BLOG

Δεκάδες άρθρα . Βελτιώστε τον τρόπο ζωής σας!

Σήμερα … γάμος γίνεται!

Καλώς ήρθαμε επισήμως στην εποχή των γάμων: την περίοδο που τα Σαββατοκύριακα κλείνουνμήνες πριν, τα stories γεμίζουν νυφικά και first dances, και όλοι —με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — παρασυρόμαστε σε μία πιο εορταστική διάθεση. Είτε είσαι ο πρωταγωνιστής αυτού του έργου είτε ένας απλός καλεσμένος, θα έχεις σίγουρα αισθανθεί πως ορισμένες φορές μέσα σε όλη
αυτή την γιορτινή ατμόσφαιρα κάτι μέσα σου διαμαρτύρεται , σαν κάτι να προσπαθεί να σου πεί η μικρή αυτή φωνούλα την οποία συχνά έχεις σε σίγαση.

Και κάπου εκεί αναρωτιέσαι: πώς είναι δυνατόν μία τέτοια ημέρα χαράς να εμφανίζονται δυσάρεστα συναισθήματα;

Ξέρεις, η επιλογή να μιλήσω συγκεκριμένα για τους γάμους αφενός έγκειται στην άνεση που έχει συχνά ο περίγυρος να «εισβάλει» στην προσωπική σου ζωή με αφορμή το χαρμόσυνο αυτό γεγονός κι αφετέρου, το μέγεθος της αξίας που προσδίδουμε κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην πρόταση γάμου και σε όλη την τελετή. Από την μία λοιπόν έχεις αυτή την κοινωνική πίεση που κορυφώνεται στο τραπέζι του γάμου (ειδικά αν είσαι ελεύθερη γυναίκα και δεν θέλεις να πιάσεις την ανθοδέσμη) κι από την άλλη βλέποντας τόσες εικόνες στα σόσιαλ με «ιδανικές» προτάσεις και γάμους αρχίζεις κι αισθάνεσαι σαν την μύγα μες στο γάλα είτε επειδή μπορεί να μην το επιθυμείς αυτό είτε επειδή μπορεί να φοβάσαι πως δεν θα το βιώσεις ποτέ όλο αυτό (ξεχνώντας για ακόμα μία φορά τον ψεύτικο κόσμο των σόσιαλ).

Συχνά όμως, εκτός από το πρώτο – «επιφανειακό» επίπεδο που ενδεχομένως μπορεί να μας δυσκολεύει σε τέτοιου είδους κοινωνικές εκδηλώσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο κομμάτι μας το οποίο πολύ συχνά παίζει σημαντικό ρόλο στην συναισθηματική μας δυσκολία κι αυτό εξαρτάται με τον τρόπο που έχουμε συνδέσει τον γάμο μέσα μας. Είναι εκείνα τα καταλυτικά γεγονότα τα οποία «χρωματίζουν» την άποψη και την εικόνα που έχουμε για τις κοινωνικές εκδηλώσεις χωρίς απαραίτητα να έχουμε υπάρξει στο παρελθόν πρωταγωνιστές τους. Ένας δύσκολος ή και δυστυχισμένος γάμος των γονιών μας ή στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, ένας υποσυνείδητος φόβος δέσμευσης, κοινωνικό άγχος ή ακόμα και μία απώλεια ενός πολύ κοντινού μας προσώπου μπορεί να δημιουργήσουν μία «γκρίζα» εικόνα για τον γάμο χωρίς να έχουμε πάντα την πλήρη εικόνα του συναισθήματός μας αυτού. Αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και την κοινωνική πίεση που βιώνουμε ως προς τον γάμο τότε μάλλον εξηγείται μία ενδεχόμενη
δυσαρέσκεια ως προς το μυστήριο αυτό.

Και ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η ουσία: όχι στο ίδιο το γεγονός, αλλά σε όσα αυτό ξυπνά μέσα μας. Γιατί ο γάμος, πέρα από μία κοινωνική τελετή ή μία προσωπική επιλογή, λειτουργεί πολλές φορές σαν ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που μας φέρνει αντιμέτωπους με κομμάτια του εαυτού μας που στην καθημερινότητα καταφέρνουμε να κρατάμε στο περιθώριο. Επιθυμίες που
δεν έχουμε παραδεχτεί, φόβοι που δεν έχουμε επεξεργαστεί, απώλειες που δεν έχουμε πενθήσει, ανάγκες που ίσως έχουμε μάθει να υποτιμούμε.

Για κάποιους, επίσης, ένας γάμος μπορεί να ενεργοποιεί έντονα το αίσθημα της σύγκρισης. Εκείνη την εσωτερική διαδικασία όπου, σχεδόν αυτόματα, αρχίζουμε να τοποθετούμε τη ζωή μας δίπλα στη ζωή των άλλων. «Εκείνος προχώρησε», «εκείνη βρήκε τον άνθρωπό της», «όλοι γύρω μου χτίζουν κάτι κι εγώ ακόμα ψάχνω». Και κάπως έτσι, μία μέρα που κανονικά έχει φτιαχτεί για να γιορτάζει την ένωση δύο ανθρώπων, μετατρέπεται μέσα μας σε μία σιωπηλή υπενθύμιση όλων όσων νιώθουμε ότι δεν έχουμε κατακτήσει. Αυτό όμως που συχνά ξεχνάμε είναι πως η σύγκριση δεν γίνεται ποτέ με ίσους όρους. Δεν συγκρίνουμε την εσωτερική μας πραγματικότητα με την εσωτερική πραγματικότητα του άλλου· συγκρίνουμε τις ανασφάλειες, τις αμφιβολίες και τις πληγές μας με μία εξωτερική εικόνα, συχνά φιλτραρισμένη, κοινωνικά επιμελημένη και προσαρμοσμένη σε αυτό που θεωρείται αποδεκτό ή επιθυμητό. Και ειδικά στην εποχή των σοσιαλ, αυτή η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στην εικόνα γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Παράλληλα, ο γάμος κουβαλά έναν ισχυρό κοινωνικό συμβολισμό. Δεν είναι απλώς μία σχέση που επισημοποιείται· είναι για πολλούς η επιβεβαίωση ότι «τα κατάφερες», ότι βρήκες τον άνθρωπό σου, ότι προχωράς όπως «πρέπει». Αυτή η κοινωνική κατασκευή, όσο βαθιά ριζωμένη κι αν είναι, μπορεί να γίνει ασφυκτική για όποιον είτε δεν βρίσκεται σε αυτή τη φάση είτε δεν είναι καν σίγουρος αν την επιθυμεί. Και εκεί ακριβώς γεννιέται μία εσωτερική σύγκρουση: θέλω πραγματικά αυτό που βλέπω ή έχω μάθει ότι πρέπει να το θέλω;

Πολλές φορές η δυσκολία δεν έχει να κάνει με τη μοναξιά, αλλά με την αίσθηση της απόκλισης. Με το ότι η προσωπική μας διαδρομή μοιάζει να μην συγχρονίζεται με το συλλογικό «χρονοδιάγραμμα». Και αυτό μπορεί να φέρει ντροπή, άγχος ή και αμφισβήτηση για τις επιλογές μας. Όμως η ζωή δεν εξελίσσεται γραμμικά, ούτε υπάρχει μία κοινή σωστή πορεία για όλους. Το ότι κάποιος παντρεύεται σήμερα δεν σημαίνει ότι είναι πιο ολοκληρωμένος. Και το ότι εσύ δεν βρίσκεσαι εκεί —ή δεν θέλεις να βρεθείς— δεν σημαίνει ότι υστερείς.

Ίσως λοιπόν η δυσφορία που μπορεί να εμφανιστεί σε έναν γάμο να μην είναι κάτι που πρέπει να διώξουμε βιαστικά ή να ντραπούμε γι’ αυτό. Ίσως είναι μία ευκαιρία να ακούσουμε λίγο πιο προσεκτικά εκείνη τη μικρή φωνή που τόση ώρα προσπαθεί να ακουστεί. Να αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας βαραίνει: μία ανεκπλήρωτη επιθυμία; ένας φόβος; μία πληγή από το παρελθόν; ή απλώς η πίεση να χωρέσουμε σε μία ζωή που δεν είναι απαραίτητα δική μας;

Γιατί τελικά, η ωριμότητα δεν βρίσκεται στο να ακολουθούμε μηχανικά όσα η κοινωνία μάς προτείνει ως ευτυχία, αλλά στο να έχουμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε τι σημαίνει ευτυχία για εμάς προσωπικά.

Και αυτό, πολλές φορές, είναι μία πολύ πιο δύσκολη —και πολύ πιο αληθινή— δέσμευση από οποιοδήποτε μυστήριο.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαίδευσης Αντλεριανής Προσέγγισης

Πανελλήνιες

Σε μία πρόσφατη συζήτηση που είχα και ρωτήθηκα ποια είναι η πρώτη μου ανάμνηση ματαίωσης, η πρώτη μου σκέψη ήταν οι πανελλήνιες.

Ήταν τότε που όλοι πίστευαν σε εμένα εκτός από εμένα.

Ήταν τότε που η ψυχή μου λαχταρούσε να ζήσει ΤΑ ΠΑΝΤΑ κι αντί γι αυτό την θέση της πήρε η αναβολή χρόνου.

Ήταν τότε που επιβράβευση λάμβαναν ΜΟΝΟ οι καλοί και διαβασμένοι μαθητές από ένα «βαθμοθηρικό» σχολείο.

Ήταν τότε που για πρώτη φορά ένιωσα πως η αξία μου μπορούσε να χωρέσει σε έναν αριθμό- πως ένα αποτέλεσμα είχε τη δύναμη να ορίσει το «μετά».

Και όταν αυτό το αποτέλεσμα δεν ήρθε όπως το είχα ονειρευτεί, ήρθε μαζί του η σιωπή, η σύγκριση, η ντροπή, η αίσθηση ότι όλοι προχωρούν κι εσύ μένεις πίσω.

Κι όμως, χρόνια μετά, μπορώ να δω καθαρά πως εκείνη η ματαίωση δεν ήταν το τέλος. Ήταν η πρώτη μου συνάντηση με την αλήθεια ότι η ζωή δεν ακολουθεί πάντα τη διαδρομή που σχεδιάζουμε στα 17 μας.

Σήμερα, που ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των πανελληνίων, ξέρω πως για κάποιους αυτό είναι μέρα χαράς, δικαίωσης, ανακούφισης.

Για κάποιους άλλους όμως είναι μέρα ματαίωσης για κάτι που περίμεναν αλλιώς.

Και σε αυτούς θέλω να πω πως αυτή τη στιγμή δεν έχουν ανάγκη από συμβουλές, συγκρίσεις ή βιαστικές υπενθυμίσεις ότι «η ζωή συνεχίζεται».

Έχουν ανάγκη από χώρο.

Από ανθρώπους που να αντέχουν τη στεναχώρια τους χωρίς να την μικραίνουν.

Από χρόνο να θρηνήσουν αυτό που δεν έγινε.

Και πάνω απ’ όλα, έχουν ανάγκη κάποιον να τους θυμίσει ότι μια αποτυχία δεν είναι ταυτότητα.

Γιατί καμιά βαθμολογία δεν μπορεί να μετρήσει την αξία, την ευαισθησία, την επιμονή ή το μέλλον ενός ανθρώπου.

Και πολλές φορές, οι δρόμοι που δεν ανοίγουν, είναι αυτοί που μας οδηγούν τελικά εκεί που πραγματικά μας χωράει η ζωή.

Σώμα … για Παραλία!

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την καταπολέμηση του λεγόμενου «body shaming» και την προώθηση της αποδοχής της διαφορετικότητας. Μιλάμε ανοιχτά για την αποδοχή, την διαφορετικότητα και την ανάγκη να αγαπήσουμε το σώμα μας όπως είναι.

Κι όμως, όσο κι αν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο μας βλέπουν οι άλλοι, συχνά παραμένει αμετάβλητος ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας.

Ξέρεις, η πιο σκληρή κριτική δεν ακούγεται πάντα από τρίτους. Ψιθυρίζεται μέσα στο μυαλό μας κάθε φορά που στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη. Εκεί, όπου αντί να αντικρίσουμε το σώμα που μας στηρίζει καθημερινά, που μας επιτρέπει να κινούμαστε, να αγκαλιάζουμε, να ζούμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις, επιλέγουμε να εστιάσουμε σε όσα θεωρούμε ότι δεν είναι αρκετά. Στα κιλά που θέλουμε να χάσουμε, στις ατέλειες που μόνο εμείς παρατηρούμε, στις συγκρίσεις
με εικόνες που προβάλλονται ως ιδανικές.

Και καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει, αυτή η εσωτερική φωνή μοιάζει να γίνεται ακόμη πιο δυνατή. Οι βιτρίνες γεμίζουν μαγιό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται από «τέλεια» σώματα και η γνωστή φράση «πρέπει να βγω στην παραλία» αποκτά ξαφνικά το βάρος μιας δοκιμασίας. Σαν να χρειάζεται κανείς να περάσει μια αόρατη αξιολόγηση για να δικαιούται να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα.

Και κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα: μέχρι πότε θα επιτρέπουμε στην εμμονή με την τελειότητα και την αψεγάδιαστη εικόνα να μας στερεί στιγμές χαράς, ελευθερίας και αυθεντικής απόλαυσης; Μέχρι πότε θα αναβάλλουμε εμπειρίες, θα κρύβουμε το σώμα μας και θα αρνούμαστε στον εαυτό μας μικρές καθημερινές ευτυχίες, περιμένοντας να φτάσουμε σε μια εκδοχή του εαυτού μας που ίσως να μην θεωρήσουμε ποτέ αρκετά «καλή»; Γιατί η ζωή δεν ξεκινά όταν χάσουμε κάποια κιλά, ούτε όταν αποκτήσουμε το σώμα που ονειρευόμαστε.

Η ζωή συμβαίνει τώρα, στο σώμα που έχουμε σήμερα.

Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται δυσαρέσκεια για την εικόνα τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε έναν ατελείωτο κατάλογο από «τέλειες» ζωές, «τέλεια» σώματα και «τέλειες» στιγμές. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από φωτογραφίες που παρουσιάζουν ανθρώπους χωρίς ατέλειες, με καλογυμνασμένα σώματα,
λαμπερό δέρμα και αψεγάδιαστη εμφάνιση.

Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι βλέπουμε μόνο ένα μικρό, επιμελώς επιλεγμένο κομμάτι της πραγματικότητας. Πίσω από μια φωτογραφία μπορεί να κρύβονται δεκάδες λήψεις, ειδικός φωτισμός, συγκεκριμένες πόζες, φίλτρα, εφαρμογές επεξεργασίας εικόνας ή ακόμη και επαγγελματικές παρεμβάσεις. Με άλλα λόγια, συγκρίνουμε την καθημερινότητά μας με την καλύτερη, και πολλές φορές τεχνητή, εκδοχή της ζωής κάποιου άλλου.

Η συνεχής έκθεση σε τέτοιες εικόνες δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η τελειότητα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, αρχίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να έχουμε επίπεδη κοιλιά όλο τον χρόνο, αψεγάδιαστο δέρμα ή συγκεκριμένες αναλογίες σώματος. Όταν όμως το δικό μας σώμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα πρότυπα —και συνήθως δεν ανταποκρίνεται, γιατί είναι
ανθρώπινο— γεννιούνται η ανασφάλεια, η απογοήτευση και η αίσθηση ότι υστερούμε.

Η μεγαλύτερη παγίδα των social media δεν είναι ότι μας δείχνουν όμορφους ανθρώπους. Είναι ότι μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτή η εικόνα είναι η πραγματικότητα για όλους τους άλλους, εκτός από εμάς. Κι έτσι, αντί να εκτιμούμε το σώμα μας για όσα μας προσφέρει, το αντιμετωπίζουμε ως ένα διαρκές έργο προς βελτίωση.

Η αλήθεια είναι ότι έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε το σώμα μας ως ένα διαρκές έργο υπό κατασκευή. Πάντα υπάρχει κάτι που πρέπει να αλλάξει, να διορθωθεί ή να βελτιωθεί. Λίγα κιλά λιγότερα, πιο γυμνασμένα πόδια, πιο επίπεδη κοιλιά, πιο σφιχτό σώμα. Κι όταν πετυχαίνουμε έναν στόχο, σχεδόν αμέσως εμφανίζεται ο επόμενος. Σαν να μην μας επιτρέπουμε ποτέ να νιώσουμε πραγματικά ικανοποιημένοι με αυτό που είμαστε.

Το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές ξοδεύουμε τόσο πολύ χρόνο προσπαθώντας να αλλάξουμε το σώμα μας, που ξεχνάμε να το ζήσουμε. Αναβάλλουμε τις διακοπές, τις φωτογραφίες, τις βουτιές στη θάλασσα, ακόμη και τις στιγμές ξεγνοιασιάς, μέχρι να νιώσουμε «έτοιμοι». Όμως πόσες όμορφες αναμνήσεις χάνονται περιμένοντας την τέλεια εκδοχή του εαυτού μας; Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες φορές έχουμε κοιτάξει παλιές φωτογραφίες και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ήμασταν πολύ πιο όμορφοι απ’ όσο πιστεύαμε τότε. Πόσες φορές θυμηθήκαμε τις ανασφάλειες που μας βασάνιζαν και χαμογελάσαμε, γιατί σήμερα μοιάζουν ασήμαντες. Αυτό αποδεικνύει ότι ο αυστηρότερος κριτής μας είναι συχνά ο ίδιος μας ο εαυτός.

Το σώμα μας δεν είναι ένα διακοσμητικό αντικείμενο που υπάρχει για να το αξιολογούν οι άλλοι. Είναι το μέσο μέσα από το οποίο βιώνουμε τη ζωή. Είναι το σώμα που μας συνοδεύει στις καλοκαιρινές εξορμήσεις, που μας επιτρέπει να περπατάμε ξυπόλητοι στην άμμο, να κολυμπάμε στη θάλασσα, να αγκαλιάζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή. Κι όμως, συχνά ξεχνάμε να το ευχαριστήσουμε γι’ αυτά που κάνει για εμάς και επιλέγουμε να το τιμωρούμε για όσα δεν είναι.

Ίσως, λοιπόν, η πραγματική πρόκληση να μην είναι να αποκτήσουμε το «τέλειο σώμα», αλλά να χτίσουμε μια πιο υγιή σχέση μαζί του. Να μάθουμε να το ακούμε, να το φροντίζουμε και να το σεβόμαστε, χωρίς να το υποβάλλουμε διαρκώς σε συγκρίσεις και εξαντλητικές απαιτήσεις. Να κατανοήσουμε ότι η αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται όταν φτάσουμε σε ένα συγκεκριμένο νούμερο στη ζυγαριά, αλλά όταν πάψουμε να εξαρτούμε την αξία μας από αυτό.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που αξίζει να θυμόμαστε κάθε καλοκαίρι: η παραλία δεν είναι ένας χώρος όπου δοκιμάζεται η εμφάνισή μας, αλλά ένας τόπος όπου δημιουργούνται στιγμές. Κανείς δεν θα θυμάται το μέγεθος του μαγιό που φορούσαμε, το βάρος μας ή τις ατέλειες που τόσο μας απασχολούσαν. Θα θυμόμαστε όμως τα γέλια, τις βουτιές, τα ηλιοβασιλέματα, τις παρέες και εκείνη την αίσθηση ελευθερίας που μόνο το καλοκαίρι μπορεί να χαρίσει.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, το καλύτερο σώμα για την παραλία είναι εκείνο που μας επιτρέπει να είμαστε παρόντες στις στιγμές που έχουν πραγματική αξία. Και αυτές οι στιγμές δεν περιμένουν την τελειότητα για να συμβούν.

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πότε Σταματήσαμε να Προσπαθούμε?

Ήμουν πρόσφατα στο πατρικό μου και βοηθούσα την μαμά μου απλώνοντας ορισμένα ρούχα. Στο
τραπέζι που βρισκόταν στο πλάι λοιπόν, είχα αφήσει ορισμένα μανταλάκια τα οποία πίστευα πως έχουν
χαλάσει- με σκοπό να τα πετάξω. Μπαίνοντας μέσα, με σταματάει η μητέρα μου και με μία φυσικότητα
μου λέει: « Δεν χρειάζεται να τα πετάξεις. Μπορούμε να τα φτιάξουμε να ! τόσο απλά!», και με δυο- τρεις
κινήσεις τα μανταλάκια έκαναν ξανά τη δουλειά τους.

Έμεινα για ένα πεντάλεπτο να κρατάω τα μανταλάκια και να σκέφτομαι: «Άραγε, πόσα πράγματα, πόσες
σχέσεις, πόσους ανθρώπους έχουμε βιαστεί να πετάξουμε σαν να ήταν χαλασμένα αντικείμενα; Και
πόσες φορές φύγαμε όχι επειδή δεν υπήρχε αγάπη, αλλά επειδή δεν υπήρχε υπομονή;»

Σε μία εποχή ραγδαίας αύξησης του χρόνου τον οποίο επενδύουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι
φυσικό κι επόμενο να αυξάνονται και οι ψευδαισθήσεις της «τέλειας εικόνας» που βλέπουμε με
αποτέλεσμα να μην μπορούμε να διαχωρίσουμε τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Εικόνες από αγαπημένα
ζευγάρια, video που εξιστορούν ρομαντικές ιστορίες γνωριμίας σε συνδυασμό με ρομαντικές πράξεις
αγάπης, μας απομακρύνουν όλο και πιο πολύ από την ρεαλιστική εικόνα των σχέσεων με αποτέλεσμα
να αυξάνονται όλο και περισσότερο οι προσδοκίες τόσο από εμάς τους ίδιους όσο και από το άλλο μέλος
της σχέσης.

Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, η υπέρμετρη έκθεσή μας στα social media, ενισχύει την ψευδαίσθηση
ότι υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο εκεί έξω και δεν χρειάζεται να «αναλωνόμαστε» και να δυσκολεύουμε τη
ζωή μας περαιτέρω. Έτσι, οδηγούμαστε στην «κάθετη κατάταξη των ανθρώπων» σύμφωνα με την οποία
συγκρίνουμε τους ανθρώπους με βάση ποιος είναι καλύτερος από τον άλλον, ψάχνοντας μανιωδώς για
το «τέλειο».

Ίσως, δεν φεύγουμε από μία σχέση πάντα επειδή κάτι χάλασε πραγματικά. Ίσως φεύγουμε επειδή
πιστεύουμε πως λίγο πιο πέρα μάς περιμένει κάτι πιο εύκολο, πιο τέλειο, πιο βολικό.
Η αλήθεια είναι πως τη σημερινή εποχή, αναζητάμε ως επί το πλείστον σύνδεση αλλά χωρίς κόπο. Σε
σύγκριση με τα παλαιότερα χρόνια, μπορεί να επωφελούμαστε από πολλές ευκολίες στην
καθημερινότητα όμως η απουσία σύνδεσης με τις δουλειές στη φύση και η ολοήμερη εργασία στο
γραφείο δεν είναι καθόλου βοηθητική για το νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία.

Είναι τόσο πολλά τα ερεθίσματα τα οποία δεχόμαστε καθημερινά κι έχουν αλλάξει τόσο ραγδαία οι
απαιτήσεις της καθημερινότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία παραπάνω ενέργεια για
ουσιαστική σύνδεση. Εξακολουθούμε να αναζητούμε με κάθε τρόπο την κοντινότητα και την αγάπη, μας
λείπει όμως η ψυχική διαθεσιμότητα. Έτσι, μας αρέσει η αρχή των σχέσεων γιατί όλα κυλούν αβίαστα,
όμως ζοριζόμαστε όταν τελειώσει η ευκολία και ξεκινήσει η επιλογή να μείνεις. Επιθυμούμε σύνδεση,
αλλά χωρίς κόπο.Θέλουμε κατανόηση χωρίς συζήτηση, διάρκεια χωρίς υπομονή, εγγύτητα χωρίς
ευαλωτότητα.

Και κάπου εκεί, στο παιχνίδι της σύνδεσης, έρχονται πολλοί και πετάνε στο τραπέζι την «καρτα» του/της
πληγωμένου, μία κάρτα , στην «ομπρέλα» της οποίας βάζουν οποιαδήποτε πράξη τους η οποία είναι μη
αποδεκτή – αδικαιολόγητη. Με απλά λόγια, χρησιμοποιούν ως δικαιολογία το γεγονός πως πληγώθηκαν
στο παρελθόν , καθώς το παραπάνω συμβάν ευθύνεται για την κακή συμπεριφορά τους στην επόμενη
σχέση.

Μάντεψε όμως – εκτός από το ότι αν όχι ΟΛΟΙ τότε οι περισσότεροι έχουμε πληγωθεί από προηγούμενες
σχέσεις, δεν είναι βοηθητικό για κανένα μέλος της σχέσης να θυματοποιείαι όταν ξεκινάνε τα δύσκολα. Η
ουσία της ζωής είναι να αναλαμβάνουμε την ατομική μας ευθύνη και να πορευόμαστε στις σχέσεις και όχι
να ρίχνουμε το φταίξιμο της πορείας μιας σχέσης σε μία άλλη.

Κλείνοντας, θα ολοκληρώσω χρησιμοποιώντας μία φράση που διάβασα πρόσφατα σύμφωνα με την
οποία: «Κάποτε οι άνθρωποι επισκεύαζαν. Σήμερα αντικαθιστούν.
Ίσως κάπου εκεί χάσαμε και την ικανότητα να μένουμε.»

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Το Παιδί και “Το Πρόβλημα”

Πριν κάποια χρόνια συνάντησα μια μαμά που κατά την προσπάθειά της να μου εξηγήσει το μέγεθος της συναισθηματικής της εξάντλησης εξαιτίας όσων βίωνε με το παιδί της μου είπε:

 

«Έχω ένα παιδί και ένα πρόβλημα».

Τι εννοούσε?

Ότι είχε δύο παιδιά: ένα που το θαύμαζε, ήταν το καμάρι της, δεν την προβλημάτιζε, ήταν πειθαρχημένο, υπάκουο, χαρούμενο, είχε στόχους,

Και άλλο ένα παιδί:

Το παιδί – πρόβλημα. Εκείνο που αντιμετώπιζε πολλές προσωπικές δυσκολίες: με τους φίλους, με τους στόχους της, με τα ξεσπάσματα του θυμού της απέναντι στους γονείς της, με το φαγητό, με τις νοσηλείες.

Ποιο είναι όμως αυτό το παιδί τελικά?

Το μαύρο κοτοπουλάκι που μοιάζει στη μαμά του, ή το άσπρο κοτοπουλάκι που ξεχωρίζει?

Είναι ένα παιδί που έχει λάβει αγάπη και αποδοχή ή ένα παιδί που είναι διαφορετικό και πιο «δύσκολο» στην κατανόησή του?

Αποτελεί ένα παιδί που έχει λάβει συμβουλές και ζεστές αγκαλιές, ή ένα παιδί που έχει λάβει πολλές τιμωρίες και εκφοβισμούς επειδή δεν υπακούει τους μεγάλους?

Είναι ένα παιδί που του έχει δοθεί χώρος και χρόνος για συζήτηση και κατανόηση, ή ένα παιδί που απορρίπτεται ό,τι κι αν πει επειδή όλοι είναι «κουρασμένοι» για να το ακούσουν?

Συνιστά ένα παιδί που είναι δικαιολογημένο να λαμβάνει τον θυμό και την απόρριψη από το περιβάλλον του, ή ένα παιδί που θα ήταν καλό να τύχει της συμπόνοιας για τον πόνο που μπορεί να βιώνει?

Αν περιγράφω το παιδί μου ως «πρόβλημα», πόσα περιθώρια αφήνω στον εαυτό μου να παρατηρήσει ότι κάποιοι λόγοι θα υπάρχουν που το παιδί αυτό δεν χαίρεται και δεν απολαμβάνει τη ζωή του?

Είναι λογικό να νιώθει ένας γονιός έτσι?

Είναι λογικό. Ανάλογα με τις εμπειρίες του, τα βιώματά του, τα γεγονότα που συντρέχουν εκείνη την περίοδο, τις ψυχικές αντοχές, τη δυνατότητα κατανόησης, την προσωπικότητα, το περιβάλλον του.

Είναι λογικό και να αντιμετωπίζει το παιδί του ως «πρόβλημα»?

Όχι. Δεν είναι λογικό. Είναι λογικό να δυσκολεύεται, αλλά δεν είναι λογικό να μη ζητάει την κατάλληλη βοήθεια ή όταν τη ζητάει να μην προσπαθεί να την ακούσει «ενεργητικά». Όταν μια προβληματική συμπεριφορά επαναλαμβάνεται με την πλήρη γνώση μας, τότε παύει να είναι μια συμπεριφορά εξ ‘ αμελείας.

Πολλά δύσκολα και δυσβάσταχτα μπορούν να συμβούν σε κάθε άνθρωπο.

Όταν δεν μπορείς μόνος, ζήτα βοήθεια!

 Όλες οι δυσκολίες (και οι δικές σου, και του παιδιού σου,…) επιδέχονται εξήγησης και διαχείρισης, έστω και ως κάποιο βαθμό …

Εσύ τολμάς να παλέψεις ενάντια στο “φόβο της δικής σου αποτυχίας” ως γονιός?

Όταν το “απλά μιλάμε” δεν είναι τόσο απλό

…Ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου και το διάστημα που είχαμε καθημερινή επικοινωνία μετρούσε λιγότερο από 6 μήνες. Η επικοινωνία μας περιλάμβανε από θεματολογία καθημερινότητας μέχρι τους βαθύτερους μας φόβους και τα όνειρά μας. Κάθε μας συζήτηση άνοιγε ένα «παράθυρο» στην φαντασία και ήταν σαν να ξεφεύγαμε και οι δύο από την βαρετή ρουτίνα. Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να μας επαναφέρω στην πραγματικότητα και τους δύο παίρνοντας την πρωτοβουλία να μιλήσω:

«Ξέρεις.. όσο μιλάμε τόσο μου αρέσει η επικοινωνία μας και τόσο ζορίζομαι να την σταματήσω και να προχωρήσω. Εσύ είσαι ήδη σε μία σχέση, έχεις βρει τον άνθρωπό σου, ήρθε η ώρα και για εμένα να μη ζω με αυταπάτες.»

«Αχ.. αν είχα βρει τον άνθρωπό μου πιστεύεις θα υπήρχε χώρος για την επικοινωνία μας; Eξάλλου δεν κάνουμε κάτι κακό-απλά μιλάμε!»

«Απλα μιλάμε..» πόσες φορές άραγε έχουμε πει και πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή την έκφραση; Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο ενώ επιλέγουμε να είμαστε σε μία σχέση ταυτόχρονα αναζητάμε την επικοινωνία κι από άλλους ανθρώπους; Σύμφωνα με την ψυχολογία, η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της αυτοεκτίμησης. Έτσι, όσο χαμηλή είναι η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη του για επιβεβαίωση ενώ αντιθέτως όσο πιο υψηλή είναι η αυτοεκτίμησή του τόσο λιγότερο έχει την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν ένα άτομο δεν λαμβάνει αρκετή συναισθηματική ανταπόκριση μέσα στη σχέση του, είναι πιθανό να την αναζητήσει εκτός αυτής — ακόμη και μέσα από φαινομενικά «αθώες» συνομιλίες μέχρι να λάβει την επιθυμητή επιβεβαίωση.

Πολύ συχνά παρατηρείται μάλιστα, πως ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού όχι απλώς αναζητά επιβεβαίωση μέσω της επικοινωνίας, αλλά «βασίζει» και την επιλογή συντρόφου στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό σημαίνει πως τις περισσότερες φορές η επιλογή συντρόφου γίνεται με βάση το κριτήριο της επιβεβαίωσης που μπορεί να μας δίνει το άλλο άτομο κι όχι με βάση την επιθυμία μας για το άλλο άτομο. Έτσι, αρκετά συχνά οι άνθρωποι επιλέγουμε πιο εύκολα ανθρώπους οι οποίοι μας επιβεβαιώνουν με κάθε αφορμή παρά ανθρώπους με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε καλύτερη χημεία αλλά δεν μας επιβεβαιώνουν με τον τρόπο
που επιθυμούμε.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πόσο «αθώα» είναι η καθημερινή επικοινωνία στο chat με άλλο άτομο όταν είμαστε σε σχέση;

Σε αυτό το σημείο, η σύγχρονη ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «micro-cheating» για να περιγράψει συμπεριφορές που δεν αποτελούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα συναισθηματικά όρια μιας σχέσης. Πρόκειται για μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην αθώα κοινωνική αλληλεπίδραση και την προδοσία της εμπιστοσύνης καθώς περιλαμβάνει φαινομενικά ασήμαντες συμπεριφορές που δεν συνιστούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία φλερτ, συναισθηματικής εγγύτητας
ή μυστικότητας προς τρίτα άτομα. Αυτές οι συμπεριφορές από μόνες τους μπορεί να φαίνονται «αθώες», αλλά αποκτούν
διαφορετικό νόημα όταν υπάρχει πρόθεση ή συναισθηματική επένδυση. Έτσι, ένα απλό μήνυμα μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αθώο, όταν όμως είναι μία πληροφορία την οποία κρύβουμε από την/τον σύντροφό μας, υπάρχει εκ μέρους μας η επιθυμία για περισσότερη επικοινωνία, δημιουργείται σύνδεση που ανταγωνίζεται την σχέση ή το τρίτο πρόσωπο αντικαθιστά την/τον
βασικό σύντροφο σε σημαντικές ανάγκες, τότε πιθανότατα έχει ήδη ξεπεραστεί ένα όριο. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι πιο εύκολη και άμεση από ποτέ, τα όρια στις σχέσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρα — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα. Το «μικρο-φλερτ» μπορεί να φαίνεται αθώο, όμως συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων αναγκών, επιθυμιών ή ελλείψεων.

Όπως και σε όλες τις σχέσεις έτσι και στις ερωτικές το σημαντικότερο όλων πέρα από τον αλληλοσεβασμό είναι να σκεφτόμαστε και να πράττουμε με ενσυναίσθηση προς το άλλο πρόσωπο- να αναρωτιόμαστε: πώς θα μου φαινόταν αυτή η συμπεριφορά αν την δεχόμουν εγώ;

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Οι Ρίζες Μας

Είναι περίεργο να νιώθεις ότι έχεις ρίζες αλλά και να γνωρίζεις και να συνειδητοποιείς ότι θες να τις αλλάξεις παρόλο που είναι η βάση σου. Είναι περίεργη αυτή η αμφιθυμία. Η αμφιταλάντευση. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Υπάρχει απάντηση;

Οι ρίζες μας λοιπόν.

Τα θετικά και τα δυσάρεστα βιώματα μας.

Αυτές που μας κρατάνε ασφαλείς και αυτές απο τις οποίες προσπαθούμε να αποκοπούμε.

Αυτές που τις έχουμε ανάγκη και που θέλουμε να μην τις έχουμε ανάγκη.

Εκεί που ανήκουμε και εκεί που δεν θέλουμε να ανήκουμε.

Αυτές που νιώθουμε να μας κρατούν δέσμιους και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να απελευθερωθούμε.

Αυτές που μας ελέγχουν και αυτές από τις οποίες προσπαθούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε.

Αυτές τις οποίες πολεμάμε, μα και αυτές που νιώθουμε ασφαλείς να τις πολεμάμε ελεύθερα.

Αυτές τις οποίες μιμούμαστε , μα και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να είμαστε εντελώς διαφορετικοί.

Αυτές που μας δημιουργούν τη βάση, μια βάση που παλεύουμε να εξελίξουμε.

Εσωτερικοί μηχανισμοί συγκρούσεων εαυτού, αίσθημα ανικανοποίητου, αίσθημα επιβίωσης, ανάγκη εξελιξιμοτητας.

Μετακινείται το δέντρο;

Μετακινείται γιατί απλώνει τις ρίζες του προς άγνωστες κατευθύνσεις.

Ηρεμία ψυχής…

Εις το Επανιδείν…

Εφη Λ.

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης