. Αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και την κοινωνική πίεση που βιώνουμε ως προς τον γάμο τότε μάλλον εξηγείται μία ενδεχόμενη
δυσαρέσκεια ως προς το μυστήριο αυτό.

Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η ουσία: όχι στο ίδιο το γεγονός, αλλά σε όσα αυτό ξυπνά μέσα μας. Γιατί ο γάμος, πέρα από μία κοινωνική τελετή ή μία προσωπική επιλογή, λειτουργεί πολλές φορές σαν ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που μας φέρνει αντιμέτωπους με κομμάτια του εαυτού μας που στην καθημερινότητα καταφέρνουμε να κρατάμε στο περιθώριο. Επιθυμίες που
δεν έχουμε παραδεχτεί, φόβοι που δεν έχουμε επεξεργαστεί, απώλειες που δεν έχουμε πενθήσει, ανάγκες που ίσως έχουμε μάθει να υποτιμούμε.

Για κάποιους, επίσης, ένας γάμος μπορεί να ενεργοποιεί έντονα το αίσθημα της σύγκρισης. Εκείνη την εσωτερική διαδικασία όπου, σχεδόν αυτόματα, αρχίζουμε να τοποθετούμε τη ζωή μας δίπλα στη ζωή των άλλων. «Εκείνος προχώρησε», «εκείνη βρήκε τον άνθρωπό της», «όλοι γύρω μου χτίζουν κάτι κι εγώ ακόμα ψάχνω». Και κάπως έτσι, μία μέρα που κανονικά έχει φτιαχτεί για να γιορτάζει την ένωση δύο ανθρώπων, μετατρέπεται μέσα μας σε μία σιωπηλή υπενθύμιση όλων όσων νιώθουμε ότι δεν έχουμε κατακτήσει. Αυτό όμως που συχνά ξεχνάμε είναι πως η σύγκριση δεν γίνεται ποτέ με ίσους όρους. Δεν συγκρίνουμε την εσωτερική μας πραγματικότητα με την εσωτερική πραγματικότητα του άλλου· συγκρίνουμε τις ανασφάλειες, τις αμφιβολίες και τις πληγές μας με μία εξωτερική εικόνα, συχνά φιλτραρισμένη, κοινωνικά επιμελημένη και προσαρμοσμένη σε αυτό που θεωρείται αποδεκτό ή επιθυμητό. Και ειδικά στην εποχή των σοσιαλ, αυτή η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στην εικόνα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Παράλληλα, ο γάμος κουβαλά έναν ισχυρό κοινωνικό συμβολισμό. Δεν είναι απλώς μία σχέση που επισημοποιείται· είναι για πολλούς η επιβεβαίωση ότι «τα κατάφερες», ότι βρήκες τον άνθρωπό σου, ότι προχωράς όπως «πρέπει». Αυτή η κοινωνική κατασκευή, όσο βαθιά ριζωμένη κι αν είναι, μπορεί να γίνει ασφυκτική για όποιον είτε δεν βρίσκεται σε αυτή τη φάση είτε δεν είναι καν σίγουρος αν την επιθυμεί. Και εκεί ακριβώς γεννιέται μία εσωτερική σύγκρουση: θέλω πραγματικά αυτό που βλέπω ή έχω μάθει ότι πρέπει να το θέλω;

Πολλές φορές η δυσκολία δεν έχει να κάνει με τη μοναξιά, αλλά με την αίσθηση της απόκλισης. Με το ότι η προσωπική μας διαδρομή μοιάζει να μην συγχρονίζεται με το συλλογικό «χρονοδιάγραμμα». Και αυτό μπορεί να φέρει ντροπή, άγχος ή και αμφισβήτηση για τις επιλογές μας. Όμως η ζωή δεν εξελίσσεται γραμμικά, ούτε υπάρχει μία κοινή σωστή πορεία για όλους. Το ότι κάποιος παντρεύεται σήμερα δεν σημαίνει ότι είναι πιο ολοκληρωμένος. Και το ότι εσύ δεν βρίσκεσαι εκεί —ή δεν θέλεις να βρεθείς— δεν σημαίνει ότι υστερείς.

Ίσως λοιπόν η δυσφορία που μπορεί να εμφανιστεί σε έναν γάμο να μην είναι κάτι που πρέπει να διώξουμε βιαστικά ή να ντραπούμε γι’ αυτό. Ίσως είναι μία ευκαιρία να ακούσουμε λίγο πιο προσεκτικά εκείνη τη μικρή φωνή που τόση ώρα προσπαθεί να ακουστεί. Να αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας βαραίνει: μία ανεκπλήρωτη επιθυμία; ένας φόβος; μία πληγή από το παρελθόν; ή απλώς η πίεση να χωρέσουμε σε μία ζωή που δεν είναι απαραίτητα δική μας;

Γιατί τελικά, η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να ακολουθούμε μηχανικά όσα η κοινωνία μάς προτείνει ως ευτυχία, αλλά στο να έχουμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε τι σημαίνει ευτυχία για εμάς προσωπικά.

Και αυτό, πολλές φορές, είναι μία πολύ πιο δύσκολη —και πολύ πιο αληθινή— δέσμευση από οποιοδήποτε μυστήριο.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαίδευσης Αντλεριανής Προσέγγισης

Πότε Σταματήσαμε να Προσπαθούμε?

Ήμουν πρόσφατα στο πατρικό μου και βοηθούσα την μαμά μου απλώνοντας ορισμένα ρούχα. Στο
τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι λοιπόν, είχα αφήσει ορισμένα μανταλάκια τα οποία πίστευα πως έχουν
χαλάσει- με σκοπό να τα πετάξω. Μπαίνοντας μέσα, με σταματάει η μητέρα μου και με μία φυσικότητα
μου λέει: « Δεν χρειάζεται να τα πετάξεις. Μπορούμε να τα φτιάξουμε να ! τόσο απλά!», και με δυο- τρεις
κινήσεις τα μανταλάκια έκαναν ξανά τη δουλειά τους.

Έμεινα για ένα πεντάλεπτο να κρατάω τα μανταλάκια και να σκέφτομαι: «Άραγε, πόσα πράγματα, πόσες
σχέσεις, πόσους ανθρώπους έχουμε βιαστεί να πετάξουμε σαν να ήταν χαλασμένα αντικείμενα; Και
πόσες φορές φύγαμε όχι επειδή δεν υπήρχε αγάπη, αλλά επειδή δεν υπήρχε υπομονή;»

Σε μία εποχή ραγδαίας αύξησης του χρόνου τον οποίο επενδύουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι
φυσικό κι επόμενο να αυξάνονται και οι ψευδαισθήσεις της «τέλειας εικόνας» που βλέπουμε με
αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διαχωρίσουμε τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Εικόνες από αγαπημένα
ζευγάρια, video που εξιστορούν ρομαντικές ιστορίες γνωριμίας σε συνδυασμό με ρομαντικές πράξεις
αγάπης, μας απομακρύνουν όλο και πιο πολύ από την ρεαλιστική εικόνα των σχέσεων με αποτέλεσμα
να αυξάνονται όλο και περισσότερο οι προσδοκίες τόσο από εμάς τους ίδιους όσο και από το άλλο μέλος
της σχέσης.

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η υπέρμετρη έκθεσή μας στα social media, ενισχύει την ψευδαίσθηση
ότι υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο εκεί έξω και δεν χρειάζεται να «αναλωνόμαστε» και να δυσκολεύουμε τη
ζωή μας περαιτέρω. Έτσι, οδηγούμαστε στην «κάθετη κατάταξη των ανθρώπων» σύμφωνα με την οποία
συγκρίνουμε τους ανθρώπους με βάση ποιος είναι καλύτερος από τον άλλον, ψάχνοντας μανιωδώς για
το «τέλειο».

Ίσως, δεν φεύγουμε από μία σχέση πάντα επειδή κάτι χάλασε πραγματικά. Ίσως φεύγουμε επειδή
πιστεύουμε πως λίγο πιο πέρα μάς περιμένει κάτι πιο εύκολο, πιο τέλειο, πιο βολικό.
Η αλήθεια είναι πως τη σημερινή εποχή, αναζητάμε ως επί το πλείστον σύνδεση αλλά χωρίς κόπο. Σε
σύγκριση με τα παλαιότερα χρόνια, μπορεί να επωφελούμαστε από πολλές ευκολίες στην
καθημερινότητα όμως η απουσία σύνδεσης με τις δουλειές στη φύση και η ολοήμερη εργασία στο
γραφείο δεν είναι καθόλου βοηθητική για το νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία.

Είναι τόσο πολλά τα ερεθίσματα τα οποία δεχόμαστε καθημερινά κι έχουν αλλάξει τόσο ραγδαία οι
απαιτήσεις της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία παραπάνω ενέργεια για
ουσιαστική σύνδεση. Εξακολουθούμε να αναζητούμε με κάθε τρόπο την κοντινότητα και την αγάπη, μας
λείπει όμως η ψυχική διαθεσιμότητα. Έτσι, μας αρέσει η αρχή των σχέσεων γιατί όλα κυλούν αβίαστα,
όμως ζοριζόμαστε όταν τελειώσει η ευκολία και ξεκινήσει η επιλογή να μείνεις. Επιθυμούμε σύνδεση,
αλλά χωρίς κόπο.Θέλουμε κατανόηση χωρίς συζήτηση, διάρκεια χωρίς υπομονή, εγγύτητα χωρίς
ευαλωτότητα.

Και κάπου εκεί, στο παιχνίδι της σύνδεσης, έρχονται πολλοί και πετάνε στο τραπέζι την «καρτα» του/της
πληγωμένου, μία κάρτα , στην «ομπρέλα» της οποίας βάζουν οποιαδήποτε πράξη τους η οποία είναι μη
αποδεκτή – αδικαιολόγητη. Με απλά λόγια, χρησιμοποιούν ως δικαιολογία το γεγονός πως πληγώθηκαν
στο παρελθόν , καθώς το παραπάνω συμβάν ευθύνεται για την κακή συμπεριφορά τους στην επόμενη
σχέση.

Μάντεψε όμως – εκτός από το ότι αν όχι ΟΛΟΙ τότε οι περισσότεροι έχουμε πληγωθεί από προηγούμενες
σχέσεις, δεν είναι βοηθητικό για κανένα μέλος της σχέσης να θυματοποιείαι όταν ξεκινάνε τα δύσκολα. Η
ουσία της ζωής είναι να αναλαμβάνουμε την ατομική μας ευθύνη και να πορευόμαστε στις σχέσεις και όχι
να ρίχνουμε το φταίξιμο της πορείας μιας σχέσης σε μία άλλη.

Κλείνοντας, θα ολοκληρώσω χρησιμοποιώντας μία φράση που διάβασα πρόσφατα σύμφωνα με την
οποία: «Κάποτε οι άνθρωποι επισκεύαζαν. Σήμερα αντικαθιστούν.
Ίσως κάπου εκεί χάσαμε και την ικανότητα να μένουμε.»

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Το Παιδί και “Το Πρόβλημα”

Πριν κάποια χρόνια συνάντησα μια μαμά που κατά την προσπάθειά της να μου εξηγήσει το μέγεθος της συναισθηματικής της εξάντλησης εξαιτίας όσων βίωνε με το παιδί της μου είπε:

 

«Έχω ένα παιδί και ένα πρόβλημα».

Τι εννοούσε?

Ότι είχε δύο παιδιά: ένα που το θαύμαζε, ήταν το καμάρι της, δεν την προβλημάτιζε, ήταν πειθαρχημένο, υπάκουο, χαρούμενο, είχε στόχους,

Και άλλο ένα παιδί:

Το παιδί – πρόβλημα. Εκείνο που αντιμετώπιζε πολλές προσωπικές δυσκολίες: με τους φίλους, με τους στόχους της, με τα ξεσπάσματα του θυμού της απέναντι στους γονείς της, με το φαγητό, με τις νοσηλείες.

Ποιο είναι όμως αυτό το παιδί τελικά?

Το μαύρο κοτοπουλάκι που μοιάζει στη μαμά του, ή το άσπρο κοτοπουλάκι που ξεχωρίζει?

Είναι ένα παιδί που έχει λάβει αγάπη και αποδοχή ή ένα παιδί που είναι διαφορετικό και πιο «δύσκολο» στην κατανόησή του?

Αποτελεί ένα παιδί που έχει λάβει συμβουλές και ζεστές αγκαλιές, ή ένα παιδί που έχει λάβει πολλές τιμωρίες και εκφοβισμούς επειδή δεν υπακούει τους μεγάλους?

Είναι ένα παιδί που του έχει δοθεί χώρος και χρόνος για συζήτηση και κατανόηση, ή ένα παιδί που απορρίπτεται ό,τι κι αν πει επειδή όλοι είναι «κουρασμένοι» για να το ακούσουν?

Συνιστά ένα παιδί που είναι δικαιολογημένο να λαμβάνει τον θυμό και την απόρριψη από το περιβάλλον του, ή ένα παιδί που θα ήταν καλό να τύχει της συμπόνοιας για τον πόνο που μπορεί να βιώνει?

Αν περιγράφω το παιδί μου ως «πρόβλημα», πόσα περιθώρια αφήνω στον εαυτό μου να παρατηρήσει ότι κάποιοι λόγοι θα υπάρχουν που το παιδί αυτό δεν χαίρεται και δεν απολαμβάνει τη ζωή του?

Είναι λογικό να νιώθει ένας γονιός έτσι?

Είναι λογικό. Ανάλογα με τις εμπειρίες του, τα βιώματά του, τα γεγονότα που συντρέχουν εκείνη την περίοδο, τις ψυχικές αντοχές, τη δυνατότητα κατανόησης, την προσωπικότητα, το περιβάλλον του.

Είναι λογικό και να αντιμετωπίζει το παιδί του ως «πρόβλημα»?

Όχι. Δεν είναι λογικό. Είναι λογικό να δυσκολεύεται, αλλά δεν είναι λογικό να μη ζητάει την κατάλληλη βοήθεια ή όταν τη ζητάει να μην προσπαθεί να την ακούσει «ενεργητικά». Όταν μια προβληματική συμπεριφορά επαναλαμβάνεται με την πλήρη γνώση μας, τότε παύει να είναι μια συμπεριφορά εξ ‘ αμελείας.

Πολλά δύσκολα και δυσβάσταχτα μπορούν να συμβούν σε κάθε άνθρωπο.

Όταν δεν μπορείς μόνος, ζήτα βοήθεια!

 Όλες οι δυσκολίες (και οι δικές σου, και του παιδιού σου,…) επιδέχονται εξήγησης και διαχείρισης, έστω και ως κάποιο βαθμό …

Εσύ τολμάς να παλέψεις ενάντια στο “φόβο της δικής σου αποτυχίας” ως γονιός?

Όταν το “απλά μιλάμε” δεν είναι τόσο απλό

…Ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου και το διάστημα που είχαμε καθημερινή επικοινωνία μετρούσε λιγότερο από 6 μήνες. Η επικοινωνία μας περιλάμβανε από θεματολογία καθημερινότητας μέχρι τους βαθύτερους μας φόβους και τα όνειρά μας. Κάθε μας συζήτηση άνοιγε ένα «παράθυρο» στην φαντασία και ήταν σαν να ξεφεύγαμε και οι δύο από την βαρετή ρουτίνα. Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να μας επαναφέρω στην πραγματικότητα και τους δύο παίρνοντας την πρωτοβουλία να μιλήσω:

«Ξέρεις.. όσο μιλάμε τόσο μου αρέσει η επικοινωνία μας και τόσο ζορίζομαι να την σταματήσω και να προχωρήσω. Εσύ είσαι ήδη σε μία σχέση, έχεις βρει τον άνθρωπό σου, ήρθε η ώρα και για εμένα να μη ζω με αυταπάτες.»

«Αχ.. αν είχα βρει τον άνθρωπό μου πιστεύεις θα υπήρχε χώρος για την επικοινωνία μας; Eξάλλου δεν κάνουμε κάτι κακό-απλά μιλάμε!»

«Απλα μιλάμε..» πόσες φορές άραγε έχουμε πει και πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή την έκφραση; Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο ενώ επιλέγουμε να είμαστε σε μία σχέση ταυτόχρονα αναζητάμε την επικοινωνία κι από άλλους ανθρώπους; Σύμφωνα με την ψυχολογία, η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της αυτοεκτίμησης. Έτσι, όσο χαμηλή είναι η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη του για επιβεβαίωση ενώ αντιθέτως όσο πιο υψηλή είναι η αυτοεκτίμησή του τόσο λιγότερο έχει την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν ένα άτομο δεν λαμβάνει αρκετή συναισθηματική ανταπόκριση μέσα στη σχέση του, είναι πιθανό να την αναζητήσει εκτός αυτής — ακόμη και μέσα από φαινομενικά «αθώες» συνομιλίες μέχρι να λάβει την επιθυμητή επιβεβαίωση.

Πολύ συχνά παρατηρείται μάλιστα, πως ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού όχι απλώς αναζητά επιβεβαίωση μέσω της επικοινωνίας, αλλά «βασίζει» και την επιλογή συντρόφου στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό σημαίνει πως τις περισσότερες φορές η επιλογή συντρόφου γίνεται με βάση το κριτήριο της επιβεβαίωσης που μπορεί να μας δίνει το άλλο άτομο κι όχι με βάση την επιθυμία μας για το άλλο άτομο. Έτσι, αρκετά συχνά οι άνθρωποι επιλέγουμε πιο εύκολα ανθρώπους οι οποίοι μας επιβεβαιώνουν με κάθε αφορμή παρά ανθρώπους με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε καλύτερη χημεία αλλά δεν μας επιβεβαιώνουν με τον τρόπο
που επιθυμούμε.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πόσο «αθώα» είναι η καθημερινή επικοινωνία στο chat με άλλο άτομο όταν είμαστε σε σχέση;

Σε αυτό το σημείο, η σύγχρονη ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «micro-cheating» για να περιγράψει συμπεριφορές που δεν αποτελούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα συναισθηματικά όρια μιας σχέσης. Πρόκειται για μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην αθώα κοινωνική αλληλεπίδραση και την προδοσία της εμπιστοσύνης καθώς περιλαμβάνει φαινομενικά ασήμαντες συμπεριφορές που δεν συνιστούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία φλερτ, συναισθηματικής εγγύτητας
ή μυστικότητας προς τρίτα άτομα. Αυτές οι συμπεριφορές από μόνες τους μπορεί να φαίνονται «αθώες», αλλά αποκτούν
διαφορετικό νόημα όταν υπάρχει πρόθεση ή συναισθηματική επένδυση. Έτσι, ένα απλό μήνυμα μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αθώο, όταν όμως είναι μία πληροφορία την οποία κρύβουμε από την/τον σύντροφό μας, υπάρχει εκ μέρους μας η επιθυμία για περισσότερη επικοινωνία, δημιουργείται σύνδεση που ανταγωνίζεται την σχέση ή το τρίτο πρόσωπο αντικαθιστά την/τον
βασικό σύντροφο σε σημαντικές ανάγκες, τότε πιθανότατα έχει ήδη ξεπεραστεί ένα όριο. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι πιο εύκολη και άμεση από ποτέ, τα όρια στις σχέσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρα — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα. Το «μικρο-φλερτ» μπορεί να φαίνεται αθώο, όμως συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων αναγκών, επιθυμιών ή ελλείψεων.

Όπως και σε όλες τις σχέσεις έτσι και στις ερωτικές το σημαντικότερο όλων πέρα από τον αλληλοσεβασμό είναι να σκεφτόμαστε και να πράττουμε με ενσυναίσθηση προς το άλλο πρόσωπο- να αναρωτιόμαστε: πώς θα μου φαινόταν αυτή η συμπεριφορά αν την δεχόμουν εγώ;

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Οι Ρίζες Μας

Είναι περίεργο να νιώθεις ότι έχεις ρίζες αλλά και να γνωρίζεις και να συνειδητοποιείς ότι θες να τις αλλάξεις παρόλο που είναι η βάση σου. Είναι περίεργη αυτή η αμφιθυμία. Η αμφιταλάντευση. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Υπάρχει απάντηση;

Οι ρίζες μας λοιπόν.

Τα θετικά και τα δυσάρεστα βιώματα μας.

Αυτές που μας κρατάνε ασφαλείς και αυτές απο τις οποίες προσπαθούμε να αποκοπούμε.

Αυτές που τις έχουμε ανάγκη και που θέλουμε να μην τις έχουμε ανάγκη.

Εκεί που ανήκουμε και εκεί που δεν θέλουμε να ανήκουμε.

Αυτές που νιώθουμε να μας κρατούν δέσμιους και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να απελευθερωθούμε.

Αυτές που μας ελέγχουν και αυτές από τις οποίες προσπαθούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε.

Αυτές τις οποίες πολεμάμε, μα και αυτές που νιώθουμε ασφαλείς να τις πολεμάμε ελεύθερα.

Αυτές τις οποίες μιμούμαστε , μα και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να είμαστε εντελώς διαφορετικοί.

Αυτές που μας δημιουργούν τη βάση, μια βάση που παλεύουμε να εξελίξουμε.

Εσωτερικοί μηχανισμοί συγκρούσεων εαυτού, αίσθημα ανικανοποίητου, αίσθημα επιβίωσης, ανάγκη εξελιξιμοτητας.

Μετακινείται το δέντρο;

Μετακινείται γιατί απλώνει τις ρίζες του προς άγνωστες κατευθύνσεις.

Ηρεμία ψυχής…

Εις το Επανιδείν…

Εφη Λ.

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

It’s a Match… vol2! (ή αλλιώς περί ξεχωριστού)

Άλλο ένα καλοκαίρι που μας αποχαιρέτισε κλείνοντάς μας το μάτι πονηρά και το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου πήρε τη θέση του σαν απαλό χάδι.

Κι ενώ μπορώ να μακρηγορώ για (αρκετές) ώρες και να ρομαντικοποιήσω κάθε μου σκέψη μέχρι να αποφασίσω να «μπω στο ψητό», αναρωτιέμαι το εξής: μήπως στην αναζήτηση αυτού του «μοναδικού»- συναισθήματος και στο όνομα του «ρομαντισμού» δαιμονοποιήσαμε κάθετι που στα μάτια μας δεν μοιάζει «ξεχωριστό»  ή «μαγικό» και χάσαμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων;

Κι εδώ φέρνω στο μυαλό μου τα μάτια της φίλης μου να λαμπυρίζουν πάνω από την οθόνη του κινητού – μόνο που αυτή η εικόνα είναι η μία όψη του νομίσματος, το χαμόγελο σε μία οθόνη. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως τα μάτια της έλαμπαν από την πρώτη στιγμή που γνώρισε έναν άνθρωπο και εξακολουθούν να λάμπουν ενώ έχουν περάσει αρκετές ημέρες. Αυτή την επικοινωνία και την σύνδεση που αναζητούσε τη βρήκε- πίσω από το πληκτρολόγιο μπορεί- όμως τη βρήκε. Άλλωστε ποιος μας υπογράφει πως οι εφαρμογές γνωριμιών είναι επιφανειακές κυρίως και ποιος μας επιβεβαιώνει πως αν κάνουμε μία γνωριμία από κοντά θα είναι πιο ουσιαστική;

 

Μη μου πεις πως δεν σου έχει συμβεί κι εσένα να ξεκινάς μία κουβέντα με έναν άνθρωπο μέσα από τα σόσιαλ και να εξελιχθεί τόσο ραγδαία που να ξενυχτάς με το κινητό δίπλα από το κεφάλι σου, να περιμένεις διακαώς μήνυμα του και όταν έρχεται η ώρα να συναντηθείτε η καρδιά σου να χτυπάει όπως τότε στο σχολείο.

 

Άραγε αυτό δεν είναι «μαγικό» συναίσθημα;;

Ή μήπως το ότι οι δρόμοι σας συναντήθηκαν «ιντερνετικά» μειώνει την ένταση του συναισθήματος;

 

Άραγε πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει από κοντά με τις ιδανικότερες συνθήκες – το τέλειο μέρος την ιδανική στιγμή κι εν τέλει οι γνωριμίες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά;

Ή μήπως επειδή ήταν το «τέλειο timing» και γνωριστήκατε με τις κατάλληλες προϋποθέσεις προμήνυε πως θα έχει οπωσδήποτε αίσιο τέλος;

Κι όσο κρατάμε το ΙΔΙΟ νόμισμα στο χέρι υποστηρίζοντας διαφορετική πλευρά ο καθένας, τόσο χάνουμε το ίδιο το νόημα.

Όσο εύκολο είναι να επιλέγεις από τη «βολή» του σπιτιού σου το επόμενο σου date, άλλο τόσο εύκολο είναι να απορρίπτεις οτιδήποτε νέο σε ξεβολεύει και να ρίχνεις την ευθύνη στις εποχές που έχουν αλλάξει. Ταυτόχρονα όσο δύσκολο είναι να βγείς από το «καβούκι» σου ραντεβού με έναν άγνωστο που έχετε επικοινωνήσει μόνο διαδικτυακά, τόσο δύσκολο είναι να τολμήσεις να πας να μιλήσεις στην άλλη άκρη του μπαρ στο άτομο που σου αρέσει.

Η μόνη ερώτηση που τελικά αξίζει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι (πρώτα)  στον εαυτό μας και μετά στον άλλο είναι η εξής:

 

-Θες;

(-Θέλω.)

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Εσύ που πήγες διακοπές;

Την καλοκαιρινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός πως οπουδήποτε κι αν βρεθείς μία είναι η «must» ερώτηση: «εσύ πού πήγες διακοπές φέτος;» Κι ενώ μοιάζει σαν μία απλή ερώτηση για να έρθεις κοντά με τον συνομιλητή σου και να ξεκινήσει μία κουβέντα, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου ενώ έξω ο ήλιος λάμπει και φωτίζει το σύμπαν γύρω μας , μέσα μας έχει ήδη ξεκινήσει για τα καλά η «κακοκαιρία»…;

Ομολογουμένως, το καλοκαίρι είναι μία περίοδος που όλοι -λίγο πολύ την έχουμε στο μυαλό μας ως πιο ανάλαφρη και χαλαρή : βουτιές μέχρι να δύσει ο ήλιος, βόλτες βραδινές στα σοκάκια ενός νησιού, ταβερνάκια , παρέα , φίλοι , θερινά και τα σχετικά. Οι προσδοκίες μας είναι τόσο υψηλές που επιστρέφοντας συχνά από τις διακοπές αντί να αισθανόμαστε «γεμάτοι», αισθανόμαστε όλο και μεγαλύτερο κενό κι ένα αίσθημα ανικανοποίητου, καθώς κάθε χρόνο ανεβάζουμε όλο και πιο ψηλά τον πήχη για τις επικείμενες ημέρες άδειας μας. Κι ενώ έχουμε προγραμματίσει λεπτομερώς τις διακοπές μας , στο τέλος κάτι μοιάζει να μη μας ταίριαξε και φέτος- σαν κάτι πάλι να έλειπε κι αυτή τη χρονιά.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να πούμε πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία , όταν η καθημερινή ρουτίνα δεν μας ικανοποιεί , δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση λίγες ημέρες διακοπών να βελτιώσουν τη ζωή μας. Από την άλλη, αρκετά συχνά παρατηρείται πως οι άνθρωποι αντί να είμαστε σε επικοινωνία με τον εαυτό, χανόμαστε κάπου στη «βαβούρα» του κόσμου και δεν έχουμε πραγματική εικόνα του τι μπορεί να χρειαζόμαστε την κάθε χρονική στιγμή.

Ακόμα κι αν έχουμε εικόνα των πραγματικών μας επιθυμιών, αρκετά συχνά μπορεί να αισθανόμαστε ενοχές που δεν ζούμε το καλοκαίρι όπως θα έπρεπε. Σε συνδυασμό με το παραπάνω , το κερασάκι στην τούρτα είναι και τα φιλικά μας πρόσωπα που συχνά δεν μπορούν να αποδεχτούν τη δική μας επιθυμία για κάτι το διαφορετικό και εν τέλει υποκύπτουμε με την εξής κλασική ατάκα «καλοκαίρι είναι κι εσύ θα μείνεις μέσα;»

Χρειάζεται πρώτα εμείς οι ίδιοι να απενοχοποιήσουμε την επιθυμία μας και να τη σεβαστούμε για να τη σεβαστούν και οι γύρω μας. Κάποιοι από εμάς μπορεί το καλοκαίρι να μη θέλουν να το περάσουν στην παραλία , άλλοι μπορεί την Πρωτοχρονιά μπορεί να θέλουν να την περάσουν μόνοι με ταινία ή ακόμα και τα γενέθλια να μη θέλουν να τα γιορτάσουν και όλο αυτό είναι υγιές και δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής ασθένειας όπως πολλοί βιάζονται να πουν.

Χρειάζεται να θυμόμαστε πως οι διακοπές δεν υπάρχουν για να συντάσσονται με τα «πρέπει» μας , αλλά για να ακολουθούν τα «θέλω» μας και μόνο.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο να αναφέρουμε πως ακόμα κι αν τύχουν απρόοπτα στις διακοπές ακόμα και δεν ικανοποιηθούν οι προσδοκίες, ακόμα κι όταν έχω ανάγκη να συμβούν πολλές “σωτήριες” και ενδυναμωτικές καταστάσεις μέσα σε μια εβδομάδα με δέκα ημέρες και αυτές δεν συμβαίνουν, ακόμα και τότε μπορώ να προσπαθώ να κάνω μικρές “διακοπές” καθημερινά προσθέτοντας στη  ρουτίνα μου κάτι πολύ μικρό που με ικανοποιεί για να αντέχω καλύτερα τις “κακοκαιρίες” που θα έρθουν.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης