Σώμα … για Παραλία!
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την καταπολέμηση του λεγόμενου «body shaming» και την προώθηση της αποδοχής της διαφορετικότητας. Μιλάμε ανοιχτά για την αποδοχή, την διαφορετικότητα και την ανάγκη να αγαπήσουμε το σώμα μας όπως είναι.
Κι όμως, όσο κι αν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο μας βλέπουν οι άλλοι, συχνά παραμένει αμετάβλητος ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας.
Ξέρεις, η πιο σκληρή κριτική δεν ακούγεται πάντα από τρίτους. Ψιθυρίζεται μέσα στο μυαλό μας κάθε φορά που στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη. Εκεί, όπου αντί να αντικρίσουμε το σώμα που μας στηρίζει καθημερινά, που μας επιτρέπει να κινούμαστε, να αγκαλιάζουμε, να ζούμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις, επιλέγουμε να εστιάσουμε σε όσα θεωρούμε ότι δεν είναι αρκετά. Στα κιλά που θέλουμε να χάσουμε, στις ατέλειες που μόνο εμείς παρατηρούμε, στις συγκρίσεις
με εικόνες που προβάλλονται ως ιδανικές.
Και καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει, αυτή η εσωτερική φωνή μοιάζει να γίνεται ακόμη πιο δυνατή. Οι βιτρίνες γεμίζουν μαγιό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται από «τέλεια» σώματα και η γνωστή φράση «πρέπει να βγω στην παραλία» αποκτά ξαφνικά το βάρος μιας δοκιμασίας. Σαν να χρειάζεται κανείς να περάσει μια αόρατη αξιολόγηση για να δικαιούται να απολαύσει τον ήλιο και τη θάλασσα.
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα: μέχρι πότε θα επιτρέπουμε στην εμμονή με την τελειότητα και την αψεγάδιαστη εικόνα να μας στερεί στιγμές χαράς, ελευθερίας και αυθεντικής απόλαυσης; Μέχρι πότε θα αναβάλλουμε εμπειρίες, θα κρύβουμε το σώμα μας και θα αρνούμαστε στον εαυτό μας μικρές καθημερινές ευτυχίες, περιμένοντας να φτάσουμε σε μια εκδοχή του εαυτού μας που ίσως να μην θεωρήσουμε ποτέ αρκετά «καλή»; Γιατί η ζωή δεν ξεκινά όταν χάσουμε κάποια κιλά, ούτε όταν αποκτήσουμε το σώμα που ονειρευόμαστε.
Η ζωή συμβαίνει τώρα, στο σώμα που έχουμε σήμερα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται δυσαρέσκεια για την εικόνα τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε έναν ατελείωτο κατάλογο από «τέλειες» ζωές, «τέλεια» σώματα και «τέλειες» στιγμές. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από φωτογραφίες που παρουσιάζουν ανθρώπους χωρίς ατέλειες, με καλογυμνασμένα σώματα,
λαμπερό δέρμα και αψεγάδιαστη εμφάνιση.
Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι βλέπουμε μόνο ένα μικρό, επιμελώς επιλεγμένο κομμάτι της πραγματικότητας. Πίσω από μια φωτογραφία μπορεί να κρύβονται δεκάδες λήψεις, ειδικός φωτισμός, συγκεκριμένες πόζες, φίλτρα, εφαρμογές επεξεργασίας εικόνας ή ακόμη και επαγγελματικές παρεμβάσεις. Με άλλα λόγια, συγκρίνουμε την καθημερινότητά μας με την καλύτερη, και πολλές φορές τεχνητή, εκδοχή της ζωής κάποιου άλλου.
Η συνεχής έκθεση σε τέτοιες εικόνες δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η τελειότητα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Έτσι, αρχίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να έχουμε επίπεδη κοιλιά όλο τον χρόνο, αψεγάδιαστο δέρμα ή συγκεκριμένες αναλογίες σώματος. Όταν όμως το δικό μας σώμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα πρότυπα —και συνήθως δεν ανταποκρίνεται, γιατί είναι
ανθρώπινο— γεννιούνται η ανασφάλεια, η απογοήτευση και η αίσθηση ότι υστερούμε.
Η μεγαλύτερη παγίδα των social media δεν είναι ότι μας δείχνουν όμορφους ανθρώπους. Είναι ότι μας κάνουν να πιστεύουμε πως αυτή η εικόνα είναι η πραγματικότητα για όλους τους άλλους, εκτός από εμάς. Κι έτσι, αντί να εκτιμούμε το σώμα μας για όσα μας προσφέρει, το αντιμετωπίζουμε ως ένα διαρκές έργο προς βελτίωση.
Η αλήθεια είναι ότι έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε το σώμα μας ως ένα διαρκές έργο υπό κατασκευή. Πάντα υπάρχει κάτι που πρέπει να αλλάξει, να διορθωθεί ή να βελτιωθεί. Λίγα κιλά λιγότερα, πιο γυμνασμένα πόδια, πιο επίπεδη κοιλιά, πιο σφιχτό σώμα. Κι όταν πετυχαίνουμε έναν στόχο, σχεδόν αμέσως εμφανίζεται ο επόμενος. Σαν να μην μας επιτρέπουμε ποτέ να νιώσουμε πραγματικά ικανοποιημένοι με αυτό που είμαστε.
Το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές ξοδεύουμε τόσο πολύ χρόνο προσπαθώντας να αλλάξουμε το σώμα μας, που ξεχνάμε να το ζήσουμε. Αναβάλλουμε τις διακοπές, τις φωτογραφίες, τις βουτιές στη θάλασσα, ακόμη και τις στιγμές ξεγνοιασιάς, μέχρι να νιώσουμε «έτοιμοι». Όμως πόσες όμορφες αναμνήσεις χάνονται περιμένοντας την τέλεια εκδοχή του εαυτού μας; Αξίζει να αναρωτηθούμε πόσες φορές έχουμε κοιτάξει παλιές φωτογραφίες και έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ήμασταν πολύ πιο όμορφοι απ’ όσο πιστεύαμε τότε. Πόσες φορές θυμηθήκαμε τις ανασφάλειες που μας βασάνιζαν και χαμογελάσαμε, γιατί σήμερα μοιάζουν ασήμαντες. Αυτό αποδεικνύει ότι ο αυστηρότερος κριτής μας είναι συχνά ο ίδιος μας ο εαυτός.
Το σώμα μας δεν είναι ένα διακοσμητικό αντικείμενο που υπάρχει για να το αξιολογούν οι άλλοι. Είναι το μέσο μέσα από το οποίο βιώνουμε τη ζωή. Είναι το σώμα που μας συνοδεύει στις καλοκαιρινές εξορμήσεις, που μας επιτρέπει να περπατάμε ξυπόλητοι στην άμμο, να κολυμπάμε στη θάλασσα, να αγκαλιάζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και να δημιουργούμε αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή. Κι όμως, συχνά ξεχνάμε να το ευχαριστήσουμε γι’ αυτά που κάνει για εμάς και επιλέγουμε να το τιμωρούμε για όσα δεν είναι.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική πρόκληση να μην είναι να αποκτήσουμε το «τέλειο σώμα», αλλά να χτίσουμε μια πιο υγιή σχέση μαζί του. Να μάθουμε να το ακούμε, να το φροντίζουμε και να το σεβόμαστε, χωρίς να το υποβάλλουμε διαρκώς σε συγκρίσεις και εξαντλητικές απαιτήσεις. Να κατανοήσουμε ότι η αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται όταν φτάσουμε σε ένα συγκεκριμένο νούμερο στη ζυγαριά, αλλά όταν πάψουμε να εξαρτούμε την αξία μας από αυτό.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα που αξίζει να θυμόμαστε κάθε καλοκαίρι: η παραλία δεν είναι ένας χώρος όπου δοκιμάζεται η εμφάνισή μας, αλλά ένας τόπος όπου δημιουργούνται στιγμές. Κανείς δεν θα θυμάται το μέγεθος του μαγιό που φορούσαμε, το βάρος μας ή τις ατέλειες που τόσο μας απασχολούσαν. Θα θυμόμαστε όμως τα γέλια, τις βουτιές, τα ηλιοβασιλέματα, τις παρέες και εκείνη την αίσθηση ελευθερίας που μόνο το καλοκαίρι μπορεί να χαρίσει.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το καλύτερο σώμα για την παραλία είναι εκείνο που μας επιτρέπει να είμαστε παρόντες στις στιγμές που έχουν πραγματική αξία. Και αυτές οι στιγμές δεν περιμένουν την τελειότητα για να συμβούν.
Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης