Month: <span>April 2026</span>

Το Παιδί και “Το Πρόβλημα”

Πριν κάποια χρόνια συνάντησα μια μαμά που κατά την προσπάθειά της να μου εξηγήσει το μέγεθος της συναισθηματικής της εξάντλησης εξαιτίας όσων βίωνε με το παιδί της μου είπε:

 

«Έχω ένα παιδί και ένα πρόβλημα».

Τι εννοούσε?

Ότι είχε δύο παιδιά: ένα που το θαύμαζε, ήταν το καμάρι της, δεν την προβλημάτιζε, ήταν πειθαρχημένο, υπάκουο, χαρούμενο, είχε στόχους,

Και άλλο ένα παιδί:

Το παιδί – πρόβλημα. Εκείνο που αντιμετώπιζε πολλές προσωπικές δυσκολίες: με τους φίλους, με τους στόχους της, με τα ξεσπάσματα του θυμού της απέναντι στους γονείς της, με το φαγητό, με τις νοσηλείες.

Ποιο είναι όμως αυτό το παιδί τελικά?

Το μαύρο κοτοπουλάκι που μοιάζει στη μαμά του, ή το άσπρο κοτοπουλάκι που ξεχωρίζει?

Είναι ένα παιδί που έχει λάβει αγάπη και αποδοχή ή ένα παιδί που είναι διαφορετικό και πιο «δύσκολο» στην κατανόησή του?

Αποτελεί ένα παιδί που έχει λάβει συμβουλές και ζεστές αγκαλιές, ή ένα παιδί που έχει λάβει πολλές τιμωρίες και εκφοβισμούς επειδή δεν υπακούει τους μεγάλους?

Είναι ένα παιδί που του έχει δοθεί χώρος και χρόνος για συζήτηση και κατανόηση, ή ένα παιδί που απορρίπτεται ό,τι κι αν πει επειδή όλοι είναι «κουρασμένοι» για να το ακούσουν?

Συνιστά ένα παιδί που είναι δικαιολογημένο να λαμβάνει τον θυμό και την απόρριψη από το περιβάλλον του, ή ένα παιδί που θα ήταν καλό να τύχει της συμπόνοιας για τον πόνο που μπορεί να βιώνει?

Αν περιγράφω το παιδί μου ως «πρόβλημα», πόσα περιθώρια αφήνω στον εαυτό μου να παρατηρήσει ότι κάποιοι λόγοι θα υπάρχουν που το παιδί αυτό δεν χαίρεται και δεν απολαμβάνει τη ζωή του?

Είναι λογικό να νιώθει ένας γονιός έτσι?

Είναι λογικό. Ανάλογα με τις εμπειρίες του, τα βιώματά του, τα γεγονότα που συντρέχουν εκείνη την περίοδο, τις ψυχικές αντοχές, τη δυνατότητα κατανόησης, την προσωπικότητα, το περιβάλλον του.

Είναι λογικό και να αντιμετωπίζει το παιδί του ως «πρόβλημα»?

Όχι. Δεν είναι λογικό. Είναι λογικό να δυσκολεύεται, αλλά δεν είναι λογικό να μη ζητάει την κατάλληλη βοήθεια ή όταν τη ζητάει να μην προσπαθεί να την ακούσει «ενεργητικά». Όταν μια προβληματική συμπεριφορά επαναλαμβάνεται με την πλήρη γνώση μας, τότε παύει να είναι μια συμπεριφορά εξ ‘ αμελείας.

Πολλά δύσκολα και δυσβάσταχτα μπορούν να συμβούν σε κάθε άνθρωπο.

Όταν δεν μπορείς μόνος, ζήτα βοήθεια!

 Όλες οι δυσκολίες (και οι δικές σου, και του παιδιού σου,…) επιδέχονται εξήγησης και διαχείρισης, έστω και ως κάποιο βαθμό …

Εσύ τολμάς να παλέψεις ενάντια στο “φόβο της δικής σου αποτυχίας” ως γονιός?

Όταν το “απλά μιλάμε” δεν είναι τόσο απλό

…Ήταν ήδη μέσα Δεκεμβρίου και το διάστημα που είχαμε καθημερινή επικοινωνία μετρούσε λιγότερο από 6 μήνες. Η επικοινωνία μας περιλάμβανε από θεματολογία καθημερινότητας μέχρι τους βαθύτερους μας φόβους και τα όνειρά μας. Κάθε μας συζήτηση άνοιγε ένα «παράθυρο» στην φαντασία και ήταν σαν να ξεφεύγαμε και οι δύο από την βαρετή ρουτίνα. Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη να μας επαναφέρω στην πραγματικότητα και τους δύο παίρνοντας την πρωτοβουλία να μιλήσω:

«Ξέρεις.. όσο μιλάμε τόσο μου αρέσει η επικοινωνία μας και τόσο ζορίζομαι να την σταματήσω και να προχωρήσω. Εσύ είσαι ήδη σε μία σχέση, έχεις βρει τον άνθρωπό σου, ήρθε η ώρα και για εμένα να μη ζω με αυταπάτες.»

«Αχ.. αν είχα βρει τον άνθρωπό μου πιστεύεις θα υπήρχε χώρος για την επικοινωνία μας; Eξάλλου δεν κάνουμε κάτι κακό-απλά μιλάμε!»

«Απλα μιλάμε..» πόσες φορές άραγε έχουμε πει και πόσες φορές έχουμε ακούσει αυτή την έκφραση; Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: για ποιο λόγο ενώ επιλέγουμε να είμαστε σε μία σχέση ταυτόχρονα αναζητάμε την επικοινωνία κι από άλλους ανθρώπους; Σύμφωνα με την ψυχολογία, η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί θεμελιώδες κομμάτι της αυτοεκτίμησης. Έτσι, όσο χαμηλή είναι η αυτοεκτίμηση ενός ατόμου τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη του για επιβεβαίωση ενώ αντιθέτως όσο πιο υψηλή είναι η αυτοεκτίμησή του τόσο λιγότερο έχει την ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν ένα άτομο δεν λαμβάνει αρκετή συναισθηματική ανταπόκριση μέσα στη σχέση του, είναι πιθανό να την αναζητήσει εκτός αυτής — ακόμη και μέσα από φαινομενικά «αθώες» συνομιλίες μέχρι να λάβει την επιθυμητή επιβεβαίωση.

Πολύ συχνά παρατηρείται μάλιστα, πως ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού όχι απλώς αναζητά επιβεβαίωση μέσω της επικοινωνίας, αλλά «βασίζει» και την επιλογή συντρόφου στην ανάγκη για επιβεβαίωση. Αυτό σημαίνει πως τις περισσότερες φορές η επιλογή συντρόφου γίνεται με βάση το κριτήριο της επιβεβαίωσης που μπορεί να μας δίνει το άλλο άτομο κι όχι με βάση την επιθυμία μας για το άλλο άτομο. Έτσι, αρκετά συχνά οι άνθρωποι επιλέγουμε πιο εύκολα ανθρώπους οι οποίοι μας επιβεβαιώνουν με κάθε αφορμή παρά ανθρώπους με τους οποίους ενδεχομένως να έχουμε καλύτερη χημεία αλλά δεν μας επιβεβαιώνουν με τον τρόπο
που επιθυμούμε.

Και κάπου εδώ αναρωτιέμαι: πόσο «αθώα» είναι η καθημερινή επικοινωνία στο chat με άλλο άτομο όταν είμαστε σε σχέση;

Σε αυτό το σημείο, η σύγχρονη ψυχολογία χρησιμοποιεί τον όρο «micro-cheating» για να περιγράψει συμπεριφορές που δεν αποτελούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά ενδέχεται να παραβιάζουν τα συναισθηματικά όρια μιας σχέσης. Πρόκειται για μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στην αθώα κοινωνική αλληλεπίδραση και την προδοσία της εμπιστοσύνης καθώς περιλαμβάνει φαινομενικά ασήμαντες συμπεριφορές που δεν συνιστούν ξεκάθαρη απιστία, αλλά εμπεριέχουν στοιχεία φλερτ, συναισθηματικής εγγύτητας
ή μυστικότητας προς τρίτα άτομα. Αυτές οι συμπεριφορές από μόνες τους μπορεί να φαίνονται «αθώες», αλλά αποκτούν
διαφορετικό νόημα όταν υπάρχει πρόθεση ή συναισθηματική επένδυση. Έτσι, ένα απλό μήνυμα μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι αθώο, όταν όμως είναι μία πληροφορία την οποία κρύβουμε από την/τον σύντροφό μας, υπάρχει εκ μέρους μας η επιθυμία για περισσότερη επικοινωνία, δημιουργείται σύνδεση που ανταγωνίζεται την σχέση ή το τρίτο πρόσωπο αντικαθιστά την/τον
βασικό σύντροφο σε σημαντικές ανάγκες, τότε πιθανότατα έχει ήδη ξεπεραστεί ένα όριο. Σε έναν κόσμο όπου η επικοινωνία είναι πιο εύκολη και άμεση από ποτέ, τα όρια στις σχέσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρα — αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητα. Το «μικρο-φλερτ» μπορεί να φαίνεται αθώο, όμως συχνά λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων αναγκών, επιθυμιών ή ελλείψεων.

Όπως και σε όλες τις σχέσεις έτσι και στις ερωτικές το σημαντικότερο όλων πέρα από τον αλληλοσεβασμό είναι να σκεφτόμαστε και να πράττουμε με ενσυναίσθηση προς το άλλο πρόσωπο- να αναρωτιόμαστε: πώς θα μου φαινόταν αυτή η συμπεριφορά αν την δεχόμουν εγώ;

 

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης