Category: <span>ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ</span>

Για τις ζωές, που δεν ζήσαμε…

Είναι ένα καλοκαιρινό βράδυ από εκείνα που δεν θέλεις να τελειώσουν- με το καλοκαιρινό του αεράκι, την καλύτερη παρέα και ένα από τα αγαπημένα μου κρασιά. Κάπου λοιπόν ανάμεσα σε όλη την θεματολογία που προηγήθηκε, ήρθε η συζήτηση στις επιλογές που έχουμε κάνει και στο πολύ κοινό «τι θα γινόταν αν…».

Κι ενώ πολλοί από εμάς συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι ο χρόνος πίσω δεν γυρνά, υπάρχει κι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που βιώνει αυτό το σιωπηλό πένθος – το πένθος για όσα δεν συνέβησαν.

Για εκείνη την σχέση που δεν προχώρησε.

Για εκείνη την δουλειά που ονειρευτήκαμε αλλά δεν διεκδικήσαμε.

Για την εκδοχή του εαυτού μας που ίσως υπήρχε μέσα σε μια διαφορετική επιλογή την οποία δεν καταφέραμε να «αγγίξουμε».

Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: μπορούμε να ξέρουμε εάν η ζωή που φανταζόμαστε θα ήταν πράγματι καλύτερη από αυτή την οποία ζούμε;

Το μυαλό μας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να επιστρέφει σε δρόμους που δεν επιλέξαμε και να δημιουργεί μία εναλλακτική εκδοχή της ζωής την οποία στη συνέχεια ιδανικοποιούμε καθώς δεν έχουμε πραγματικά δεδομένα γι’ αυτή. Συγκρίνουμε την πραγματική μας ζωή με μία φαντασιακή της εκδοχή στην οποία έχουμε κρατήσει μόνο όσα θα επιθυμούσαμε να έχουν συμβεί, χωρίς να γνωρίζουμε στην πραγματικότητα αν θα ήμασταν επί της ουσίας καλύτερα. Έχουμε πείσει τον εαυτό μας πως «θα ήμουν καλύτερα» αντί να λέμε πως «θα μπορούσα να είναι διαφορετικά».

Ξέρεις, κάθε σημαντική επιλογή που πραγματοποιούμε δημιουργεί έναν μικρό αποχαιρετισμό στις άλλες πιθανότητες. Κάθε «ναι» που λέμε στη ζωή μας κρύβει μέσα του ένα μικρό «όχι» σε κάτι άλλο, και κάθε «όχι» που τολμάμε να πούμε, ανοίγει χώρο για ένα διαφορετικό «ναι».

Επιλέγοντας λοιπόν έναν δρόμο, αφήνουμε πίσω όλους τους δρόμους που θα μπορούσαμε να έχουμε επιλέξει, αποχαιρετώντας με αυτό τον τρόπο και πιθανές εκδοχές του εαυτού μας. Και ίσως να είναι αυτό που μας πληγώνει περισσότερο – όλες εκείνες οι εκδοχές του εαυτού μας που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί πως, για να «απαλύνουμε» μία ενδεχόμενη θλίψη μέσα μας, δεν χρειάζεται να πείσουμε τον εαυτό μας πως «όλα έγιναν για κάποιο λόγο» ούτε ότι όποια απόφαση που πήραμε ήταν σωστή. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κάποιες επιλογές μας κόστισαν, ότι ίσως χάσαμε στην πορεία ορισμένα πράγματα, ίσως υπάρχουν ζωές που δεν θα μάθουμε ποτέ πώς θα ήταν αλλά ταυτόχρονα να δεχτούμε ότι η ζωή δεν είναι ένα τεστ στο οποίο υπάρχει μόνο μία σωστή απάντηση.

Ο σημερινός μας εαυτός κοιτάζει τον παλιό με περισσότερη γνώση, αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο παλιός εαυτός μπορούσε να γνωρίζει όσα εμείς γνωρίζουμε σήμερα.

Ίσως, τελικά, δεν χρειάζεται να επιστρέφουμε στο παρελθόν για να αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε να είχαμε επιλέξει διαφορετικά. Ο άνθρωπος που είμαστε σήμερα γνωρίζει πράγματα που τότε δεν γνωρίζαμε, βλέπει καθαρότερα όσα κάποτε ήταν θολά και καταλαβαίνει διαφορετικά όσα τότε έμοιαζαν αδύνατο να κατανοηθούν.

Αυτό όμως δεν κάνει τον παλιό μας εαυτό λιγότερο σοφό· τον κάνει απλώς άνθρωπο που αποφάσιζε με τα δεδομένα, τις ανάγκες, τους φόβους και τις δυνατότητες που είχε τότε.

Ίσως η συμφιλίωση με τις ζωές που δεν ζήσαμε να αρχίζει ακριβώς εκεί: όχι όταν βεβαιωθούμε πως πήραμε πάντα τις σωστές αποφάσεις, αλλά όταν πάψουμε να απαιτούμε από τον παλιό μας εαυτό να είχε τη γνώση του σημερινού.

Γιατί κάθε επιλογή κλείνει έναν δρόμο, αλλά δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε μια ζωή που χάσαμε. Μπορεί να γίνει απλώς η ζωή
που, με όσα τότε μπορούσαμε να γνωρίζουμε, επιλέξαμε να ζήσουμε.

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

إ

Μία ζωή που σου ταιριάζει δεν χρειάζεται να φαίνεται εντυπωσιακή.

Αρκετά συχνά, παρατηρείται πως στις περισσότερες συζητήσεις που αφορούν την προσωπική πορεία ενός ανθρώπου, έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε την «καλή ζωή» μέσα από συγκεκριμένα σημάδια: μια ενδιαφέρουσα δουλειά, ταξίδια, οικονομική άνεση, κοινωνική ζωή, ένα όμορφο σπίτι. Πιστεύουμε πως όσο περισσότερα από τα παραπάνω υπάρχουν, τόσο πιο πολλές είναι οι
πιθανότητες ο άλλος να «τα έχει καταφέρει στη ζωή».

Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι, πόσα από τα παραπάνω κριτήρια είναι δικά μας κριτήρια ευτυχίας και πόσα έχουμε μάθει να τα θεωρούμε σημαντικά επειδή τα βλέπουμε στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, η κοινωνική σύγκριση είναι ένας φυσικός τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να καταλάβουμε τον εαυτό μας: παρατηρούμε τους άλλους για να αξιολογήσουμε τις ικανότητες, τις επιλογές, την πορεία ή την θέση μας. Η σύγκριση ομολογουμένως είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά όταν γίνεται ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο μετράμε την αξία μας, αρχίζει πλέον και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Πόσες φορές άλλωστε, ειδικά τώρα το καλοκαίρι βλέποντας αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχεις καταλήξει στο εξής συμπέρασμα : «εκείνος καταφέρνει και πάει σε πολλά μέρη διακοπές – άρα βρίσκεται μπροστά – άρα εγώ είμαι αρκετά πίσω – άρα δεν τα έχω καταφέρει.»

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις αμέτρητες φωτογραφίες και στις πολλαπλές εκδοχές που μας παρουσιάζει ο κοινωνικός περίγυρος για την προσωπική ζωή του καθενός, εμείς χανόμαστε ανάμεσα σε συγκρίσεις και σε μία διαρκή υποτίμηση του εαυτού, καθώς δεν έχουμε ακόμα καταφέρει αυτή την πολυπόθητη «καλή ζωή». Αρνούμαστε πεισματικά να καταλάβουμε πως μία «τέλεια» εικόνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκτός του ότι δεν συνεπάγεται αυτόματα με την καλή ζωή, πολύ πιθανό εμάς τους ίδιους να μην μας κάνει ευτυχισμένους βαθιά μέσα μας.

Κι ενδεχομένως σε αυτό το σημείο, το πραγματικό μας ζήτημα να μην είναι η σύγκριση καθεαυτή, αλλά η δυσκολία μέσα στην τόση βαβούρα της καθημερινότητας να βρούμε από που πραγματικά αντλούμε χαρά σε αυτή την ζωή.

Γεμίζουμε το feed στην αρχική και το μυαλό μας με βίντεο που μας «υποδεικνύουν» πώς θα αποκτήσουμε το «ευ ζειν» χωρίς να έχουμε πλήρως κατανοήσει τι σημαίνει πρώτα για εμάς τους ίδιους να ζούμε μία «ποιοτική ζωή». Πρωινές ρουτίνες, παραγωγικότητα, ταξίδια γυμναστική, self care, στόχοι, επιτυχία. Κι ενώ όλα τα παραπάνω μπορεί πράγματι να έχουν αξία, κάπου ανάμεσα σε τόσες εικόνες αρχίζουμε και υιοθετούμε έναν έτοιμο ορισμό για το τι σημαίνει να ζούμε καλά πριν προλάβουμε να αναρωτηθούμε τι σημαίνει για εμάς «καλή ζωή».

Στην πραγματικότητα, μπορεί να κυνηγάμε συνεχώς μία ζωή που φαίνεται γεμάτη, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που χρειαζόμαστε είναι απλά μία ζωή που να μας γεμίζει. Τείνουμε να «δαιμονοποιούμε» οτιδήποτε φαινομενικά μοιάζει απλό λιτό κι απέριττο ενώ ταυτόχρονα η εποχή στην οποία ζούμε δείχνει πως έχει πολύ μεγάλη ανάγκη από μία ζωή απαλλαγμένη από τα
«βάρη» του παρελθόντος. Αναζητούμε σε κάθε μας φωτογραφία και εικόνα το «παραδοσιακό» το αυθεντικό ενώ επί της ουσίας η επιλογή του τρόπου ζωής μας είναι ακριβώς το αντίθετο.

Τότε λοιπόν, εάν καταφέρουμε και ηρεμήσουμε και πάρουμε λίγο χρόνο για τον εαυτό μας, η κρυφή μας επιθυμία για ένα άλλο είδος ζωής θα εμφανιστεί και ίσως μας πιάσει λίγο απροετοίμαστους στην τέλεια εικόνα που έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε.

Και ίσως το πρώτο βήμα δεν είναι να προσθέσουμε κάτι ακόμα στην λίστα μας, αλλά να σταματήσουμε για λίγο και να αναρωτηθούμε : Αν δεν υπήρχε κανείς για να εντυπωσιάσεις, θα εξακολουθούσες να θέλεις την ίδια ζωή;

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πότε Σταματήσαμε να Προσπαθούμε?

Ήμουν πρόσφατα στο πατρικό μου και βοηθούσα την μαμά μου απλώνοντας ορισμένα ρούχα. Στο
τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι λοιπόν, είχα αφήσει ορισμένα μανταλάκια τα οποία πίστευα πως έχουν
χαλάσει- με σκοπό να τα πετάξω. Μπαίνοντας μέσα, με σταματάει η μητέρα μου και με μία φυσικότητα
μου λέει: « Δεν χρειάζεται να τα πετάξεις. Μπορούμε να τα φτιάξουμε να ! τόσο απλά!», και με δυο- τρεις
κινήσεις τα μανταλάκια έκαναν ξανά τη δουλειά τους.

Έμεινα για ένα πεντάλεπτο να κρατάω τα μανταλάκια και να σκέφτομαι: «Άραγε, πόσα πράγματα, πόσες
σχέσεις, πόσους ανθρώπους έχουμε βιαστεί να πετάξουμε σαν να ήταν χαλασμένα αντικείμενα; Και
πόσες φορές φύγαμε όχι επειδή δεν υπήρχε αγάπη, αλλά επειδή δεν υπήρχε υπομονή;»

Σε μία εποχή ραγδαίας αύξησης του χρόνου τον οποίο επενδύουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι
φυσικό κι επόμενο να αυξάνονται και οι ψευδαισθήσεις της «τέλειας εικόνας» που βλέπουμε με
αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διαχωρίσουμε τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Εικόνες από αγαπημένα
ζευγάρια, video που εξιστορούν ρομαντικές ιστορίες γνωριμίας σε συνδυασμό με ρομαντικές πράξεις
αγάπης, μας απομακρύνουν όλο και πιο πολύ από την ρεαλιστική εικόνα των σχέσεων με αποτέλεσμα
να αυξάνονται όλο και περισσότερο οι προσδοκίες τόσο από εμάς τους ίδιους όσο και από το άλλο μέλος
της σχέσης.

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η υπέρμετρη έκθεσή μας στα social media, ενισχύει την ψευδαίσθηση
ότι υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο εκεί έξω και δεν χρειάζεται να «αναλωνόμαστε» και να δυσκολεύουμε τη
ζωή μας περαιτέρω. Έτσι, οδηγούμαστε στην «κάθετη κατάταξη των ανθρώπων» σύμφωνα με την οποία
συγκρίνουμε τους ανθρώπους με βάση ποιος είναι καλύτερος από τον άλλον, ψάχνοντας μανιωδώς για
το «τέλειο».

Ίσως, δεν φεύγουμε από μία σχέση πάντα επειδή κάτι χάλασε πραγματικά. Ίσως φεύγουμε επειδή
πιστεύουμε πως λίγο πιο πέρα μάς περιμένει κάτι πιο εύκολο, πιο τέλειο, πιο βολικό.
Η αλήθεια είναι πως τη σημερινή εποχή, αναζητάμε ως επί το πλείστον σύνδεση αλλά χωρίς κόπο. Σε
σύγκριση με τα παλαιότερα χρόνια, μπορεί να επωφελούμαστε από πολλές ευκολίες στην
καθημερινότητα όμως η απουσία σύνδεσης με τις δουλειές στη φύση και η ολοήμερη εργασία στο
γραφείο δεν είναι καθόλου βοηθητική για το νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία.

Είναι τόσο πολλά τα ερεθίσματα τα οποία δεχόμαστε καθημερινά κι έχουν αλλάξει τόσο ραγδαία οι
απαιτήσεις της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία παραπάνω ενέργεια για
ουσιαστική σύνδεση. Εξακολουθούμε να αναζητούμε με κάθε τρόπο την κοντινότητα και την αγάπη, μας
λείπει όμως η ψυχική διαθεσιμότητα. Έτσι, μας αρέσει η αρχή των σχέσεων γιατί όλα κυλούν αβίαστα,
όμως ζοριζόμαστε όταν τελειώσει η ευκολία και ξεκινήσει η επιλογή να μείνεις. Επιθυμούμε σύνδεση,
αλλά χωρίς κόπο.Θέλουμε κατανόηση χωρίς συζήτηση, διάρκεια χωρίς υπομονή, εγγύτητα χωρίς
ευαλωτότητα.

Και κάπου εκεί, στο παιχνίδι της σύνδεσης, έρχονται πολλοί και πετάνε στο τραπέζι την «καρτα» του/της
πληγωμένου, μία κάρτα , στην «ομπρέλα» της οποίας βάζουν οποιαδήποτε πράξη τους η οποία είναι μη
αποδεκτή – αδικαιολόγητη. Με απλά λόγια, χρησιμοποιούν ως δικαιολογία το γεγονός πως πληγώθηκαν
στο παρελθόν , καθώς το παραπάνω συμβάν ευθύνεται για την κακή συμπεριφορά τους στην επόμενη
σχέση.

Μάντεψε όμως – εκτός από το ότι αν όχι ΟΛΟΙ τότε οι περισσότεροι έχουμε πληγωθεί από προηγούμενες
σχέσεις, δεν είναι βοηθητικό για κανένα μέλος της σχέσης να θυματοποιείαι όταν ξεκινάνε τα δύσκολα. Η
ουσία της ζωής είναι να αναλαμβάνουμε την ατομική μας ευθύνη και να πορευόμαστε στις σχέσεις και όχι
να ρίχνουμε το φταίξιμο της πορείας μιας σχέσης σε μία άλλη.

Κλείνοντας, θα ολοκληρώσω χρησιμοποιώντας μία φράση που διάβασα πρόσφατα σύμφωνα με την
οποία: «Κάποτε οι άνθρωποι επισκεύαζαν. Σήμερα αντικαθιστούν.
Ίσως κάπου εκεί χάσαμε και την ικανότητα να μένουμε.»

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Όταν το “απλά μιλάμε” δεν είναι τόσο απλό

…Ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου και το διάστημα που είχαμε καθημερινή επικοινωνία μετρούσε λιγότερο από 6 μήνες. Η επικοινωνία μας περιλάμβανε από θεματολογία καθημερινότητας μέχρι τους βαθύτερους μας φόβους και τα όνειρά μας. Κάθε μας συζήτηση άνοιγε ένα «παράθυρο» στην φαντασία και ήταν σαν να ξεφεύγαμε και οι δύο από την βαρετή ρουτίνα. Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να μας επαναφέρω στην πραγματικότητα και τους δύο παίρνοντας την πρωτοβουλία να μιλήσω:

«Ξέρεις.. όσο μιλάμε τόσο μου αρέσει η επικοινωνία μας και τόσο ζορίζομαι να την σταματήσω και να προχωρήσω. Εσύ είσαι ήδη σε μία σχέση, έχεις βρει τον άνθρωπό σου, ήρθε η ώρα και για εμένα να μη ζω με αυταπάτες.»

«Αχ.. αν είχα βρει τον άνθρωπό μου πιστεύεις θα υπήρχε χώρος για την επικοινωνία μας; Eξάλλου δεν κάνουμε κάτι κακό-απλά μιλάμε!»

«Απλα μιλάμε..» πόσες φορές άραγε έχουμε πει και πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή την έκφραση; Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο ενώ επιλέγουμε να είμαστε σε μία σχέση ταυτόχρονα αναζητάμε την επικοινωνία κι από άλλους ανθρώπους; Σύμφωνα με την ψυχολογία, η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της αυτοεκτίμησης. Έτσι, όσο χαμηλή είναι η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη του για επιβεβαίωση ενώ αντιθέτως όσο πιο υψηλή είναι η αυτοεκτίμησή του τόσο λιγότερο έχει την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν ένα άτομο δεν λαμβάνει αρκετή συναισθηματική ανταπόκριση μέσα στη σχέση του, είναι πιθανό να την αναζητήσει εκτός αυτής — ακόμη και μέσα από φαινομενικά «αθώες» συνομιλίες μέχρι να λάβει την επιθυμητή επιβεβαίωση.

Πολύ συχνά παρατηρείται μάλιστα, πως ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού όχι απλώς αναζητά επιβεβαίωση μέσω της επικοινωνίας, αλλά «βασίζει» και την επιλογή συντρόφου στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό σημαίνει πως τις περισσότερες φορές η επιλογή συντρόφου γίνεται με βάση το κριτήριο της επιβεβαίωσης που μπορεί να μας δίνει το άλλο άτομο κι όχι με βάση την επιθυμία μας για το άλλο άτομο. Έτσι, αρκετά συχνά οι άνθρωποι επιλέγουμε πιο εύκολα ανθρώπους οι οποίοι μας επιβεβαιώνουν με κάθε αφορμή παρά ανθρώπους με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε καλύτερη χημεία αλλά δεν μας επιβεβαιώνουν με τον τρόπο
που επιθυμούμε.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πόσο «αθώα» είναι η καθημερινή επικοινωνία στο chat με άλλο άτομο όταν είμαστε σε σχέση;

Σε αυτό το σημείο, η σύγχρονη ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «micro-cheating» για να περιγράψει συμπεριφορές που δεν αποτελούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα συναισθηματικά όρια μιας σχέσης. Πρόκειται για μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην αθώα κοινωνική αλληλεπίδραση και την προδοσία της εμπιστοσύνης καθώς περιλαμβάνει φαινομενικά ασήμαντες συμπεριφορές που δεν συνιστούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία φλερτ, συναισθηματικής εγγύτητας
ή μυστικότητας προς τρίτα άτομα. Αυτές οι συμπεριφορές από μόνες τους μπορεί να φαίνονται «αθώες», αλλά αποκτούν
διαφορετικό νόημα όταν υπάρχει πρόθεση ή συναισθηματική επένδυση. Έτσι, ένα απλό μήνυμα μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αθώο, όταν όμως είναι μία πληροφορία την οποία κρύβουμε από την/τον σύντροφό μας, υπάρχει εκ μέρους μας η επιθυμία για περισσότερη επικοινωνία, δημιουργείται σύνδεση που ανταγωνίζεται την σχέση ή το τρίτο πρόσωπο αντικαθιστά την/τον
βασικό σύντροφο σε σημαντικές ανάγκες, τότε πιθανότατα έχει ήδη ξεπεραστεί ένα όριο. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι πιο εύκολη και άμεση από ποτέ, τα όρια στις σχέσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρα — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα. Το «μικρο-φλερτ» μπορεί να φαίνεται αθώο, όμως συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων αναγκών, επιθυμιών ή ελλείψεων.

Όπως και σε όλες τις σχέσεις έτσι και στις ερωτικές το σημαντικότερο όλων πέρα από τον αλληλοσεβασμό είναι να σκεφτόμαστε και να πράττουμε με ενσυναίσθηση προς το άλλο πρόσωπο- να αναρωτιόμαστε: πώς θα μου φαινόταν αυτή η συμπεριφορά αν την δεχόμουν εγώ;

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

It’s a Match… vol2! (ή αλλιώς περί ξεχωριστού)

Άλλο ένα καλοκαίρι που μας αποχαιρέτισε κλείνοντάς μας το μάτι πονηρά και το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου πήρε τη θέση του σαν απαλό χάδι.

Κι ενώ μπορώ να μακρηγορώ για (αρκετές) ώρες και να ρομαντικοποιήσω κάθε μου σκέψη μέχρι να αποφασίσω να «μπω στο ψητό», αναρωτιέμαι το εξής: μήπως στην αναζήτηση αυτού του «μοναδικού»- συναισθήματος και στο όνομα του «ρομαντισμού» δαιμονοποιήσαμε κάθετι που στα μάτια μας δεν μοιάζει «ξεχωριστό»  ή «μαγικό» και χάσαμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων;

Κι εδώ φέρνω στο μυαλό μου τα μάτια της φίλης μου να λαμπυρίζουν πάνω από την οθόνη του κινητού – μόνο που αυτή η εικόνα είναι η μία όψη του νομίσματος, το χαμόγελο σε μία οθόνη. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως τα μάτια της έλαμπαν από την πρώτη στιγμή που γνώρισε έναν άνθρωπο και εξακολουθούν να λάμπουν ενώ έχουν περάσει αρκετές ημέρες. Αυτή την επικοινωνία και την σύνδεση που αναζητούσε τη βρήκε- πίσω από το πληκτρολόγιο μπορεί- όμως τη βρήκε. Άλλωστε ποιος μας υπογράφει πως οι εφαρμογές γνωριμιών είναι επιφανειακές κυρίως και ποιος μας επιβεβαιώνει πως αν κάνουμε μία γνωριμία από κοντά θα είναι πιο ουσιαστική;

 

Μη μου πεις πως δεν σου έχει συμβεί κι εσένα να ξεκινάς μία κουβέντα με έναν άνθρωπο μέσα από τα σόσιαλ και να εξελιχθεί τόσο ραγδαία που να ξενυχτάς με το κινητό δίπλα από το κεφάλι σου, να περιμένεις διακαώς μήνυμα του και όταν έρχεται η ώρα να συναντηθείτε η καρδιά σου να χτυπάει όπως τότε στο σχολείο.

 

Άραγε αυτό δεν είναι «μαγικό» συναίσθημα;;

Ή μήπως το ότι οι δρόμοι σας συναντήθηκαν «ιντερνετικά» μειώνει την ένταση του συναισθήματος;

 

Άραγε πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει από κοντά με τις ιδανικότερες συνθήκες – το τέλειο μέρος την ιδανική στιγμή κι εν τέλει οι γνωριμίες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά;

Ή μήπως επειδή ήταν το «τέλειο timing» και γνωριστήκατε με τις κατάλληλες προϋποθέσεις προμήνυε πως θα έχει οπωσδήποτε αίσιο τέλος;

Κι όσο κρατάμε το ΙΔΙΟ νόμισμα στο χέρι υποστηρίζοντας διαφορετική πλευρά ο καθένας, τόσο χάνουμε το ίδιο το νόημα.

Όσο εύκολο είναι να επιλέγεις από τη «βολή» του σπιτιού σου το επόμενο σου date, άλλο τόσο εύκολο είναι να απορρίπτεις οτιδήποτε νέο σε ξεβολεύει και να ρίχνεις την ευθύνη στις εποχές που έχουν αλλάξει. Ταυτόχρονα όσο δύσκολο είναι να βγείς από το «καβούκι» σου ραντεβού με έναν άγνωστο που έχετε επικοινωνήσει μόνο διαδικτυακά, τόσο δύσκολο είναι να τολμήσεις να πας να μιλήσεις στην άλλη άκρη του μπαρ στο άτομο που σου αρέσει.

Η μόνη ερώτηση που τελικά αξίζει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι (πρώτα)  στον εαυτό μας και μετά στον άλλο είναι η εξής:

 

-Θες;

(-Θέλω.)

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Εσύ που πήγες διακοπές;

Την καλοκαιρινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός πως οπουδήποτε κι αν βρεθείς μία είναι η «must» ερώτηση: «εσύ πού πήγες διακοπές φέτος;» Κι ενώ μοιάζει σαν μία απλή ερώτηση για να έρθεις κοντά με τον συνομιλητή σου και να ξεκινήσει μία κουβέντα, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου ενώ έξω ο ήλιος λάμπει και φωτίζει το σύμπαν γύρω μας , μέσα μας έχει ήδη ξεκινήσει για τα καλά η «κακοκαιρία»…;

Ομολογουμένως, το καλοκαίρι είναι μία περίοδος που όλοι -λίγο πολύ την έχουμε στο μυαλό μας ως πιο ανάλαφρη και χαλαρή : βουτιές μέχρι να δύσει ο ήλιος, βόλτες βραδινές στα σοκάκια ενός νησιού, ταβερνάκια , παρέα , φίλοι , θερινά και τα σχετικά. Οι προσδοκίες μας είναι τόσο υψηλές που επιστρέφοντας συχνά από τις διακοπές αντί να αισθανόμαστε «γεμάτοι», αισθανόμαστε όλο και μεγαλύτερο κενό κι ένα αίσθημα ανικανοποίητου, καθώς κάθε χρόνο ανεβάζουμε όλο και πιο ψηλά τον πήχη για τις επικείμενες ημέρες άδειας μας. Κι ενώ έχουμε προγραμματίσει λεπτομερώς τις διακοπές μας , στο τέλος κάτι μοιάζει να μη μας ταίριαξε και φέτος- σαν κάτι πάλι να έλειπε κι αυτή τη χρονιά.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να πούμε πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία , όταν η καθημερινή ρουτίνα δεν μας ικανοποιεί , δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση λίγες ημέρες διακοπών να βελτιώσουν τη ζωή μας. Από την άλλη, αρκετά συχνά παρατηρείται πως οι άνθρωποι αντί να είμαστε σε επικοινωνία με τον εαυτό, χανόμαστε κάπου στη «βαβούρα» του κόσμου και δεν έχουμε πραγματική εικόνα του τι μπορεί να χρειαζόμαστε την κάθε χρονική στιγμή.

Ακόμα κι αν έχουμε εικόνα των πραγματικών μας επιθυμιών, αρκετά συχνά μπορεί να αισθανόμαστε ενοχές που δεν ζούμε το καλοκαίρι όπως θα έπρεπε. Σε συνδυασμό με το παραπάνω , το κερασάκι στην τούρτα είναι και τα φιλικά μας πρόσωπα που συχνά δεν μπορούν να αποδεχτούν τη δική μας επιθυμία για κάτι το διαφορετικό και εν τέλει υποκύπτουμε με την εξής κλασική ατάκα «καλοκαίρι είναι κι εσύ θα μείνεις μέσα;»

Χρειάζεται πρώτα εμείς οι ίδιοι να απενοχοποιήσουμε την επιθυμία μας και να τη σεβαστούμε για να τη σεβαστούν και οι γύρω μας. Κάποιοι από εμάς μπορεί το καλοκαίρι να μη θέλουν να το περάσουν στην παραλία , άλλοι μπορεί την Πρωτοχρονιά μπορεί να θέλουν να την περάσουν μόνοι με ταινία ή ακόμα και τα γενέθλια να μη θέλουν να τα γιορτάσουν και όλο αυτό είναι υγιές και δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής ασθένειας όπως πολλοί βιάζονται να πουν.

Χρειάζεται να θυμόμαστε πως οι διακοπές δεν υπάρχουν για να συντάσσονται με τα «πρέπει» μας , αλλά για να ακολουθούν τα «θέλω» μας και μόνο.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο να αναφέρουμε πως ακόμα κι αν τύχουν απρόοπτα στις διακοπές ακόμα και δεν ικανοποιηθούν οι προσδοκίες, ακόμα κι όταν έχω ανάγκη να συμβούν πολλές “σωτήριες” και ενδυναμωτικές καταστάσεις μέσα σε μια εβδομάδα με δέκα ημέρες και αυτές δεν συμβαίνουν, ακόμα και τότε μπορώ να προσπαθώ να κάνω μικρές “διακοπές” καθημερινά προσθέτοντας στη  ρουτίνα μου κάτι πολύ μικρό που με ικανοποιεί για να αντέχω καλύτερα τις “κακοκαιρίες” που θα έρθουν.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

IT’S A MATCH!

Είναι καλοκαίρι, από εκείνες τις μαγευτικές βραδιές όπου η θέα του φεγγαριού σε συνδυασμό με την ηρεμία της θάλασσας ηρεμούν κάθε ενοχλητική «φωνούλα» του μυαλού σου – όχι όμως εκείνη της φίλης σου που είναι μαζί και ζητωκραυγάζει για τη νέα γνωριμία που μόλις ξεκίνησε από εφαρμογή γνωριμίας. Τα μάτια της λάμπουν όσο το κεφάλι της είναι σκυμένο πάνω από την οθόνη του κινητού και τα δάχτυλά της τρέχουν στο πληκτρολόγιο πιο γρήγορα ακόμα κι από τη σκέψη της. Την κοιτάζω με ένα αμήχανο χαμόγελο – συνδυασμό χαράς και ταυτόχρονα απορίας: έτσι θα φλερτάρουμε τελικά;;

Σε μία εποχή όπου όλα εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, είναι φυσικό κι επόμενο και ο τομέας του «φλερτ» να περάσει στην εικονική πραγματικότητα. Λίγο η καραντίνα που μας «συνήθισε» σε νέους τρόπους γνωριμιών, λίγο ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος στην καθημερινότητα λίγο η εσωστρέφεια ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού μας οδήγησαν στον «εύκολο» δρόμο της γνωριμίας μέσω εφαρμογών.

Με το πάτημα ενός και μόνο «πλήκτρου» έχεις στην οθόνη του κινητού σου μία πληθώρα επιλογών για να επιλέξεις με τι ακριβώς θέλεις να ασχοληθείς. Φωτογραφίες που διαδέχονται η μία την άλλη , πληροφορίες για hobby , ενδιαφέροντα ακόμα και για τον χαρακτήρα.

«Kαι με το vibe τι γίνεται ;;»

«Ε μα αυτός είναι ο σκοπός! Να σου «κεντρίσει» το ενδιαφέρον η εμφάνιση και μετά να βγείς ραντεβού!» μου απάντησε με μία φυσικότητα η φίλη μου προτρέποντάς με να κατεβάσω κι εγώ την εφαρμογή γιατί όπως λέει αυτός είναι ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ νέος τρόπος γνωριμιών!

Και όλη αυτή η μαγεία να εξερευνήσεις το  «άγνωστο» που πήγε..;

Και εκείνα τα κρύα βράδια του χειμώνα που έμπαινες τρέχοντας στη ζέστη του αγαπημένου σου μπαρ για να μην κρυώσεις και εκείνη τη φορά που  σήκωσες το βλέμμα σου , ένιωσες «κάτι» στον αέρα..;

Και εκείνη την ημέρα στην παραλία όπου δεν είχες σκοπό να πας αλλά όταν έφτασες, ένιωσες πάλι αυτό το «κάτι»..;

Kαι εκείνη η μέρα όπου ενώ είχες σκοπό να γυρίσεις σπίτι τα πλάνα άλλαξαν γιατί προστέθηκε αυτό το «κάτι» στον ορίζοντα ..;

Και άλλα τόσα.. κι αν τα παραπάνω δεν είναι πλέον αυτό το «κάτι» που νοστιμεύει το φαγητό τότε τι είναι ;

«Ουτοπία!» μου απάντησε.

-Ή και όχι.-

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης