BLOG

Δεκάδες άρθρα . Βελτιώστε τον τρόπο ζωής σας!

Προσοχή στις … Ταμπέλες!

Είναι Σάββατο βράδυ, από εκείνα όπου το μόνο δίλημμα που κυριαρχεί στο μυαλό σου είναι αν θα ακούσεις την φωνούλα του μυαλού σου που σε προτρέπει να το ρίξεις έξω (γιατί μία ζωή την έχουμε!), ή αν θα ακούσεις την φωνούλα που είχες σε σίγαση όλη την εβδομάδα και σου ζητάει απεγνωσμένα λίγο χρόνο αυτό-φροντίδας και χαλάρωσης (επιτέλους!).

Κάπου εκεί λοιπόν, εγώ προτίμησα την δεύτερη φωνούλα και επέτρεψα στον εαυτό μου να χαλαρώσει βλέποντας μία αγαπημένη μου ταινία. Στο τέλος λοιπόν της ταινίας, η πρωταγωνίστρια χρησιμοποίησε την εξής φράση: «Οι ταμπέλες δεν είναι για τους ανθρώπους.
Ας τις χρησιμοποιήσουμε μόνο στα ρούχα.»

Σε εκείνο λοιπόν το σημείο, αναρωτήθηκα το εξής: γιατί είναι απαραίτητο να βάζουμε συνεχώς ταμπέλες στους άλλους; Άραγε, πόσες ταμπέλες που μας φόρεσαν τις κουβαλάμε σαν βάρος στις πλάτες και στο στήθος μας ενώ επί της ουσίας δεν άνηκαν ούτε ανήκουν σε εμάς;

Από νεαρή ηλικία, το κοντινό οικογενειακό περιβάλλον σπεύδει να δημιουργήσει – ορίσει τον χαρακτήρα ενός παιδιού, με αποτέλεσμα συχνά και ως ενήλικες να υπηρετούμε έναν ρόλο που μας έχει δοθεί βάσει του χαρακτήρα μας ο οποίος βασίζεται απλώς σε ταμπέλες που μας φόρεσαν στην παιδική μας ηλικία : «ο μικρός δεν θέλει να μοιράζεται τα παιχνίδια του, είναι τσιγκούνης!» , «της αρέσει να κοιμάται μέχρι αργά το πρωί είναι τεμπέλα!», «είναι πανέξυπνο θα πετυχαίνει πάντα!» και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν, μεγαλώνοντας, εκτός από τις ταμπέλες που μας έχουν κρεμάσει από την παιδική μας ηλικία, έρχονται να προστεθούν κι άλλες όσο εμείς μεγαλώνουμε,από όλα τα συστήματα στα οποία είμαστε μέλη-σχολείο, εξωσχολικές δραστηριότητες, δουλειά, πανεπιστήμιο-, κι από λευκός καμβάς που ξεκίνησε η ψυχή μας, έχει αποκτήσει αποχρώσεις τις οποίες δεν επιλέξαμε εμείς οι ίδιοι, αλλά εκείνοι στους οποίους «δώσαμε» τα πινέλα της δικής μας προσωπικότητας.

Ξέρεις όσο οι «κεραίες» μας είναι στραμένες προς τον εξωτερικό κόσμο πολύ περισσότερο από τον εσωτερικό μας κόσμο, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κουβαλάμε ταμπέλες που δεν μας ανήκουν και να τις υιοθετούμε σαν να είναι προσωπικά μας στοιχεία. Όσο ο εσωτερικός μας πυρήνας είναι σταθερός και μπορούμε να αντιληφθούμε ποια στοιχεία του χαρακτήρα μας είναι πραγματικά δικά μας και ποια όχι, τότε μπορούμε ευκολότερα να πετάξουμε τις ταμπέλες από πάνω μας.

Όμως για ποιο λόγο οι άνθρωποι τείνουμε να βάζουμε ταμπέλες στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, συχνά οι ταμπέλες είναι ένας σύντομος τρόπος να περιγράψουμε κάποιον και να οργανώσουμε την πραγματικότητα. Με αυτό τον τρόπο, ο εγκέφαλος προσπαθεί να απλοποιήσει έναν σύνθετο κόσμο, κι εμείς στη συνέχεια νιώθουμε πως κατά κάποιο τρόπο κατανοούμε κι ελέγχουμε τους άλλους. Συνεπώς, μειώνουν την πολυπλοκότητα και μας δίνουν την αίσθηση του ελέγχου.

Εδώ όμως αξίζει να σημειωθεί κάτι πολύ βασικό, με τον παραπάνω τρόπο, όχι μόνο «κλειδώνουμε»τους ανθρώπους σε μία εικόνα, αλλά συχνά ξεχνάμε πως στην πραγματικότητα σε αυτό τον κόσμο είμαστε εμείς και οι προβολές μας. Είναι η δική μας προσωπικότητα και στοιχεία της τα οποία προβάλουμε στους άλλους. Έτσι, αν βάλω σε κάποιον την ταμπέλα του ζηλιάρη, ενδεχομένως να είναι ένα στοιχεία του δικού μου «σκοτεινού» χαρακτήρα το οποίο ίσως ακόμα δεν έχω αντιληφθεί και ενδεχομένως μέσα μου να με ενοχλεί.

Έτσι λοιπόν συνήθως οι ταμπέλες που βάζουμε στους άλλους και καταδεικνύουν στοιχεία του χαρακτήρα τους που ενδεχομένως να είναι απορριπτέα από εμάς, είναι στοιχεία του δικού μας χαρακτήρα τα οποία δεν αντέχουμε να δούμε σε εμάς τους ίδιους. Όσο εμείς αποκτούμε αυτογνωσία και προσπαθούμε να «φωτίσουμε» όλα τα κομμάτια του σκοτεινού μας εαυτού και να δούμε τι κρύβεται εκεί, τόσο λιγότερο θα έχουμε την ανάγκη να βάζουμε ταμπέλες τόσο στους άλλους όσο και σε εμάς τους ίδιους. Ταυτόχρονα, θα είναι πιο ξεκάθαρο σε εμάς όταν οι γύρω μας προσπαθούν να μας «φορτώσουν» μία ακόμα «ταμπέλα» που δεν μας ανήκει.

Άλλωστε, είναι σημαντικό να κρατάμε εμείς οι ίδιοι τα πινέλα του καμβά της ζωής μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?

Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.

Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;

Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.

Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.

Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.

Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.

Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.

Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Οι Ρίζες Μας

Είναι περίεργο να νιώθεις ότι έχεις ρίζες αλλά και να γνωρίζεις και να συνειδητοποιείς ότι θες να τις αλλάξεις παρόλο που είναι η βάση σου. Είναι περίεργη αυτή η αμφιθυμία. Η αμφιταλάντευση. Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Υπάρχει απάντηση;

Οι ρίζες μας λοιπόν.

Τα θετικά και τα δυσάρεστα βιώματα μας.

Αυτές που μας κρατάνε ασφαλείς και αυτές απο τις οποίες προσπαθούμε να αποκοπούμε.

Αυτές που τις έχουμε ανάγκη και που θέλουμε να μην τις έχουμε ανάγκη.

Εκεί που ανήκουμε και εκεί που δεν θέλουμε να ανήκουμε.

Αυτές που νιώθουμε να μας κρατούν δέσμιους και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να απελευθερωθούμε.

Αυτές που μας ελέγχουν και αυτές από τις οποίες προσπαθούμε να ανεξαρτητοποιηθούμε.

Αυτές τις οποίες πολεμάμε, μα και αυτές που νιώθουμε ασφαλείς να τις πολεμάμε ελεύθερα.

Αυτές τις οποίες μιμούμαστε , μα και αυτές από τις οποίες επιθυμούμε να είμαστε εντελώς διαφορετικοί.

Αυτές που μας δημιουργούν τη βάση, μια βάση που παλεύουμε να εξελίξουμε.

Εσωτερικοί μηχανισμοί συγκρούσεων εαυτού, αίσθημα ανικανοποίητου, αίσθημα επιβίωσης, ανάγκη εξελιξιμοτητας.

Μετακινείται το δέντρο;

Μετακινείται γιατί απλώνει τις ρίζες του προς άγνωστες κατευθύνσεις.

Ηρεμία ψυχής…

Εις το Επανιδείν…

Εφη Λ.

Η Γυναίκα – Το Κορίτσι – Η Κοπέλα

Ήταν καλοκαίρι, κι ενώ απολάμβανα αμέριμνη τη θάλασσα (ήμουν περίπου 7 ετών), είδα τον
παιδικό μου φίλο να κατεβαίνει για μπάνιο με τη γιαγιά του. Χάρηκα τόσο πολύ που από μακριά
του φώναζα να κατέβει ακόμα πιο γρήγορα. Τότε λοιπόν, τον θυμάμαι να προχωράει σε μία
αντίθετη κατεύθυνση και να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά και τη γιαγιά του να γυρίζει με μία
φυσικότητα να μας λέει: « Θα πάμε πιο πέρα για μπάνιο γιατί ο μικρός ντρέπεται που η μικρή
δεν φοράει το πάνω μέρος του μαγιό.»
Με θυμάμαι να μου φαίνεται περίεργο όμως τότε ειλικρινά δεν αντιλήφθηκα πλήρως τι είχε
συμβεί. Απλώς δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί ο φίλος μου δεν ήρθε να παίξουμε παρέα.
Και τα χρόνια περνάνε (όπως λέει το γνωστό άσμα) κι ενώ ο κόσμος (υποτίθεται) πως
προοδεύει, αισθάνομαι πως από εκείνη την ζεστή ημέρα του καλοκαιριού δεν έχουν αλλάξει και
πάρα πολλά ως προς τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε στα μικρά παιδιά τη διαφορά των δύο
φύλων.
Κι ενώ καθημερινά οι γυναίκες κάνουμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συνδυάσουμε όλους
τους ρόλους επιτυχώς και να δημιουργήσουμε μία κοινωνία ισότητας, ο τρόπος που μαθαίνουμε
στα παιδιά τους ρόλους των δύο φύλων ίσως να βάζει και τα θεμέλια μιας μελλοντικής
ανισότητας.
Φράσεις όπως : « Τα αγόρια δεν παίζουν με κούκλες» , «Μίλα όμορφα είσαι κορίτσι» , « Τα
αγόρια δεν κλαίνε» , «Κάνεις σαν κοριτσάκι» και αμέτρητες άλλες φράσεις, στην παιδική και
ειδικά στην εφηβική ηλικία, δημιουργούν τις βάσεις για μία άνιση αντιμετώπιση των δύο φύλων
και μία μετέπειτα κοινωνία κατά την οποία ο ρόλος της γυναίκας υποβαθμίζεται «υπόγεια».
Πλέον τα ρατσιστικά σχόλια έχουν αρχίσει και μειώνονται σημαντικά, όμως όχι και τα
υπονοούμενα. Αν για παράδειγμα μία γυναίκα όμορφη είναι και πετυχημένη στον τομέα της,
δύσκολα θα επιβραβευτεί χωρίς κάποιου είδους νύξη για την επιτυχία της. Αν μία γυναίκα έχει
αποφασίσει να αφοσιωθεί στην καριέρα της και ταυτόχρονα να δημιουργήσει και οικογένεια, δεν
θα λείψουν τα σχόλια για την απουσία της από το σπίτι , και δυστυχώς τα σχόλια είναι πολλά..
Και δυστυχώς τα σχόλια προέρχονται εκτός από το αντίθετο φύλο κι από πολλά άτομα του ιδιου
φύλου, κι αντί να ενωνόμαστε και να υπερασπιζόμαστε η μία την άλλη , αποτελούμε μία μορφή
ενός ακόμη εμφυλίου.
Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, ας είναι η υπενθύμιση σε όλους πως στην πραγματικότητα
«ό,τι σπείρεις θα θερίσεις». Όσο στα παιδιά και στην νέα ηλικία «εμφυτεύουμε» σκέψεις και
νοοτροπία που συμβάλλει στην υποτίμηση του γυναικείου φύλου, τόσο η κοινωνία θα παραμένει
η ίδια.
Και το σημαντικότερο, όσο οι γυναίκες αντί να θαυμάζουμε και να ενδυναμώνουμε η μία την
άλλη σπεύδουμε να ασκήσουμε κριτική, τόσο υποβαθμίζουμε οι ίδιες τη θέση μας.

Συγγραφή: Μπισιώτη Ειρήνη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Υπερηφάνεια

Στην εποχή των social media και στην εποχή της εικόνας το ποια πραγματικά
είμαι, καμιά φορά μπερδεύεται, συγκρίνεται και χάνεται στο ‘’τέλειο’’. Σε μια
κοινωνία που προτάσσει τον ανταγωνισμό και τα υψηλά νούμερα για το αν το
έργο κάποιου αξίζει, η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας αποθαρρύνεται
και αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για το αν έχουμε αυτό το κάτι που αξίζει να
βγει προς τα έξω. Ένας κικεώνας σκέψεων αρχίζει να μας καταβάλει και
άλλοτε κάποιους να μας σταματά από το παιχνίδι και άλλοτε κάποιους να μας
πεισμώνει να αναπροσαρμόσουμε την στρατηγική μας.

Στο ταξίδι μου να γνωρίσω τον εαυτό μου και να θεραπεύσω το μικρό παιδί μέσα μου
συνειδητοποιώ πως το μυαλό μου μένει σε εκείνη ακριβώς την πεποίθηση που
κάποτε πίστεψα για μένα. ‘’Δεν είμαι αρκετά καλή’’. Μια φράση που πληγώνει
βαθιά, που με κάνει να σκέφτομαι υπο το πρίσμα της έλλεψης και όχι των ίσων
ευκαιριών και δυνατοτήτων, σα να είμαστε μέσα σε ένα τρένο και να υπάρχει
ο διαχωρισμός του economy και του business class.

Εκεί λοιπόν, που το scroll στο Tik Tok φέρνει μπροστά μου όλα εκείνα που θα ήθελα να είμαι, όλα εκείνα
που δεν είμαι ή που μάλλον προσπαθώ να κατακτήσω, εκεί που τα μάτια μου
αντικρίζουν την εικόνα μα στην ουσία μεταφράζουν τα δικά μου
συναισθήματα εκεί λοιπόν, το ταξίδι μου κάνει στάσεις. Στάσεις για καμιά
ώρα, μπορεί και δυο, καμία φορά το τοπίο είναι θολό και τα συναισθήματα
ανάμεικτα και η στάση μπορεί να κρατήσει και μέρα ολόκληρη μα η συνείδηση
μου ξυπνάει κ έρχεται τελικώς να μου υπενθυμίσει πως ο προορισμός του
κάθε ανθρώπου είναι μόνο δικός του. Μπορεί να είναι κοινός, μπορεί η
χρονική στιγμή να είναι διαφορετική, μπορεί κάποιοι άνθρωποι να μπουν στις
ενδιάμεσες στάσεις και τελικώς να μας καθυστερήσουν.

Ναι το business class των τρένων με τις μεγαλύτερες ανέσεις και τα προτερήματα μπορεί να φτάσει
πιο γρήγορα σε εκείνον τον προορισμό σε σύγκριση με το economy class και
τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία αλλά σε μια κοινή πορεία η αυθεντικότητα αποκτά
ξαφνικά άλλη σημασία και άλλη δυναμική και μόνο λίγοι καταφέρνουν τελικά
να την νιώσουν. Οι σκέψεις αλλάζουν κατεύθυνση και ότι έχει κερδηθεί δίπλα
στον αυθεντικό εαυτό γίνεται ένα πλατύ – σε σχήμα φρίσμπυ χαμόγελο που
φτάνει μέχρι τα αυτιά. Και εκείνο το δάκρυ της υπερηφάνειας αρχίζει να κυλά
σιγά σιγά και να στέκεται στο κόκκινο μάγουλο δίνοντας σου το πιο όμορφο
συναίσθημα που μπορείς να νιώσεις ποτέ για τον εαυτό σου.

Και κοίτα να δεις που στο τέλος θα ευχαριστείς ακόμα και εκείνους τους ανθρώπους που
εμφανίστηκαν στο τικ τοκ σου και δεν ένιωσες σαν αυτούς άλλα σε έκαναν να
αναζητήσεις και να ανακαλύψεις την δική σου ιδιαιτερότητα…

Δώρο

Σήμερα ήταν τα γενέθλιά μου και πήγα να δω στο σινεμά την ταινία μιούζικαλ «Wicked: For Good». Οι στίχοι του τραγουδιού «For Good» με συγκίνησαν ιδιαίτερα. Τα λόγια «I’ve heard it said that people come into our lives for a reason, bringing something we must learn. And we are led to those who help us most to grow, if we let them and we help them in return» με άγγιξαν βαθιά και από την ώρα που τα άκουσα σκέφτομαι πόσο ευγνώμων είμαι για τους ανθρώπους που έχω γύρω μου οι οποίοι με έχουν διδάξει τόσα πράγματα και η θεραπεύτρια μου είναι μία από αυτούς. Η ψυχοθεραπεία με βοήθησε να αγαπήσω όλα τα κομμάτια του εαυτού μου όσο τα ανακάλυπτα. Μου έδωσε τα εφόδια να ξεπεράσω τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα.

Το ταξίδι ξεκίνησε με τη γυαλιστερή βιτρίνα που συνειδητοποίησα ότι ήταν εξουθενωτικό να συντηρώ τέλεια. Το βουνό το οποίο ήθελα τόσο πολύ να ανέβω που σχεδόν γκρεμοτσακίστηκα. Τη μεγάλη  σκιά που με έκανε να χάσω προσωρινά τα χρώματά μου. Έπειτα ήρθαν οι τρικλοποδιές που έβαζα στον εαυτό μου. Βόμβες που άφησαν πληγές γιατί ακόμη δεν είχα εγχειρίδιο αφοπλισμού τους. Μεταμορφώσεις, επαναπροσδιορισμοί, αποχωρισμοί. Όλα αυτά με μια σφιχτή γραβάτα να έρχεται και να φεύγει, να σφίγγει και να χαλαρώνει.

Ακολουθούν δύο ποιήματα που έγραψα μέσα σε αυτό το διάστημα. Το πρώτο θεωρώ ότι είναι το πιο σκληρό και ωμό κείμενο που έχω γράψει και αντιπροσωπεύει μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου (Trigger warning: θέματα βίας). Το δεύτερο παρουσιάζει την ελπίδα, είναι η υπόσχεση ότι η μπόρα θα κοπάσει κάποια στιγμή και θα εμφανιστεί ξανά ο ήλιος που κρυβόταν, ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα, αρκεί πρώτα να το πιστέψεις.

 

Επανένωση

Σήκωσα τα βλέφαρα και ήσουνα μπροστά μου

Σε αντίκρισα ακάλεστη στο σώμα μου να μπαίνεις

Με πείσμα και με θέληση με κάρφωσες στο στρώμα

Και για ώρες ατελείωτες με έκανες δική σου

Σου έλειψα μου είπες με μία μαύρη έκφραση

Και βρήκες μια λεπίδα σκουριασμένη και συνέχισες:

«Αυτό σου το κενό με φωλιάζει τόσο τέλεια

Για αυτό, λοιπόν, επέστρεψα να μπω για να κρυφτώ»

Με το ένα χέρι έκοβες και με το άλλο άνοιγες

Κοφτά, μηχανικά, ρομποτικά, μελετημένα

Δεν πήρες για απάντηση ούτε μία κραυγή

Σε άφησα ελεύθερη να κάνεις ό,τι θέλεις

Εισχώρησες τελειωτικά στον κούφιο μου εαυτό

Και έμειναν ως ένδειξη το αίμα και οι πληγές

Συγγνώμη που σε κράτησα πολύ να περιμένεις

Όταν το αναπόφευκτο ήταν να είσαι εγώ

Λάμψη του φωτός

Αβίαστο συναίσθημα χαράς με κατακλύζει

Χαμένο κάπου, κάποτε και μήνες ξεχασμένο

Ο ήλιος φανερώθηκε με γλύκα ξεχειλίζει

Και πέφτουν οι αχτίδες λαμπερές στο μέτωπό μου

Κοιτώ μπροστά τα ήρεμα νερά και αναπνέω

Μια σκέψη έρχεται στον νου μου τέτοια ώρα

Θαρρώ πως γεύομαι μια δόση ελευθερίας

Και πως προετοιμάζομαι να βγάλω πια φτερά

Τα μάτια στάζουν δάκρυα μα μ’ αγαθή αιτία

Υπέρμετρη ανακούφιση γεμίζει την καρδιά μου

Το βλέμμα ανυψώνω προς το αιώνιο φως

Και με ανοιχτά τα χέρια κοιτώ και τραγουδώ:

«Χάρη σε αυτή τη λάμψη υπάρχω, είμαι, ζω!

Χάρη σε αυτή τη λάμψη μπορώ και αγαπώ!

Με τόσο εγκαρτέρηση το σκότος το πολέμησα

Καθώς θαμμένη μέσα μου σε είχα οδηγό…»

 

 

Νιώθω πολύ όμορφα που μπορώ να πω ότι το πρώτο ποίημα μοιάζει πλέον πολύ μακριά μου. Νιώθω περήφανη για αυτό. Όποιος λέει: «Μεγάλο δώρο στον εαυτό σου είναι η ψυχοθεραπεία» έχει δίκιο. Κοιτάω πίσω με περισσότερη αποδοχή και μπροστά με περισσότερη σιγουριά!

√2 Δεν ψάχνω αξία. Έχω!

ΚΕΦΑΛΑΙΟ «ΑΠΟΔΟΧΗ»

Μπαμπά, θέλω να σου πω κάτι. Όχι με θυμό. Με ειλικρίνεια.

Μεγάλωσα με την αίσθηση πως η αγάπη έπρεπε να κερδίζεται. Πως δεν αρκούσε να είμαι εγώ – έπρεπε να είμαι «όπως με θέλεις». Να μην εκτεθώ, να μη φέρω ντροπή, να μη σε πληγώσω. Και κάπως έτσι, άρχισα να ζω με τον φόβο σου. Όχι φόβο για τιμωρία, αλλά για το βλέμμα σου. Την αποδοκιμασία σου. Το «τι θα πεις» και το «πώς θα το πάρεις». Έμαθα να διαβάζω τα νεύρα σου πριν καν μιλήσεις. Έμαθα να αυτολογοκρίνομαι. Και να μετράω την αξία μου όχι με βάση το τι είμαι, αλλά με βάση το τι θα έλεγες εσύ. Ή τι θα έλεγε ο κόσμος.

Ξέρεις, αν ο άνθρωπος ήταν ένα κλάσμα – μιας και εσύ καταλαβαίνεις πιο καλά τους αριθμούς – ο αριθμητής θα ήταν η πραγματική του αξία – αυτά που είναι, που μπορεί, που νιώθει. Ο παρονομαστής είναι η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Και εμένα, για χρόνια, αυτός ο παρονομαστής ήταν στραβός. Γιατί αντί να τον χτίσω με αγάπη, τον έφτιαξα με φόβο, ενοχή, και ντροπή. Πίστευα ότι είμαι λίγος. Ότι δε φτάνω. Ότι πρέπει πάντα να προσπαθώ για να αξίζω.

Και τώρα που αναγνωρίζω τον αριθμητή μου – που βρίσκω την αξία μου και σηκώνω κεφάλι – υπάρχουν στιγμές που νιώθω ότι σου φαίνεται υπερβολικό. Ότι το βλέπεις σαν αλαζονεία. Δεν είναι. Η διαφορά ανάμεσα στην αλαζονεία και την αυτοεκτίμηση είναι η σιωπή. Δεν φωνάζω ποιος είμαι – απλώς δεν απολογούμαι γι’ αυτό. Δεν στο λέω για να σου φορτώσω ευθύνες. Ξέρω πως έτσι μεγάλωσες κι εσύ.

Απλώς σου ζητάω να δεις ότι μεγαλώνω κι εγώ. Ότι αλλάζω. Και ότι για να μπορέσουμε να έχουμε σχέση ουσιαστική, χρειάζεται να με δεις όπως είμαι, όχι όπως φοβάσαι να με δεις. Σ’ αγαπώ. Αλλά αγαπώ και εμένα. Και αυτό δεν είναι αχαριστία. Είναι ισορροπία.

It’s a Match… vol2! (ή αλλιώς περί ξεχωριστού)

Άλλο ένα καλοκαίρι που μας αποχαιρέτισε κλείνοντάς μας το μάτι πονηρά και το δροσερό αεράκι του φθινοπώρου πήρε τη θέση του σαν απαλό χάδι.

Κι ενώ μπορώ να μακρηγορώ για (αρκετές) ώρες και να ρομαντικοποιήσω κάθε μου σκέψη μέχρι να αποφασίσω να «μπω στο ψητό», αναρωτιέμαι το εξής: μήπως στην αναζήτηση αυτού του «μοναδικού»- συναισθήματος και στο όνομα του «ρομαντισμού» δαιμονοποιήσαμε κάθετι που στα μάτια μας δεν μοιάζει «ξεχωριστό»  ή «μαγικό» και χάσαμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων;

Κι εδώ φέρνω στο μυαλό μου τα μάτια της φίλης μου να λαμπυρίζουν πάνω από την οθόνη του κινητού – μόνο που αυτή η εικόνα είναι η μία όψη του νομίσματος, το χαμόγελο σε μία οθόνη. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι πως τα μάτια της έλαμπαν από την πρώτη στιγμή που γνώρισε έναν άνθρωπο και εξακολουθούν να λάμπουν ενώ έχουν περάσει αρκετές ημέρες. Αυτή την επικοινωνία και την σύνδεση που αναζητούσε τη βρήκε- πίσω από το πληκτρολόγιο μπορεί- όμως τη βρήκε. Άλλωστε ποιος μας υπογράφει πως οι εφαρμογές γνωριμιών είναι επιφανειακές κυρίως και ποιος μας επιβεβαιώνει πως αν κάνουμε μία γνωριμία από κοντά θα είναι πιο ουσιαστική;

 

Μη μου πεις πως δεν σου έχει συμβεί κι εσένα να ξεκινάς μία κουβέντα με έναν άνθρωπο μέσα από τα σόσιαλ και να εξελιχθεί τόσο ραγδαία που να ξενυχτάς με το κινητό δίπλα από το κεφάλι σου, να περιμένεις διακαώς μήνυμα του και όταν έρχεται η ώρα να συναντηθείτε η καρδιά σου να χτυπάει όπως τότε στο σχολείο.

 

Άραγε αυτό δεν είναι «μαγικό» συναίσθημα;;

Ή μήπως το ότι οι δρόμοι σας συναντήθηκαν «ιντερνετικά» μειώνει την ένταση του συναισθήματος;

 

Άραγε πόσους ανθρώπους έχεις γνωρίσει από κοντά με τις ιδανικότερες συνθήκες – το τέλειο μέρος την ιδανική στιγμή κι εν τέλει οι γνωριμίες αυτές δεν οδήγησαν πουθενά;

Ή μήπως επειδή ήταν το «τέλειο timing» και γνωριστήκατε με τις κατάλληλες προϋποθέσεις προμήνυε πως θα έχει οπωσδήποτε αίσιο τέλος;

Κι όσο κρατάμε το ΙΔΙΟ νόμισμα στο χέρι υποστηρίζοντας διαφορετική πλευρά ο καθένας, τόσο χάνουμε το ίδιο το νόημα.

Όσο εύκολο είναι να επιλέγεις από τη «βολή» του σπιτιού σου το επόμενο σου date, άλλο τόσο εύκολο είναι να απορρίπτεις οτιδήποτε νέο σε ξεβολεύει και να ρίχνεις την ευθύνη στις εποχές που έχουν αλλάξει. Ταυτόχρονα όσο δύσκολο είναι να βγείς από το «καβούκι» σου ραντεβού με έναν άγνωστο που έχετε επικοινωνήσει μόνο διαδικτυακά, τόσο δύσκολο είναι να τολμήσεις να πας να μιλήσεις στην άλλη άκρη του μπαρ στο άτομο που σου αρέσει.

Η μόνη ερώτηση που τελικά αξίζει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι (πρώτα)  στον εαυτό μας και μετά στον άλλο είναι η εξής:

 

-Θες;

(-Θέλω.)

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

Εσύ που πήγες διακοπές;

Την καλοκαιρινή περίοδο, είναι πλέον γεγονός πως οπουδήποτε κι αν βρεθείς μία είναι η «must» ερώτηση: «εσύ πού πήγες διακοπές φέτος;» Κι ενώ μοιάζει σαν μία απλή ερώτηση για να έρθεις κοντά με τον συνομιλητή σου και να ξεκινήσει μία κουβέντα, τι συμβαίνει στις περιπτώσεις όπου ενώ έξω ο ήλιος λάμπει και φωτίζει το σύμπαν γύρω μας , μέσα μας έχει ήδη ξεκινήσει για τα καλά η «κακοκαιρία»…;

Ομολογουμένως, το καλοκαίρι είναι μία περίοδος που όλοι -λίγο πολύ την έχουμε στο μυαλό μας ως πιο ανάλαφρη και χαλαρή : βουτιές μέχρι να δύσει ο ήλιος, βόλτες βραδινές στα σοκάκια ενός νησιού, ταβερνάκια , παρέα , φίλοι , θερινά και τα σχετικά. Οι προσδοκίες μας είναι τόσο υψηλές που επιστρέφοντας συχνά από τις διακοπές αντί να αισθανόμαστε «γεμάτοι», αισθανόμαστε όλο και μεγαλύτερο κενό κι ένα αίσθημα ανικανοποίητου, καθώς κάθε χρόνο ανεβάζουμε όλο και πιο ψηλά τον πήχη για τις επικείμενες ημέρες άδειας μας. Κι ενώ έχουμε προγραμματίσει λεπτομερώς τις διακοπές μας , στο τέλος κάτι μοιάζει να μη μας ταίριαξε και φέτος- σαν κάτι πάλι να έλειπε κι αυτή τη χρονιά.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να πούμε πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία , όταν η καθημερινή ρουτίνα δεν μας ικανοποιεί , δεν μπορούμε να έχουμε την απαίτηση λίγες ημέρες διακοπών να βελτιώσουν τη ζωή μας. Από την άλλη, αρκετά συχνά παρατηρείται πως οι άνθρωποι αντί να είμαστε σε επικοινωνία με τον εαυτό, χανόμαστε κάπου στη «βαβούρα» του κόσμου και δεν έχουμε πραγματική εικόνα του τι μπορεί να χρειαζόμαστε την κάθε χρονική στιγμή.

Ακόμα κι αν έχουμε εικόνα των πραγματικών μας επιθυμιών, αρκετά συχνά μπορεί να αισθανόμαστε ενοχές που δεν ζούμε το καλοκαίρι όπως θα έπρεπε. Σε συνδυασμό με το παραπάνω , το κερασάκι στην τούρτα είναι και τα φιλικά μας πρόσωπα που συχνά δεν μπορούν να αποδεχτούν τη δική μας επιθυμία για κάτι το διαφορετικό και εν τέλει υποκύπτουμε με την εξής κλασική ατάκα «καλοκαίρι είναι κι εσύ θα μείνεις μέσα;»

Χρειάζεται πρώτα εμείς οι ίδιοι να απενοχοποιήσουμε την επιθυμία μας και να τη σεβαστούμε για να τη σεβαστούν και οι γύρω μας. Κάποιοι από εμάς μπορεί το καλοκαίρι να μη θέλουν να το περάσουν στην παραλία , άλλοι μπορεί την Πρωτοχρονιά μπορεί να θέλουν να την περάσουν μόνοι με ταινία ή ακόμα και τα γενέθλια να μη θέλουν να τα γιορτάσουν και όλο αυτό είναι υγιές και δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής ασθένειας όπως πολλοί βιάζονται να πουν.

Χρειάζεται να θυμόμαστε πως οι διακοπές δεν υπάρχουν για να συντάσσονται με τα «πρέπει» μας , αλλά για να ακολουθούν τα «θέλω» μας και μόνο.

Επίσης είναι αξιοσημείωτο να αναφέρουμε πως ακόμα κι αν τύχουν απρόοπτα στις διακοπές ακόμα και δεν ικανοποιηθούν οι προσδοκίες, ακόμα κι όταν έχω ανάγκη να συμβούν πολλές “σωτήριες” και ενδυναμωτικές καταστάσεις μέσα σε μια εβδομάδα με δέκα ημέρες και αυτές δεν συμβαίνουν, ακόμα και τότε μπορώ να προσπαθώ να κάνω μικρές “διακοπές” καθημερινά προσθέτοντας στη  ρουτίνα μου κάτι πολύ μικρό που με ικανοποιεί για να αντέχω καλύτερα τις “κακοκαιρίες” που θα έρθουν.

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

IT’S A MATCH!

Είναι καλοκαίρι, από εκείνες τις μαγευτικές βραδιές όπου η θέα του φεγγαριού σε συνδυασμό με την ηρεμία της θάλασσας ηρεμούν κάθε ενοχλητική «φωνούλα» του μυαλού σου – όχι όμως εκείνη της φίλης σου που είναι μαζί και ζητωκραυγάζει για τη νέα γνωριμία που μόλις ξεκίνησε από εφαρμογή γνωριμίας. Τα μάτια της λάμπουν όσο το κεφάλι της είναι σκυμένο πάνω από την οθόνη του κινητού και τα δάχτυλά της τρέχουν στο πληκτρολόγιο πιο γρήγορα ακόμα κι από τη σκέψη της. Την κοιτάζω με ένα αμήχανο χαμόγελο – συνδυασμό χαράς και ταυτόχρονα απορίας: έτσι θα φλερτάρουμε τελικά;;

Σε μία εποχή όπου όλα εξελίσσονται με ραγδαίους ρυθμούς, είναι φυσικό κι επόμενο και ο τομέας του «φλερτ» να περάσει στην εικονική πραγματικότητα. Λίγο η καραντίνα που μας «συνήθισε» σε νέους τρόπους γνωριμιών, λίγο ο περιορισμένος ελεύθερος χρόνος στην καθημερινότητα λίγο η εσωστρέφεια ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού μας οδήγησαν στον «εύκολο» δρόμο της γνωριμίας μέσω εφαρμογών.

Με το πάτημα ενός και μόνο «πλήκτρου» έχεις στην οθόνη του κινητού σου μία πληθώρα επιλογών για να επιλέξεις με τι ακριβώς θέλεις να ασχοληθείς. Φωτογραφίες που διαδέχονται η μία την άλλη , πληροφορίες για hobby , ενδιαφέροντα ακόμα και για τον χαρακτήρα.

«Kαι με το vibe τι γίνεται ;;»

«Ε μα αυτός είναι ο σκοπός! Να σου «κεντρίσει» το ενδιαφέρον η εμφάνιση και μετά να βγείς ραντεβού!» μου απάντησε με μία φυσικότητα η φίλη μου προτρέποντάς με να κατεβάσω κι εγώ την εφαρμογή γιατί όπως λέει αυτός είναι ο ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ νέος τρόπος γνωριμιών!

Και όλη αυτή η μαγεία να εξερευνήσεις το  «άγνωστο» που πήγε..;

Και εκείνα τα κρύα βράδια του χειμώνα που έμπαινες τρέχοντας στη ζέστη του αγαπημένου σου μπαρ για να μην κρυώσεις και εκείνη τη φορά που  σήκωσες το βλέμμα σου , ένιωσες «κάτι» στον αέρα..;

Και εκείνη την ημέρα στην παραλία όπου δεν είχες σκοπό να πας αλλά όταν έφτασες, ένιωσες πάλι αυτό το «κάτι»..;

Kαι εκείνη η μέρα όπου ενώ είχες σκοπό να γυρίσεις σπίτι τα πλάνα άλλαξαν γιατί προστέθηκε αυτό το «κάτι» στον ορίζοντα ..;

Και άλλα τόσα.. κι αν τα παραπάνω δεν είναι πλέον αυτό το «κάτι» που νοστιμεύει το φαγητό τότε τι είναι ;

«Ουτοπία!» μου απάντησε.

-Ή και όχι.-

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης