Month: <span>September 2026</span>

Για τις ζωές, που δεν ζήσαμε…

Είναι ένα καλοκαιρινό βράδυ από εκείνα που δεν θέλεις να τελειώσουν- με το καλοκαιρινό του αεράκι, την καλύτερη παρέα και ένα από τα αγαπημένα μου κρασιά. Κάπου λοιπόν ανάμεσα σε όλη την θεματολογία που προηγήθηκε, ήρθε η συζήτηση στις επιλογές που έχουμε κάνει και στο πολύ κοινό «τι θα γινόταν αν…».

Κι ενώ πολλοί από εμάς συμβιβαζόμαστε με την ιδέα ότι ο χρόνος πίσω δεν γυρνά, υπάρχει κι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που βιώνει αυτό το σιωπηλό πένθος – το πένθος για όσα δεν συνέβησαν.

Για εκείνη την σχέση που δεν προχώρησε.

Για εκείνη την δουλειά που ονειρευτήκαμε αλλά δεν διεκδικήσαμε.

Για την εκδοχή του εαυτού μας που ίσως υπήρχε μέσα σε μια διαφορετική επιλογή την οποία δεν καταφέραμε να «αγγίξουμε».

Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι: μπορούμε να ξέρουμε εάν η ζωή που φανταζόμαστε θα ήταν πράγματι καλύτερη από αυτή την οποία ζούμε;

Το μυαλό μας έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να επιστρέφει σε δρόμους που δεν επιλέξαμε και να δημιουργεί μία εναλλακτική εκδοχή της ζωής την οποία στη συνέχεια ιδανικοποιούμε καθώς δεν έχουμε πραγματικά δεδομένα γι’ αυτή. Συγκρίνουμε την πραγματική μας ζωή με μία φαντασιακή της εκδοχή στην οποία έχουμε κρατήσει μόνο όσα θα επιθυμούσαμε να έχουν συμβεί, χωρίς να γνωρίζουμε στην πραγματικότητα αν θα ήμασταν επί της ουσίας καλύτερα. Έχουμε πείσει τον εαυτό μας πως «θα ήμουν καλύτερα» αντί να λέμε πως «θα μπορούσα να είναι διαφορετικά».

Ξέρεις, κάθε σημαντική επιλογή που πραγματοποιούμε δημιουργεί έναν μικρό αποχαιρετισμό στις άλλες πιθανότητες. Κάθε «ναι» που λέμε στη ζωή μας κρύβει μέσα του ένα μικρό «όχι» σε κάτι άλλο, και κάθε «όχι» που τολμάμε να πούμε, ανοίγει χώρο για ένα διαφορετικό «ναι».

Επιλέγοντας λοιπόν έναν δρόμο, αφήνουμε πίσω όλους τους δρόμους που θα μπορούσαμε να έχουμε επιλέξει, αποχαιρετώντας με αυτό τον τρόπο και πιθανές εκδοχές του εαυτού μας. Και ίσως να είναι αυτό που μας πληγώνει περισσότερο – όλες εκείνες οι εκδοχές του εαυτού μας που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί πως, για να «απαλύνουμε» μία ενδεχόμενη θλίψη μέσα μας, δεν χρειάζεται να πείσουμε τον εαυτό μας πως «όλα έγιναν για κάποιο λόγο» ούτε ότι όποια απόφαση που πήραμε ήταν σωστή. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι κάποιες επιλογές μας κόστισαν, ότι ίσως χάσαμε στην πορεία ορισμένα πράγματα, ίσως υπάρχουν ζωές που δεν θα μάθουμε ποτέ πώς θα ήταν αλλά ταυτόχρονα να δεχτούμε ότι η ζωή δεν είναι ένα τεστ στο οποίο υπάρχει μόνο μία σωστή απάντηση.

Ο σημερινός μας εαυτός κοιτάζει τον παλιό με περισσότερη γνώση, αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο παλιός εαυτός μπορούσε να γνωρίζει όσα εμείς γνωρίζουμε σήμερα.

Ίσως, τελικά, δεν χρειάζεται να επιστρέφουμε στο παρελθόν για να αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε να είχαμε επιλέξει διαφορετικά. Ο άνθρωπος που είμαστε σήμερα γνωρίζει πράγματα που τότε δεν γνωρίζαμε, βλέπει καθαρότερα όσα κάποτε ήταν θολά και καταλαβαίνει διαφορετικά όσα τότε έμοιαζαν αδύνατο να κατανοηθούν.

Αυτό όμως δεν κάνει τον παλιό μας εαυτό λιγότερο σοφό· τον κάνει απλώς άνθρωπο που αποφάσιζε με τα δεδομένα, τις ανάγκες, τους φόβους και τις δυνατότητες που είχε τότε.

Ίσως η συμφιλίωση με τις ζωές που δεν ζήσαμε να αρχίζει ακριβώς εκεί: όχι όταν βεβαιωθούμε πως πήραμε πάντα τις σωστές αποφάσεις, αλλά όταν πάψουμε να απαιτούμε από τον παλιό μας εαυτό να είχε τη γνώση του σημερινού.

Γιατί κάθε επιλογή κλείνει έναν δρόμο, αλλά δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε μια ζωή που χάσαμε. Μπορεί να γίνει απλώς η ζωή
που, με όσα τότε μπορούσαμε να γνωρίζουμε, επιλέξαμε να ζήσουμε.

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης

إ

Μία ζωή που σου ταιριάζει δεν χρειάζεται να φαίνεται εντυπωσιακή.

Αρκετά συχνά, παρατηρείται πως στις περισσότερες συζητήσεις που αφορούν την προσωπική πορεία ενός ανθρώπου, έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε την «καλή ζωή» μέσα από συγκεκριμένα σημάδια: μια ενδιαφέρουσα δουλειά, ταξίδια, οικονομική άνεση, κοινωνική ζωή, ένα όμορφο σπίτι. Πιστεύουμε πως όσο περισσότερα από τα παραπάνω υπάρχουν, τόσο πιο πολλές είναι οι
πιθανότητες ο άλλος να «τα έχει καταφέρει στη ζωή».

Και κάπου εκεί αναρωτιέμαι, πόσα από τα παραπάνω κριτήρια είναι δικά μας κριτήρια ευτυχίας και πόσα έχουμε μάθει να τα θεωρούμε σημαντικά επειδή τα βλέπουμε στους άλλους;

Σύμφωνα με την ψυχολογία, η κοινωνική σύγκριση είναι ένας φυσικός τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να καταλάβουμε τον εαυτό μας: παρατηρούμε τους άλλους για να αξιολογήσουμε τις ικανότητες, τις επιλογές, την πορεία ή την θέση μας. Η σύγκριση ομολογουμένως είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά όταν γίνεται ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο μετράμε την αξία μας, αρχίζει πλέον και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Πόσες φορές άλλωστε, ειδικά τώρα το καλοκαίρι βλέποντας αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχεις καταλήξει στο εξής συμπέρασμα : «εκείνος καταφέρνει και πάει σε πολλά μέρη διακοπές – άρα βρίσκεται μπροστά – άρα εγώ είμαι αρκετά πίσω – άρα δεν τα έχω καταφέρει.»

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις αμέτρητες φωτογραφίες και στις πολλαπλές εκδοχές που μας παρουσιάζει ο κοινωνικός περίγυρος για την προσωπική ζωή του καθενός, εμείς χανόμαστε ανάμεσα σε συγκρίσεις και σε μία διαρκή υποτίμηση του εαυτού, καθώς δεν έχουμε ακόμα καταφέρει αυτή την πολυπόθητη «καλή ζωή». Αρνούμαστε πεισματικά να καταλάβουμε πως μία «τέλεια» εικόνα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκτός του ότι δεν συνεπάγεται αυτόματα με την καλή ζωή, πολύ πιθανό εμάς τους ίδιους να μην μας κάνει ευτυχισμένους βαθιά μέσα μας.

Κι ενδεχομένως σε αυτό το σημείο, το πραγματικό μας ζήτημα να μην είναι η σύγκριση καθεαυτή, αλλά η δυσκολία μέσα στην τόση βαβούρα της καθημερινότητας να βρούμε από που πραγματικά αντλούμε χαρά σε αυτή την ζωή.

Γεμίζουμε το feed στην αρχική και το μυαλό μας με βίντεο που μας «υποδεικνύουν» πώς θα αποκτήσουμε το «ευ ζειν» χωρίς να έχουμε πλήρως κατανοήσει τι σημαίνει πρώτα για εμάς τους ίδιους να ζούμε μία «ποιοτική ζωή». Πρωινές ρουτίνες, παραγωγικότητα, ταξίδια γυμναστική, self care, στόχοι, επιτυχία. Κι ενώ όλα τα παραπάνω μπορεί πράγματι να έχουν αξία, κάπου ανάμεσα σε τόσες εικόνες αρχίζουμε και υιοθετούμε έναν έτοιμο ορισμό για το τι σημαίνει να ζούμε καλά πριν προλάβουμε να αναρωτηθούμε τι σημαίνει για εμάς «καλή ζωή».

Στην πραγματικότητα, μπορεί να κυνηγάμε συνεχώς μία ζωή που φαίνεται γεμάτη, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που χρειαζόμαστε είναι απλά μία ζωή που να μας γεμίζει. Τείνουμε να «δαιμονοποιούμε» οτιδήποτε φαινομενικά μοιάζει απλό λιτό κι απέριττο ενώ ταυτόχρονα η εποχή στην οποία ζούμε δείχνει πως έχει πολύ μεγάλη ανάγκη από μία ζωή απαλλαγμένη από τα
«βάρη» του παρελθόντος. Αναζητούμε σε κάθε μας φωτογραφία και εικόνα το «παραδοσιακό» το αυθεντικό ενώ επί της ουσίας η επιλογή του τρόπου ζωής μας είναι ακριβώς το αντίθετο.

Τότε λοιπόν, εάν καταφέρουμε και ηρεμήσουμε και πάρουμε λίγο χρόνο για τον εαυτό μας, η κρυφή μας επιθυμία για ένα άλλο είδος ζωής θα εμφανιστεί και ίσως μας πιάσει λίγο απροετοίμαστους στην τέλεια εικόνα που έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε.

Και ίσως το πρώτο βήμα δεν είναι να προσθέσουμε κάτι ακόμα στην λίστα μας, αλλά να σταματήσουμε για λίγο και να αναρωτηθούμε : Αν δεν υπήρχε κανείς για να εντυπωσιάσεις, θα εξακολουθούσες να θέλεις την ίδια ζωή;

Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη

Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης