BLOG

Δεκάδες άρθρα . Βελτιώστε τον τρόπο ζωής σας!

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Άγχους: Αποτελεσματικότητα Θεραπείας Συμπεριφοράς – Αρνητικοί Παράγοντες

Σε κάποιες περιπτώσεις έχει φανεί ότι η θεραπεία συμπεριφοράς συναντά κάποιες δυσκολίες και για το λόγο αυτό δεν καθίσταται πάντα πλήρως αποτελεσματική. Συγκεκριμένα, οι περιπτώσεις αυτές αφορούν κυρίως την εφαρμογή μη αποτελεσματικών τεχνικών ή τη μη ορθή εφαρμογή της έκθεσης και του εμποδισμού της απάντησης, την άρνηση του θεραπευόμενου να δεχθεί τις προτάσεις του θεραπευτή, την απροθυμία ή την ανικανότητά του να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα σχετικά με το θεραπευτικό του πρόγραμμα, την περίπτωση υποτροπών, την συγκάλυψη των συμπτωμάτων των τελετουργιών, και τη σοβαρή κοινωνική ανεπάρκεια (Foa et al., 1983; Pallanti et al., 2002).

Αναφορικά με την περίπτωση της μη απάντησης στη θεραπεία, οι Pallanti με συνεργάτες (2002) ανέφεραν την αναγκαιότητα χρήσης κοινής γλώσσας και επικοινωνίας ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς ερευνητές και τη γενική ψυχιατρική κλινική πρακτική, ώστε να προαχθεί η καλύτερη επικοινωνία μεταξύ αυτών και η κατεύθυνση των ερευνών. Σημαντική επίσης, είναι η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων για τον πιο σωστό χαρακτηρισμό απάντησης ή μη απάντησης στη θεραπεία, καθώς και η χρήση της μέτρησης της ποιότητας ζωής αλλά και της υποκειμενικής αντίληψης της βαρύτητας και της αλλαγής από τον ίδιο το θεραπευόμενο προκειμένου να παρέχεται πλήρης κλινική εικόνα.

Θεραπευτική Σχέση – Μετατραυματική Διαταραχή Στρες

 

Το είδος της θεραπευτικής σχέσης παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα της θεραπείας για τη Μετατραυματική Διαταραχή Άγχους. Οι πάσχοντες από αυτή τη διαταραχή θέλουν και πρέπει να νιώθουν ασφαλείς στο θεραπευτικό πλαίσιο, επειδή οι περισσότεροι από αυτούς έχουν χάσει τη διαπροσωπική τους εμπιστοσύνη.

Κατά συνέπεια ο θεραπευτής οφείλει:

  • Να επικοινωνεί με μια πλήρη αποδοχή των ασθενών και κατανόηση της τραυματικής τους εμπειρίας αι των συνεπειών της.
  • Να είναι ευαίσθητος σχετικά με τα θέματά τους και ικανός για εναισθησία (empathy).
  • Οφείλει να μην έχει κριτική στάση, έτσι ώστε οι ασθενείς να μπορούν να νιώσουν ελεύθεροι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και τις συμπεριφορές τους.
  • Να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε σημεία της τραυματικής εμπειρίας για τα οποία οι ασθενείς νιώθουν ενοχή, βτροπή, θυμό ή απόγνωση.
  • Να προωθεί θετική στάση σχετικά με το μέλλον, αναφέροντας παράλληλα ότι κατανοεί τις συνέπειες των παλαιών τραυμάτων.

Επίσης, είναι χρήσιμο να χρησιμοποιούνται ψυχολογικές παρεμβάσεις στην περίοδο λίγο μετά την εμφάνιση του τραύματος, ώστε να προληφθεί η ανάπτυξη της μετατραυματικής διαταραχής άγχους, ή ακόμα και για να μετριασθούν τα συμπτώματά της αν η διαταραχή αναπτυχθεί λίγο μετά το τραύμα.

Η Πρόγνωση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής

Η πρόγνωση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής δεν είναι εύκολα προβλέψιμη, καθώς λόγω της συγκεκαλυμμένης φύσης της συχνά υπάρχει καθυστέρηση πάνω από δέκα χρόνια ως προς την αναζήτηση θεραπευτικής βοήθειας από τους πάσχοντες (Hollander et al., 1996).

Ανάμεσα στους καλούς προβλεπτικούς παράγοντες συγκαταλέγονται η μεγαλύτερη ηλικία έναρξης της νόσου, η μέτρια βαρύτητα των συμπτωμάτων, η απουσία συνοσηρότητας με διαταραχές προσωπικότητας, η απουσία οικογενειακού ιστορικού, η μη ύπαρξη νοσηλείας, η απουσία παράδοξων ιδεών, η καλή προσαρμογή του ατόμου σε επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο, η επεισοδιακή φύση των συμπτωμάτων, και η παρουσία εκλυτικού γεγονότος κατά την έναρξη (Starcevic, 2005).

Από την άλλη μεριά, παράγοντες που συνδέονται γενικότερα με κακή πρόγνωση της διαταραχής φαίνεται να είναι η υπαναχώρηση του ασθενούς σε τελετουργικές πράξεις – σε αντίθεση με την αντίσταση σε αυτές, η έναρξη της νόσου σε παιδική ηλικία, η ανάγκη νοσηλείας, η ύπαρξη παράλογων καταναγκασμών, οι παραληρητικές ιδέες, και η συννοσηρότητα με διαταραχές της προσωπικότητας (Nutt & Ballenger, 2003).

Η Επίπτωση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής στην Ποιότητα Ζωής

Η καταναγκαστική διαταραχή είναι μια συχνή, χρόνια διαταραχή η οποία προκαλεί έκπτωση της λειτουργικότητας του πάσχοντα σε διάφορα επίπεδα της ζωής του, αλλά και σημαντική ψυχική επιβάρυνση τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένειά του. Η περίπτωση της μη απάντησης της νόσου στη θεραπεία, επιτείνει την επίπτωση στον πάσχοντα και την οικογένειά του, και αυξάνει τη ροπή προς την αυτοκτονία (Pallanti et al., 2002). Κατά συνέπεια, η επίπτωση της νόσου στην ποιότητα ζωής των πασχόντων αποτελεί την κύρια αιτία αναζήτησης βοήθειας.

Η καθημερινή ζωή των πασχόντων θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές της διαταραχής και σε εκείνες της φυφιολογικής ζωής των υγιών ανθρώπων. Η αντίσταση που υιοθετεί ως άμυνα ο ψυχαναγκαστικός ασθενής ενάντια στις ιδεοληψίες του, τον ωθεί να προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρύψει τους καταναγκασμούς στους οποίους προβαίνει ώστε να μην έλκει την προσοχή των άλλων. Υιοθετώντας αποφυγές και στρατηγικές αντιμετώπισης και προφασιζόμενος δικαιολογίες, προσπαθεί να δείχνει ή να πείσει τους άλλους ότι φέρεται φυσιολογικά και να κρύβει τις ιδιαιτερότητές του. Όλη αυτή η διαδικασία, έχει σημαντική επίπτωση στην καθημερινή ποιότητα της ζωής του, καθώς αναγκάζεται να στερείται καταστάσεις και να περιορίζεται προκειμένου να κρύβει όσο καλύτερα γίνεται τις λεπτομέρειες της ψυχαναγκαστικής του συμπεριφοράς. Εκτός αυτών, συνέπεια στην ποιότητα ζωής του είναι και η καταθλιπτική διάθεση, η οποία είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά με ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με φαρμακοθεραπεία. Τέλος, η υψηλή συνοσηρότητα της νόσου και με άλλες διαταραχές ( όπως κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας, κ.α.) αποτελεί μια επιπλέον ένδειξη του αρνητικού αντίκτυπου που έχει στη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών, εφόσον αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω.

Η Αποτελεσματικότητα της Συμπεριφορικής Παρέμβασης στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή

Η Συμπεριφορική Προσέγγιση αποτελεί μια εμπειρικά τεκμηριωμένη θεραπεία, όπως έχει φανεί από πληθώρα ερευνών, με απόλυτη ένδειξη στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Οι δύο βασικές τεχνικές, της έκθεσης και του εμποδισμού της απάντησης, στις οποίες βασίζεται, φαίνεται να ευθύνονται για το μέγεθος της επίδρασης στην έκβαση της θεραπείας της νόσου, καθώς ούτε η γνωσιακή θεραπεία ούτε η φαρμακοθεραπεία φαίνεται να έχουν συμβάλλει στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Για το λόγο αυτό, οι οδηγίες του Εθνικού Ινστιτούτου Κλινικής Διάκρισης της Αγγλίας (National Institute of Clinical Excellence – NICE) για τη θεραπεία της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, προτείνουν ένα διαβαθμισμένο πρόγραμμα συμπεριφορικής προσέγγισης, που διαμορφώνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και την ηλικία του πάσχοντα, με διαφορετικές οδηγίες για παιδιά και για νέους και διαφορετικές για ενήλικες ασθενείς. Μέσω των οδηγιών του, το συγκεκριμένο μοντέλο παρέμβασης δίνει έμφαση στη σημασία της καλύτερης αναγνώρισης των συμπτωμάτων της διαταραχής και στην ανάγκη για περαιτέρω ενημέρωση και εκπαίδευση των ειδικών (NICE, 2005).

Ωστόσο, είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι η θεραπεία με έκθεση και εμποδισμό απάντησης μπορεί να αλλάξει τις ψυχαναγκαστικές καταναγκαστικές συνήθειες και να μειώσει τα συμπτώματα του ασθενούς, αλλά παρόλα αυτά η συγκεκριμένη διαταραχή σπάνια εξαφανίζεται πλήρως από τη ζωή του πάσχοντος. Για το λόγο αυτό, είναι αξιοσημείωτο ότι ο πιο σημαντικός παράγοντας διατήρησης των κερδών της θεραπείας και πρόληψης της υποτροπής, είναι το να συνεχίσει το άτομο να εφαρμόζει τις τεχνικές που έμαθε κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά τη λήξη αυτής, έτσι ώστε να είναι προετοιμασμένο κατάλληλα να αντιμετωπίσει τις ιδεοληψίες ή τις τελετουργίες αν αυτές επανέλθουν μελλοντικά (Kozak & Foa, 1997).

Τέλος, τα ευρήματα των ερευνών σχετικά με την αποτελεσματικότητα της συμπεριφορικής θεραπείας και της φαρμακοθεραπείας για την ποιότητα ζωής των πασχόντων, είτε σε συνδυασμό είτε ανεξάρτητες η καθεμία, φαίνεται να είναι ενθαρρυντικά και να συνιστούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής αυτών (Diefenbach et al., 2007).

Διαταραχή Πανικού – Συμπεριφορική Θεραπεία

Με βάση τη Συμπεριφορική Παρέμβαση, που αποτελεί την ενδεδειγμένη μορφή θεραπείας για τη Διαταραχή Πανικού με ή χωρίς Αγοραφοβία, κρίνεται αρχικά απαραίτητη η θεραπεία ελέγχου του πανικού. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια ευρέως χρησιμοποιούμενη τεχνική της γνωσιακής – συμπεριφορικής θεραπείας για τη διαταραχή αυτή, που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα συμπεριφορικά στοιχεία της θεραπείας. Στόχο της αποτελεί ο καλύτερος έλεγχος των συμπτωμάτων του άγχους και του πανικού. Μέσω αυτής της διαδικασίας επιδιώκεται οι ασθενείς να ανακουφίζονται από το άγχος μέσω της εξοικείωσης στα συμπτώματα και της τελικής εξαφάνισης της κατά συνθήκης απάντησης στο άγχος.

Οι βασικές τεχνικές που εφαρμόζονται κατά τη συνεργασία θεραπευτή – θεραπευόμενου για τη θεραπεία ελέγχου του πανικού, συμπεριλαμβάνουν την ελεγχόμενη αργή αναπνοή, αλλά και την προοδευτική μυοχαλάρωση.

Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία – Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία

Κατά τις περιπτώσεις που η Διαταραχή Πανικού συνοδεύεται από Αγοραφοβία, η θεραπεία του ατόμου σύμφωνα με τη Συμπεριφορική Παρέμβαση, εκτός από την Θεραπεία Ελέγχου του Πανικού – που αναφέρθηκε στο προηγούμενο άρθρο, πρέπει να περιλαμβάνει και “έκθεση” του ατόμου σχετικά με την αγοραφοβία η οποία περιορίζει την καθημερινή του λειτουργικότητα.

Συγκεκριμένα, μιλώντας για “έκθεση”, εννοείται ότι το άτομο θα πρέπει να βρίσκεται καθημερινά και σταδιακά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με συγκεκριμένο τρόπο αντιμέτωπο με τις καταστάσεις που του προκαλούν άυξηση του άγχους. Η σταδιακή έκθεση στην πραγματικότητα είναι ο πιο διαδεδομένος τύπος έκθεσης για την αγοραφοβία. Οι θεραπευόμενοι, οφείλουν να παραμείνουν κατά τη διάρκεια της έκθεσης στις καταστάσεις που τους προκαλούν άγχος μέχρι το επίπεδο του άγχους τους να αρχίσει να υποχωρεί, και παράλληλα να μην κάνουν καμιά προσπάθεια για να τις αποφύγουν. Ο βασικός ρόλος του θεραπευτή κατά τη διαδικασία αυτή είναι να σχεδιάσει την έκθεση μαζί με τους θεραπευόμενους, και να παρακολουθεί την πρόοδο. Σε όλο το διάστημα της θεραπείας, ο θεραπευόμενος πρέπει να κάνει καταγραφές του τύπου της κατάστασης στην οποία εκτίθεται, του βαθμού του φόβου ή της δυσφορίας, των συμπτωμάτων που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της έκθεσης και της διάρκειας αυτής.

Πρακτικές διαχείρισης άγχους κατά τη μεταβατική περίοδο

Οι μεταβατικές περίοδοι στη ζωή μας είτε περιβαλλοντικά είτε από εγγενείς προσωπικούς λόγους του καθενός μας, συνήθως εκλύουν και περισσότερο άγχος. Κατά συνέπεια συχνά γεννιέται η ανάγκη για απάντηση στο απλό ερώτημα: “Τι να κάνω με το άγχος μου?”, “Είναι δυνατόν όπως είναι η κοινωνία σήμερα να μην έχουμε άγχος”?

Αρχικά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι όπως το άγχος ξεκινά από τις καθημερινές μας πρακτικές, έτσι και η διαχείρισή του πρέπει να βασίζεται στον εαυτό μας και την καθημερινή προσπάθεια. Παρακάτω παρατίθενται 3 ασκήσεις απλές που βασίζονται στην επικέντρωση σε συνθήκες που θα μπορούσε κάποιος να κάνει σχεδόν καθημερινά:

  • Απόλαυση του καφέ στο μπαλκόνι με επίγνωση: Ο καφές αποτελεί μια καθημερινή μας δραστηριότητα την οποία οι περισσότεροι κάνουμε συνήθως μηχανικά. Η απόλαυσή του έστω για δέκα λεπτά με ένα τέταρτο του χρόνου μας είναι αρκετά σημαντική, υπό την έννοια ότι αφιερώνουμε με επίγνωση το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για να επικεντρωθούμε στον εαυτό μας, τις σκέψεις και τις αισθήσεις ή το συναίσθημα που μπορεί να γεννά μια τέτοια διαδικασία. Απολαύστε τον καφέ στο μπαλκόνι σας και ζήστε την εμπειρία της στιγμής, του χρόνου που επιτρέπετε στον εαυτό σας να αφήσει για ένα τεταρτο τα προβλήματα και να αφιερωθεί στο εδώ και τώρα.
  • Περπάτημα στην παραλία με επίγνωση: τώρα που ανοίγει ο καιρός κάντε μια βόλτα στην παραλία δίνοντας προσοχή σε όλες σας τις αισθήσεις. Δώστε προσοχή στο τι αντιλαμβάνεστε με την όραση, την όσφρηση, την ακοή, τη γεύση ή την αφή. Προσπαθήστε να γίνετε ένα με αυτή την εμπειρία για 10 – 15 λεπτά. Ζήστε τη στιγμή γιατί είναι μοναδική. Παρατηρήστε τον τρόπο που αναπνέετε και προσπαθήστε να ξαναφέρετε την προσοχή σας σε αυτό το τοπίο και το τι αντιλαμβάνεστε με τις αισθήσεις, αν το μυαλό σας έχει την τάση να “φεύγει” σε άλλα θέματα μέσα σε αυτά τα 10-15 λεπτά.
  • Μπάνιο: Κάντε ένα μπάνιο που θα διαρκέσει 10 – 15 λεπτά. Προσπαθήστε να έχετε την προσοχή σας εκεί, στην περιποίηση του σώματός σας αλλά και στην αίσθηση που αφήνει το νερό όταν τρέχει πάνω σας. Ζήστε και απολαύστε αυτό το ένα τέταρτο αφήνοντας τις υπόλοιπες σκέψεις για μετά τη λήξη αυτής της δραστηριότητας.

Να θυμάστε ότι οι πηγές αγχόλυσης βρίσκονται στα απλά καθημερινά πράγματα που μπορεί να κάνουμε κάθε μέρα αλλά τις περισσότερες φορές τα θεωρούμε πολύ δεδομένα. Το μυστικό είναι να τους δίνουμε τη σημασία που τους αναλογεί και να σταματήσουμε να τα προσπερνάμε ως ασήμαντα!

Διαταραχή Πανικού – Συνοσηρότητα με άλλες Διαταραχές

Η Διαταραχή Πανικού όταν σχετίζεται με την Αγοραφοβία αφορά κατά το 75%-80% γυναίκες, ως συνέπεια διαφόρων κοινωνικοπολιτισμικών παραγόντων.

Συχνά η Διαταραχή Πανικού συνυπάρχει με Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, στο 60%-65% περίπου των περιπτώσεων, η οποία τις περισσότερες φορές περιπλέκει τη διαταραχή πανικού και άλλες φορές προηγείται αυτής.

Δεύτερο σε συχνότητα είδος συνοσηρότητας είναι κάποια Διαταραχή Σχετιζόμενη με Ουσίες και ιδιαίτερα η κατάχρηση αλκοόλ, το οποίο τα άτομα μπορεί να χρησιμοποιούν για να ανακουφιστούν από τις προσβολές πανικού ή από το χρόνιο άγχος τους. Επίσης, κάποιοι μπορεί να τείνουν να χρησιμοποιούν κάποιο αγχολυτικό, κάνναβη ή κοκαϊνη.

Ακόμη συχνά συνυπάρχουν και άλλες αγχώδεις διαταραχές, όπως Κοινωνική Φοβία (8%-10%), Ειδική Φοβία (10%-20%), Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (25%).

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πάσχοντες σε καθημερινή βάση συνήθως είναι αρκετές ώστε η ποιότητα ζωής τους να επηρεάζεται σε αρκετούς τομείς όσο προσπαθούν να “καλύψουν” μόνοι τους τα συμπτώματα της διαταραχής. Συγκεκριμένα, συνήθως παρατηρείται μείωση της αυτοπεποίθησης των ατόμων, απώλεια της εργασίας, εγκατάλειψη των σπουδών, απώλεια ερωτικού ενδιαφέροντος – κατά βάση ορμώμενο από το αίσθημα του φόβου “μήπως πάθω ξαφνικά κρίση πανικού”, ή ακόμη και πλήρη εγκλεισμό στο σπίτι όταν πρόκειται για χρόνιες περιπτώσεις.

Διαταραχή Πανικού – Κακοί Προγνωστικοί Παράγοντες

Η θεραπεία για τη διαταραχή πανικού μερικές φορές παρεμποδίζεται ως προς την εξέλιξή της και την αποτελεσματικότητά της. Συγκεκριμένα, ανάμεσα στους κακούς προγνωστικούς παράγοντες για την εξέλιξη της διαταραχής στον πάσχοντα συγκαταλέγονται οι ακόλουθοι:

    •Μοναχικότητα ατόμου, που συνδέεται και με τη μη αναζήτηση βοήθειας από το περιβάλλον του
    •Πρώιμη έναρξη νόσου
    •Καθυστέρηση ως προς τη χρονική στιγμή αναζήτησης ψυχοθεραπευτικής βοήθειας, που ορισμένες φορές συνδέεται και με χρονιότητα της νόσου
    •Υψηλή σοβαρότητα των Κρίσεων Πανικού και της Αγοραφοβίας, που προκαλούν μεγάλη έκπτωση στην ποιότητα ζωής του ατόμου
    •Συνοσηρότητα με Διαταραχή Προσωπικότητας
    •Συνοσηρότητα με Κατάθλιψη
    •Φτωχή απάντηση στην αρχική θεραπεία

Όλοι αυτοί οι παράγοντες οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν από τον εκάστοτε θεραπευτή ως προς την πορεία και εξέλιξη της θεραπείας αλλά και του θεραπευτικού σχεδιασμού σε συνεργασία με τον θεραπευόμενο