Category: <span>ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ</span>

Πότε Σταματήσαμε να Προσπαθούμε?

Ήμουν πρόσφατα στο πατρικό μου και βοηθούσα την μαμά μου απλώνοντας ορισμένα ρούχα. Στο
τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι λοιπόν, είχα αφήσει ορισμένα μανταλάκια τα οποία πίστευα πως έχουν
χαλάσει- με σκοπό να τα πετάξω. Μπαίνοντας μέσα, με σταματάει η μητέρα μου και με μία φυσικότητα
μου λέει: « Δεν χρειάζεται να τα πετάξεις. Μπορούμε να τα φτιάξουμε να ! τόσο απλά!», και με δυο- τρεις
κινήσεις τα μανταλάκια έκαναν ξανά τη δουλειά τους.

Έμεινα για ένα πεντάλεπτο να κρατάω τα μανταλάκια και να σκέφτομαι: «Άραγε, πόσα πράγματα, πόσες
σχέσεις, πόσους ανθρώπους έχουμε βιαστεί να πετάξουμε σαν να ήταν χαλασμένα αντικείμενα; Και
πόσες φορές φύγαμε όχι επειδή δεν υπήρχε αγάπη, αλλά επειδή δεν υπήρχε υπομονή;»

Σε μία εποχή ραγδαίας αύξησης του χρόνου τον οποίο επενδύουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι
φυσικό κι επόμενο να αυξάνονται και οι ψευδαισθήσεις της «τέλειας εικόνας» που βλέπουμε με
αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διαχωρίσουμε τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Εικόνες από αγαπημένα
ζευγάρια, video που εξιστορούν ρομαντικές ιστορίες γνωριμίας σε συνδυασμό με ρομαντικές πράξεις
αγάπης, μας απομακρύνουν όλο και πιο πολύ από την ρεαλιστική εικόνα των σχέσεων με αποτέλεσμα
να αυξάνονται όλο και περισσότερο οι προσδοκίες τόσο από εμάς τους ίδιους όσο και από το άλλο μέλος
της σχέσης.

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η υπέρμετρη έκθεσή μας στα social media, ενισχύει την ψευδαίσθηση
ότι υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο εκεί έξω και δεν χρειάζεται να «αναλωνόμαστε» και να δυσκολεύουμε τη
ζωή μας περαιτέρω. Έτσι, οδηγούμαστε στην «κάθετη κατάταξη των ανθρώπων» σύμφωνα με την οποία
συγκρίνουμε τους ανθρώπους με βάση ποιος είναι καλύτερος από τον άλλον, ψάχνοντας μανιωδώς για
το «τέλειο».

Ίσως, δεν φεύγουμε από μία σχέση πάντα επειδή κάτι χάλασε πραγματικά. Ίσως φεύγουμε επειδή
πιστεύουμε πως λίγο πιο πέρα μάς περιμένει κάτι πιο εύκολο, πιο τέλειο, πιο βολικό.
Η αλήθεια είναι πως τη σημερινή εποχή, αναζητάμε ως επί το πλείστον σύνδεση αλλά χωρίς κόπο. Σε
σύγκριση με τα παλαιότερα χρόνια, μπορεί να επωφελούμαστε από πολλές ευκολίες στην
καθημερινότητα όμως η απουσία σύνδεσης με τις δουλειές στη φύση και η ολοήμερη εργασία στο
γραφείο δεν είναι καθόλου βοηθητική για το νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία.

Είναι τόσο πολλά τα ερεθίσματα τα οποία δεχόμαστε καθημερινά κι έχουν αλλάξει τόσο ραγδαία οι
απαιτήσεις της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία παραπάνω ενέργεια για
ουσιαστική σύνδεση. Εξακολουθούμε να αναζητούμε με κάθε τρόπο την κοντινότητα και την αγάπη, μας
λείπει όμως η ψυχική διαθεσιμότητα. Έτσι, μας αρέσει η αρχή των σχέσεων γιατί όλα κυλούν αβίαστα,
όμως ζοριζόμαστε όταν τελειώσει η ευκολία και ξεκινήσει η επιλογή να μείνεις. Επιθυμούμε σύνδεση,
αλλά χωρίς κόπο.Θέλουμε κατανόηση χωρίς συζήτηση, διάρκεια χωρίς υπομονή, εγγύτητα χωρίς
ευαλωτότητα.

Και κάπου εκεί, στο παιχνίδι της σύνδεσης, έρχονται πολλοί και πετάνε στο τραπέζι την «καρτα» του/της
πληγωμένου, μία κάρτα , στην «ομπρέλα» της οποίας βάζουν οποιαδήποτε πράξη τους η οποία είναι μη
αποδεκτή – αδικαιολόγητη. Με απλά λόγια, χρησιμοποιούν ως δικαιολογία το γεγονός πως πληγώθηκαν
στο παρελθόν , καθώς το παραπάνω συμβάν ευθύνεται για την κακή συμπεριφορά τους στην επόμενη
σχέση.

Μάντεψε όμως – εκτός από το ότι αν όχι ΟΛΟΙ τότε οι περισσότεροι έχουμε πληγωθεί από προηγούμενες
σχέσεις, δεν είναι βοηθητικό για κανένα μέλος της σχέσης να θυματοποιείαι όταν ξεκινάνε τα δύσκολα. Η
ουσία της ζωής είναι να αναλαμβάνουμε την ατομική μας ευθύνη και να πορευόμαστε στις σχέσεις και όχι
να ρίχνουμε το φταίξιμο της πορείας μιας σχέσης σε μία άλλη.

Κλείνοντας, θα ολοκληρώσω χρησιμοποιώντας μία φράση που διάβασα πρόσφατα σύμφωνα με την
οποία: «Κάποτε οι άνθρωποι επισκεύαζαν. Σήμερα αντικαθιστούν.
Ίσως κάπου εκεί χάσαμε και την ικανότητα να μένουμε.»

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Όταν το “απλά μιλάμε” δεν είναι τόσο απλό

…Ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου και το διάστημα που είχαμε καθημερινή επικοινωνία μετρούσε λιγότερο από 6 μήνες. Η επικοινωνία μας περιλάμβανε από θεματολογία καθημερινότητας μέχρι τους βαθύτερους μας φόβους και τα όνειρά μας. Κάθε μας συζήτηση άνοιγε ένα «παράθυρο» στην φαντασία και ήταν σαν να ξεφεύγαμε και οι δύο από την βαρετή ρουτίνα. Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να μας επαναφέρω στην πραγματικότητα και τους δύο παίρνοντας την πρωτοβουλία να μιλήσω:

«Ξέρεις.. όσο μιλάμε τόσο μου αρέσει η επικοινωνία μας και τόσο ζορίζομαι να την σταματήσω και να προχωρήσω. Εσύ είσαι ήδη σε μία σχέση, έχεις βρει τον άνθρωπό σου, ήρθε η ώρα και για εμένα να μη ζω με αυταπάτες.»

«Αχ.. αν είχα βρει τον άνθρωπό μου πιστεύεις θα υπήρχε χώρος για την επικοινωνία μας; Eξάλλου δεν κάνουμε κάτι κακό-απλά μιλάμε!»

«Απλα μιλάμε..» πόσες φορές άραγε έχουμε πει και πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή την έκφραση; Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο ενώ επιλέγουμε να είμαστε σε μία σχέση ταυτόχρονα αναζητάμε την επικοινωνία κι από άλλους ανθρώπους; Σύμφωνα με την ψυχολογία, η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της αυτοεκτίμησης. Έτσι, όσο χαμηλή είναι η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη του για επιβεβαίωση ενώ αντιθέτως όσο πιο υψηλή είναι η αυτοεκτίμησή του τόσο λιγότερο έχει την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν ένα άτομο δεν λαμβάνει αρκετή συναισθηματική ανταπόκριση μέσα στη σχέση του, είναι πιθανό να την αναζητήσει εκτός αυτής — ακόμη και μέσα από φαινομενικά «αθώες» συνομιλίες μέχρι να λάβει την επιθυμητή επιβεβαίωση.

Πολύ συχνά παρατηρείται μάλιστα, πως ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού όχι απλώς αναζητά επιβεβαίωση μέσω της επικοινωνίας, αλλά «βασίζει» και την επιλογή συντρόφου στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό σημαίνει πως τις περισσότερες φορές η επιλογή συντρόφου γίνεται με βάση το κριτήριο της επιβεβαίωσης που μπορεί να μας δίνει το άλλο άτομο κι όχι με βάση την επιθυμία μας για το άλλο άτομο. Έτσι, αρκετά συχνά οι άνθρωποι επιλέγουμε πιο εύκολα ανθρώπους οι οποίοι μας επιβεβαιώνουν με κάθε αφορμή παρά ανθρώπους με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε καλύτερη χημεία αλλά δεν μας επιβεβαιώνουν με τον τρόπο
που επιθυμούμε.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πόσο «αθώα» είναι η καθημερινή επικοινωνία στο chat με άλλο άτομο όταν είμαστε σε σχέση;

Σε αυτό το σημείο, η σύγχρονη ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «micro-cheating» για να περιγράψει συμπεριφορές που δεν αποτελούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα συναισθηματικά όρια μιας σχέσης. Πρόκειται για μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην αθώα κοινωνική αλληλεπίδραση και την προδοσία της εμπιστοσύνης καθώς περιλαμβάνει φαινομενικά ασήμαντες συμπεριφορές που δεν συνιστούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία φλερτ, συναισθηματικής εγγύτητας
ή μυστικότητας προς τρίτα άτομα. Αυτές οι συμπεριφορές από μόνες τους μπορεί να φαίνονται «αθώες», αλλά αποκτούν
διαφορετικό νόημα όταν υπάρχει πρόθεση ή συναισθηματική επένδυση. Έτσι, ένα απλό μήνυμα μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αθώο, όταν όμως είναι μία πληροφορία την οποία κρύβουμε από την/τον σύντροφό μας, υπάρχει εκ μέρους μας η επιθυμία για περισσότερη επικοινωνία, δημιουργείται σύνδεση που ανταγωνίζεται την σχέση ή το τρίτο πρόσωπο αντικαθιστά την/τον
βασικό σύντροφο σε σημαντικές ανάγκες, τότε πιθανότατα έχει ήδη ξεπεραστεί ένα όριο. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι πιο εύκολη και άμεση από ποτέ, τα όρια στις σχέσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρα — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα. Το «μικρο-φλερτ» μπορεί να φαίνεται αθώο, όμως συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων αναγκών, επιθυμιών ή ελλείψεων.

Όπως και σε όλες τις σχέσεις έτσι και στις ερωτικές το σημαντικότερο όλων πέρα από τον αλληλοσεβασμό είναι να σκεφτόμαστε και να πράττουμε με ενσυναίσθηση προς το άλλο πρόσωπο- να αναρωτιόμαστε: πώς θα μου φαινόταν αυτή η συμπεριφορά αν την δεχόμουν εγώ;

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

It’s a Match… vol2! (ή αλλιώς περί ξεχωριστού)

Άλλο ένα καλοκαίρι που μας αποχαιρέτισε κλείνοντάς μας το μάτι πονηρά και το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου πήρε τη θέση του σαν απαλό χάδι.

Κι ενώ μπορώ να μακρηγορώ για (αρκετές) ώρες και να ρομαντικοποιήσω κάθε μου σκέψη μέχρι να αποφασίσω να «μπω στο ψητό», αναρωτιέμαι το εξής: μήπως στην αναζήτηση αυτού του «μοναδικού»- συναισθήματος και στο όνομα του «ρομαντισμού» δαιμονοποιήσαμε κάθετι που στα μάτια μας δεν μοιάζει «ξεχωριστό»  ή «μαγικό» και χάσαμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων;

Κι εδώ φέρνω στο μυαλό μου τα μάτια της φίλης μου να λαμπυρίζουν πάνω από την οθόνη του κινητού – μόνο που αυτή η εικόνα είναι η μία όψη του νομίσματος, το χαμόγελο σε μία οθόνη. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως τα μάτια της έλαμπαν από την πρώτη στιγμή που γνώρισε έναν άνθρωπο και εξακολουθούν να λάμπουν ενώ έχουν περάσει αρκετές ημέρες. Αυτή την επικοινωνία και την σύνδεση που αναζητούσε τη βρήκε- πίσω από το πληκτρολόγιο μπορεί- όμως τη βρήκε. Άλλωστε ποιος μας υπογράφει πως οι εφαρμογές γνωριμιών είναι επιφανειακές κυρίως και ποιος μας επιβεβαιώνει πως αν κάνουμε μία γνωριμία από κοντά θα είναι πιο ουσιαστική;

 

Μη μου πεις πως δεν σου έχει συμβεί κι εσένα να ξεκινάς μία κουβέντα με έναν άνθρωπο μέσα από τα σόσιαλ και να εξελιχθεί τόσο ραγδαία που να ξενυχτάς με το κινητό δίπλα από το κεφάλι σου, να περιμένεις διακαώς μήνυμα του και όταν έρχεται η ώρα να συναντηθείτε η καρδιά σου να χτυπάει όπως τότε στο σχολείο.

 

Άραγε αυτό δεν είναι «μαγικό» συναίσθημα;;

Ή μήπως το ότι οι δρόμοι σας συναντήθηκαν «ιντερνετικά» μειώνει την ένταση του συναισθήματος;

 

Άραγε πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει από κοντά με τις ιδανικότερες συνθήκες – το τέλειο μέρος την ιδανική στιγμή κι εν τέλει οι γνωριμίες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά;

Ή μήπως επειδή ήταν το «τέλειο timing» και γνωριστήκατε με τις κατάλληλες προϋποθέσεις προμήνυε πως θα έχει οπωσδήποτε αίσιο τέλος;

Κι όσο κρατάμε το ΙΔΙΟ νόμισμα στο χέρι υποστηρίζοντας διαφορετική πλευρά ο καθένας, τόσο χάνουμε το ίδιο το νόημα.

Όσο εύκολο είναι να επιλέγεις από τη «βολή» του σπιτιού σου το επόμενο σου date, άλλο τόσο εύκολο είναι να απορρίπτεις οτιδήποτε νέο σε ξεβολεύει και να ρίχνεις την ευθύνη στις εποχές που έχουν αλλάξει. Ταυτόχρονα όσο δύσκολο είναι να βγείς από το «καβούκι» σου ραντεβού με έναν άγνωστο που έχετε επικοινωνήσει μόνο διαδικτυακά, τόσο δύσκολο είναι να τολμήσεις να πας να μιλήσεις στην άλλη άκρη του μπαρ στο άτομο που σου αρέσει.

Η μόνη ερώτηση που τελικά αξίζει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι (πρώτα)  στον εαυτό μας και μετά στον άλλο είναι η εξής:

 

-Θες;

(-Θέλω.)

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Εσύ που πήγες διακοπές;

Την καλοκαιρινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός πως οπουδήποτε κι αν βρεθείς μία είναι η «must» ερώτηση: «εσύ πού πήγες διακοπές φέτος;» Κι ενώ μοιάζει σαν μία απλή ερώτηση για να έρθεις κοντά με τον συνομιλητή σου και να ξεκινήσει μία κουβέντα, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου ενώ έξω ο ήλιος λάμπει και φωτίζει το σύμπαν γύρω μας , μέσα μας έχει ήδη ξεκινήσει για τα καλά η «κακοκαιρία»…;

Ομολογουμένως, το καλοκαίρι είναι μία περίοδος που όλοι -λίγο πολύ την έχουμε στο μυαλό μας ως πιο ανάλαφρη και χαλαρή : βουτιές μέχρι να δύσει ο ήλιος, βόλτες βραδινές στα σοκάκια ενός νησιού, ταβερνάκια , παρέα , φίλοι , θερινά και τα σχετικά. Οι προσδοκίες μας είναι τόσο υψηλές που επιστρέφοντας συχνά από τις διακοπές αντί να αισθανόμαστε «γεμάτοι», αισθανόμαστε όλο και μεγαλύτερο κενό κι ένα αίσθημα ανικανοποίητου, καθώς κάθε χρόνο ανεβάζουμε όλο και πιο ψηλά τον πήχη για τις επικείμενες ημέρες άδειας μας. Κι ενώ έχουμε προγραμματίσει λεπτομερώς τις διακοπές μας , στο τέλος κάτι μοιάζει να μη μας ταίριαξε και φέτος- σαν κάτι πάλι να έλειπε κι αυτή τη χρονιά.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να πούμε πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία , όταν η καθημερινή ρουτίνα δεν μας ικανοποιεί , δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση λίγες ημέρες διακοπών να βελτιώσουν τη ζωή μας. Από την άλλη, αρκετά συχνά παρατηρείται πως οι άνθρωποι αντί να είμαστε σε επικοινωνία με τον εαυτό, χανόμαστε κάπου στη «βαβούρα» του κόσμου και δεν έχουμε πραγματική εικόνα του τι μπορεί να χρειαζόμαστε την κάθε χρονική στιγμή.

Ακόμα κι αν έχουμε εικόνα των πραγματικών μας επιθυμιών, αρκετά συχνά μπορεί να αισθανόμαστε ενοχές που δεν ζούμε το καλοκαίρι όπως θα έπρεπε. Σε συνδυασμό με το παραπάνω , το κερασάκι στην τούρτα είναι και τα φιλικά μας πρόσωπα που συχνά δεν μπορούν να αποδεχτούν τη δική μας επιθυμία για κάτι το διαφορετικό και εν τέλει υποκύπτουμε με την εξής κλασική ατάκα «καλοκαίρι είναι κι εσύ θα μείνεις μέσα;»

Χρειάζεται πρώτα εμείς οι ίδιοι να απενοχοποιήσουμε την επιθυμία μας και να τη σεβαστούμε για να τη σεβαστούν και οι γύρω μας. Κάποιοι από εμάς μπορεί το καλοκαίρι να μη θέλουν να το περάσουν στην παραλία , άλλοι μπορεί την Πρωτοχρονιά μπορεί να θέλουν να την περάσουν μόνοι με ταινία ή ακόμα και τα γενέθλια να μη θέλουν να τα γιορτάσουν και όλο αυτό είναι υγιές και δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής ασθένειας όπως πολλοί βιάζονται να πουν.

Χρειάζεται να θυμόμαστε πως οι διακοπές δεν υπάρχουν για να συντάσσονται με τα «πρέπει» μας , αλλά για να ακολουθούν τα «θέλω» μας και μόνο.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο να αναφέρουμε πως ακόμα κι αν τύχουν απρόοπτα στις διακοπές ακόμα και δεν ικανοποιηθούν οι προσδοκίες, ακόμα κι όταν έχω ανάγκη να συμβούν πολλές “σωτήριες” και ενδυναμωτικές καταστάσεις μέσα σε μια εβδομάδα με δέκα ημέρες και αυτές δεν συμβαίνουν, ακόμα και τότε μπορώ να προσπαθώ να κάνω μικρές “διακοπές” καθημερινά προσθέτοντας στη  ρουτίνα μου κάτι πολύ μικρό που με ικανοποιεί για να αντέχω καλύτερα τις “κακοκαιρίες” που θα έρθουν.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

IT’S A MATCH!

Είναι καλοκαίρι, από εκείνες τις μαγευτικές βραδιές όπου η θέα του φεγγαριού σε συνδυασμό με την ηρεμία της θάλασσας ηρεμούν κάθε ενοχλητική «φωνούλα» του μυαλού σου – όχι όμως εκείνη της φίλης σου που είναι μαζί και ζητωκραυγάζει για τη νέα γνωριμία που μόλις ξεκίνησε από εφαρμογή γνωριμίας. Τα μάτια της λάμπουν όσο το κεφάλι της είναι σκυμένο πάνω από την οθόνη του κινητού και τα δάχτυλά της τρέχουν στο πληκτρολόγιο πιο γρήγορα ακόμα κι από τη σκέψη της. Την κοιτάζω με ένα αμήχανο χαμόγελο – συνδυασμό χαράς και ταυτόχρονα απορίας: έτσι θα φλερτάρουμε τελικά;;

Σε μία εποχή όπου όλα εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, είναι φυσικό κι επόμενο και ο τομέας του «φλερτ» να περάσει στην εικονική πραγματικότητα. Λίγο η καραντίνα που μας «συνήθισε» σε νέους τρόπους γνωριμιών, λίγο ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος στην καθημερινότητα λίγο η εσωστρέφεια ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού μας οδήγησαν στον «εύκολο» δρόμο της γνωριμίας μέσω εφαρμογών.

Με το πάτημα ενός και μόνο «πλήκτρου» έχεις στην οθόνη του κινητού σου μία πληθώρα επιλογών για να επιλέξεις με τι ακριβώς θέλεις να ασχοληθείς. Φωτογραφίες που διαδέχονται η μία την άλλη , πληροφορίες για hobby , ενδιαφέροντα ακόμα και για τον χαρακτήρα.

«Kαι με το vibe τι γίνεται ;;»

«Ε μα αυτός είναι ο σκοπός! Να σου «κεντρίσει» το ενδιαφέρον η εμφάνιση και μετά να βγείς ραντεβού!» μου απάντησε με μία φυσικότητα η φίλη μου προτρέποντάς με να κατεβάσω κι εγώ την εφαρμογή γιατί όπως λέει αυτός είναι ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ νέος τρόπος γνωριμιών!

Και όλη αυτή η μαγεία να εξερευνήσεις το  «άγνωστο» που πήγε..;

Και εκείνα τα κρύα βράδια του χειμώνα που έμπαινες τρέχοντας στη ζέστη του αγαπημένου σου μπαρ για να μην κρυώσεις και εκείνη τη φορά που  σήκωσες το βλέμμα σου , ένιωσες «κάτι» στον αέρα..;

Και εκείνη την ημέρα στην παραλία όπου δεν είχες σκοπό να πας αλλά όταν έφτασες, ένιωσες πάλι αυτό το «κάτι»..;

Kαι εκείνη η μέρα όπου ενώ είχες σκοπό να γυρίσεις σπίτι τα πλάνα άλλαξαν γιατί προστέθηκε αυτό το «κάτι» στον ορίζοντα ..;

Και άλλα τόσα.. κι αν τα παραπάνω δεν είναι πλέον αυτό το «κάτι» που νοστιμεύει το φαγητό τότε τι είναι ;

«Ουτοπία!» μου απάντησε.

-Ή και όχι.-

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόσο συχνά λέμε το Μπράβο και το Ευχαριστώ στον Διπλανό;

Είναι μία από αυτές τις (πολύ) ζεστές ημέρες του καλοκαιριού, μετράς αντίστροφα για τις καλοκαιρινές σου διακοπές και ταυτόχρονα χρειάζεται να μετακινηθείς με το μετρό ένα ακόμα πρωινό για να πας στη δουλειά σου. Είσαι από τους τυχερούς που εκτός από το ότι έχουν επιβιβασθεί σε συρμό με κλιματισμό , έχεις βρεί και θέση να καθίσεις επομένως βάζεις την αγαπημένη σου μουσική στα ακουστικά και παρατηρείς τους γύρω σου. Απέναντί σου ακριβώς κάθεται ένας φοιτητής ο οποίος διαβάζει τις σημειώσεις του με προσήλωση. Στην επόμενη στάση μπαίνει μία κυρία όχι πολύ μεγάλη σε ηλικία, και στέκεται ακριβώς πάνω από τον φοιτητή με έναν αέρα που φωνάζει από μακριά «σήκω να καθίσω!». Ο νεαρός με το που σηκώνει το κεφάλι του απευθείας της παραχωρεί τη θέση, κι εκείνη δίχως να χάσει στιγμή κάθεται στην πολυπόθητο «θρόνο». Και κάπου εκεί περίμενα να ακούσω τη μαγική λέξη «ευχαριστώ» (όπως μας είχαν μάθει όταν ήμασταν παιδιά), αλλά μάταια.

Σε εκείνο το σημείο αναρωτήθηκα : άραγε πόσο συχνά θα πούμε στον διπλανό μας ένα απλό «ευχαριστώ» , ένα «μπράβο» ; Πόσο δύσκολο μας έχει γίνει πλέον το να είμαστε ευγενικοί από την ψυχή μας; Πόσο μας «στοιχίζει» η καλοσύνη προς τον συνάνθρωπό μας;

Είναι γεγονός πλέον πως οι άνθρωποι αναλαμβάνουμε αρκετά σπάνια την ευθύνη των πράξεων μας και ομολογουμένως μας είναι πολύ πιο εύκολο να ρίξουμε τις ευθύνες αλλού. Η οικονομική κρίση , η πανδημία και το πολιτικό σύστημα αρκούν σαν λόγοι για να δικαιολογήσουν όλο το φάσμα της ψυχοπαθολογίας ενός ανθρώπου και κυρίως να αποτελέσουν σημαντικό λόγο για την ανάρμοστη συμπεριφορά που έχει καθημερινά προς τον διπλανό. Στο λεωφορείο , στο μανάβικο , οπουδήποτε υπάρχει συνωστισμός και συνύπαρξη με άλλους ανθρώπους, οι άνθρωποι αυτοί φροντίζουν με κάθε τρόπο να μας υπενθυμίζουν πως όντας οι ίδιοι «υποχείρια» των καταστάσεων, όσο υπάρχουν «μαύρες εικόνες» στην ιστορία της χώρας τόσο κι εκείνοι θα συμμετέχουν σε αυτό συμπεριφερόμενοι στους άλλους όπως  συμπεριφέρεται το σύστημα σε εκείνους (είτε πολιτικό είτε οικογενειακό).Δεν φταίνε ποτέ εκείνοι και φροντίζουν με κάθε τρόπο να βρίσκουν δικαιολογίες έξω από εκείνους για τις δυσκολίες της ζωής που αποτελούν την αιτία της κατήφειας τους.

Εκτός όμως από την αποποίηση ευθυνών , η σύγχρονη εποχή μας έχει φέρει αντιμέτωπους και με ακόμα μία δυσκολία. Από πολύ νεαρή ηλικία αρχίζουμε και εξοικειωνόμαστε σε τέτοιο βαθμό με την διαδικτυακή κοινότητα και περνάμε τόσο χρόνο στις οθόνες που επί της ουσίας τα νέα παιδιά δεν μαθαίνουν ποτέ πως να συνυπάρχουν με τον διπλανό τους υπό κανονικές συνθήκες. Σε συνδυασμό με την αδιαφορία των μεγαλύτερων ως προς την καλλιέργεια του στοιχείου της κοινωνικοποίησης στα παιδιά, τα ίδια θα κλείνονται όλο και πιο πολύ στον εαυτό τους και δεν θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να καταλάβουν πόσο ωφέλιμο έιναι για τους ίδιους αλλά και για τον άλλο μία καλή κουβέντα. Βέβαια, και οι ενήλικες δεν πάμε πίσω. Είμαστε τόσο σκυμμένοι πάνω στα κινητά μας τις ώρες που δεν είμαστε απασχολημένοι που απορώ αν εκτός από τα like και τις αντιδράσεις ξέρουμε πως να κάνουμε κοπλιμέντο στον διπλανό από την ψυχή μας.

Σε αυτό το σημείο , είναι πολύ σημαντικό να ειπωθεί πως για να πεις αυθόρμητα τον καλό λόγο στον διπλανό σου, χρειάζεται πρώτα εσύ να είσαι μέσα σου «γεμάτος». Όσο είσαι κοντά στον αυθεντικό σου εαυτό και βρίσκεσαι σε επαφή με τον εσωτερικό σου κόσμο τόσο είσαι και σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο συνεπώς και η αγάπη που δίνεις στον εαυτό βγαίνει διπλή προς τα έξω. Όσο γεμίζεις τον εσωτερικό σου κόσμο με όλα αυτά τα όμορφα συναισθήματα, που ενδεχομένως να μην σου έδωσαν και ποτέ οι δικοί σου, τόσο ο κόσμος δεν θα αποτελεί απειλή αλλά προέκταση του εαυτού σου συνεπώς δεν θα σκέφτεσαι πριν πεις την καλή κουβέντα. Όσο συμπεριφέρεσαι στον πολύτιμο εαυτό με αυστηρότητα τόσο θα αντιμετωπίζεις και τον κόσμο με αυτό τον τρόπο. Να θυμάσαι πως με ότι θρέφεις την ψυχή σου με αυτό θα «ταίσεις» και τον διπλανό σου.

 

Η φθηνή ντοπαμίνη από τις οθόνες, η αποστασιοποίηση από την αυθεντικότητα μας και η ρίψη ευθυνών μόνιμα στους άλλους  δεν θα αφήσουν  ποτέ τα  περιθώρια για να απολαύσει κάποιος τα μικρά «διαμαντάκια» της καθημερινότητας. Αυτή η καλή κουβέντα περιμένοντας να παραλάβεις τον καφέ σου, το χαμόγελο στον διπλανό , η καλές κουβέντες και η έκφραση της αγάπης στους ανθρώπους μας θα αποτελούν πάντα το καλύτερο λίπασμα στον κήπο της ψυχής μας.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Γιατί ένα like ή μια καρδιά είναι πιο εύκολα από το “Μου αρέσει αυτό που είπες. Συμφωνώ!”– Έκφραση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Στη σημερινή εποχή, ειδικά μετά από την περίοδο της καραντίνας,
έχουμε συνηθίσει όλοι σε μία πιο «αυτοματοποιημένη»
καθημερινότητα. Ξυπνώντας , πριν καλά καλά ξεκινήσει η μέρα για
εμάς, ξεκινάει η ζωή μας στα κοινωνικά δίκτυα για να ολοκληρωθεί το
βράδυ όπου και θα κοιμηθούμε έχοντας στο χέρι μας το κινητό. Η
συνθήκη της καραντίνας θα λέγαμε πως συνέβαλε σημαντικά στην
υιοθέτηση αυτού του τρόπου ζωής καθώς για εκείνη την περίοδο η
επικοινωνία μέσα από τα σόσιαλ αποτελούσε μονόδρομο. Όμως,
σχεδόν μία πενταετία μετά , γιατί εξακολουθούμε να «πλησιάζουμε»
τους γύρω μας «περιφερειακά» και κυρίως μέσα από τα κοινωνικά
δίκτυα;

Κάνε εικόνα πως είναι Σάββατο βράδυ κι έχεις βγει με την παρέα σου
στο αγαπημένο σας στέκι. Γελάτε , χορεύετε περνάτε καλά και
ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά σου ένα πρόσωπο που σου «κεντρίζει»
το ενδιαφέρον. Καταλαβαίνετε και οι δύο ενώ βρίσκεστε σε
απόσταση, πως υπάρχει θετικό κλίμα και από τις δύο πλευρές καθώς
τα χαμόγελα σας ξεχωρίζουν από μακριά. Σκέψεις περνάνε στο
μυαλό και των δύο, η μία μετά την άλλη: «θα μου μιλήσει άραγε;» «να
κάνω το βήμα να μιλήσω;» «μήπως με απορρίψει εάν κάνω το βήμα;»
. Και κάπου εκεί, η φωνούλα μέσα μας (η οποία τις περισσότερες
φορές είναι αποθαρρυντική) έχει ήδη πάρει την απόφαση για εμάς: η
προσέγγιση θα γίνει πίσω από την ασφάλεια της οθόνης του κινητού
μας. Θα αναζητήσουμε το άλλο πρόσωπο , ή κάποιοι ακόμα πιο
τολμηροί, θα ζητήσουν να μάθουν απευθείας τα σόσιαλ του άλλου
από τον ίδιο, και κάπως έτσι θα μεταφερθεί το παιχνίδι πίσω από την
ασφάλεια του πληκτρολογίου. Κι αναρωτιέμαι, ενώ οι περισσότεροι
έχουμε υπάρξει πρωταγωνιστές μιας παρόμοιας ιστορίας και έχουμε
εκφράσει ανοιχτά τη δυσαρέσκειά μας σε αυτή την προσέγγιση, τι
είναι αυτό το οποίο οδηγεί όλο και περισσότερο κόσμο στην
εκδήλωση ενδιαφέροντος μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα;

Είναι πλέον ευρέως γνωστό πως τα κοινωνικά δίκτυα εκτός από το να
αποτελούν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων αποτελούν
και ένα μέσο υπερπροβολής μίας τέλειας καθημερινότητας των
ανθρώπων. Παρουσιάζονται όλα με ένα τόσο ιδανικά τέλειο τρόπο
που ακόμα και να μην θέλουμε να μπούμε στη διαδικασία σύγκρισης
με τους άλλους , ασυνείδητα το κάνουμε πολλές φορές.
Συγκρινόμαστε μάταια με ψεύτικες εικόνες για να βγούμε χαμένοι και
συνεπώς να αισθανόμαστε μειονεκτικά για τον εαυτό μας . Η χαμηλή
μας αυτοεκτίμηση δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητική όταν θέλουμε να
προσεγγίσουμε ένα πρόσωπο που μας ενδιαφέρει κι έτσι λοιπόν
καταλήγουμε να κρυβόμαστε πίσω από βεβιασμένες αντιδράσεις και
καρδούλες.

Σαφώς και δεν γίνεται να αποποιηθούμε την ευθύνη μας και να
επιρρίψουμε κάθε είδος ευθύνης στα σόσιαλ και στους άλλους. Η
αλήθεια είναι πως ίσως κάπου βαθιά μέσα μας να έχουμε κάπως
βολευτεί και με αυτή την κατάσταση καθώς η επικοινωνία και το
φλερτ χρειάζεται να «βγούμε» προς τα έξω και να ξεπερνάμε τον
εαυτό μας-πράγμα το οποίο δυσκολεύει αρκετά τον εγκέφαλο μας ο
οποίος έχει μάθει να αισθάνεται ασφάλεια μόνο σε γνώριμες
καταστάσεις. Ειδικά κι αν έχουμε περάσει και ορισμένες δύσκολες
στιγμές , αποφεύγουμε να κάνουμε το βήμα και να ξεπεράσουμε τον
εαυτό μας και προτιμούμε να καθόμαστε τα βράδια πίσω από την
ασφάλεια του Netflix και της οθόνης του κινητού.
Το πιο σημαντικό από όλα είναι να κανονικοποιήσουμε την
ευαλωτότητα και τα συναισθήματά μας και να μην τα
δαιμονοποιούμε με την παραμικρή ευκαιρία. Άλλωστε η ομορφιά
κρύβεται στην ευαλωτότητα και όχι στην τελειότητα.

Συγγραφή: Ειρήνη – Μπισιώτη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης