It’s a Match… vol2! (ή αλλιώς περί ξεχωριστού)
Άλλο ένα καλοκαίρι που μας αποχαιρέτισε κλείνοντάς μας το μάτι πονηρά και το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου πήρε τη θέση του σαν απαλό χάδι.
Κι ενώ μπορώ να μακρηγορώ για (αρκετές) ώρες και να ρομαντικοποιήσω κάθε μου σκέψη μέχρι να αποφασίσω να «μπω στο ψητό», αναρωτιέμαι το εξής: μήπως στην αναζήτηση αυτού του «μοναδικού»- συναισθήματος και στο όνομα του «ρομαντισμού» δαιμονοποιήσαμε κάθετι που στα μάτια μας δεν μοιάζει «ξεχωριστό» ή «μαγικό» και χάσαμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων;
Κι εδώ φέρνω στο μυαλό μου τα μάτια της φίλης μου να λαμπυρίζουν πάνω από την οθόνη του κινητού – μόνο που αυτή η εικόνα είναι η μία όψη του νομίσματος, το χαμόγελο σε μία οθόνη. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως τα μάτια της έλαμπαν από την πρώτη στιγμή που γνώρισε έναν άνθρωπο και εξακολουθούν να λάμπουν ενώ έχουν περάσει αρκετές ημέρες. Αυτή την επικοινωνία και την σύνδεση που αναζητούσε τη βρήκε- πίσω από το πληκτρολόγιο μπορεί- όμως τη βρήκε. Άλλωστε ποιος μας υπογράφει πως οι εφαρμογές γνωριμιών είναι επιφανειακές κυρίως και ποιος μας επιβεβαιώνει πως αν κάνουμε μία γνωριμία από κοντά θα είναι πιο ουσιαστική;
Μη μου πεις πως δεν σου έχει συμβεί κι εσένα να ξεκινάς μία κουβέντα με έναν άνθρωπο μέσα από τα σόσιαλ και να εξελιχθεί τόσο ραγδαία που να ξενυχτάς με το κινητό δίπλα από το κεφάλι σου, να περιμένεις διακαώς μήνυμα του και όταν έρχεται η ώρα να συναντηθείτε η καρδιά σου να χτυπάει όπως τότε στο σχολείο.
Άραγε αυτό δεν είναι «μαγικό» συναίσθημα;;
Ή μήπως το ότι οι δρόμοι σας συναντήθηκαν «ιντερνετικά» μειώνει την ένταση του συναισθήματος;
Άραγε πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει από κοντά με τις ιδανικότερες συνθήκες – το τέλειο μέρος την ιδανική στιγμή κι εν τέλει οι γνωριμίες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά;
Ή μήπως επειδή ήταν το «τέλειο timing» και γνωριστήκατε με τις κατάλληλες προϋποθέσεις προμήνυε πως θα έχει οπωσδήποτε αίσιο τέλος;
Κι όσο κρατάμε το ΙΔΙΟ νόμισμα στο χέρι υποστηρίζοντας διαφορετική πλευρά ο καθένας, τόσο χάνουμε το ίδιο το νόημα.
Όσο εύκολο είναι να επιλέγεις από τη «βολή» του σπιτιού σου το επόμενο σου date, άλλο τόσο εύκολο είναι να απορρίπτεις οτιδήποτε νέο σε ξεβολεύει και να ρίχνεις την ευθύνη στις εποχές που έχουν αλλάξει. Ταυτόχρονα όσο δύσκολο είναι να βγείς από το «καβούκι» σου ραντεβού με έναν άγνωστο που έχετε επικοινωνήσει μόνο διαδικτυακά, τόσο δύσκολο είναι να τολμήσεις να πας να μιλήσεις στην άλλη άκρη του μπαρ στο άτομο που σου αρέσει.
Η μόνη ερώτηση που τελικά αξίζει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι (πρώτα) στον εαυτό μας και μετά στον άλλο είναι η εξής:
-Θες;
(-Θέλω.)
Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης