BLOG

Δεκάδες άρθρα . Βελτιώστε τον τρόπο ζωής σας!

Πικ νικ: ένας εναλλακτικός τρόπος χαλάρωσης και ευεξίας

Πολύ συχνά μπορεί κάποιος να πει ότι δεν έχει όρεξη να κάνει τα ίδια και τα ίδια για να χαλαρώσει και να δώσει μια νότα ευχαρίστησης στο Σαββατοκύριακό του… Η αγωνία γύρω από την οικονομική κατάσταση, οι συνθήκες διαβίωσης, οι προτεραιότητες, το συναισθηματικό μούδιασμα μερικές φορές καταλήγουν να είναι ανασταλτικοί παράγοντες στην εύρεση εναλλακτικών λύσεων για την κάλυψη των πρωτογενών αναγκών για ξεκούραση και ευεξία. Κατά συνέπεια, η ρουτίνα της καθημερινότητας μπορεί να μας παρασύρει και να ξεχάσουμε το πόσο αναζωογοννητική θα μπορούσε να είναι η επαφή με τη φύση.

Το πικ νικ είναι ένας έξυπνος και εύκολος τρόπος να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του να νιώσει ηρεμία μέσα σ’ ένα ευχάριστο κατάφυτο περιβάλλον με την παρέα του ή με την οικογένειά του. Πρόκειται για μια συνήθεια ευρέως διαδεδομένη σε χώρες του εξωτερικού, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και στην Ελλάδα ή την Αθήνα δεν υπάρχουν επιλογές. Το Αττικό Άλσος στο Γαλάτσι, το Άλσος Περιστερίου, ο λόφος του Φιλοπάππου, ο λόφος Λυκαβηττού, το περιβαλλοντικό πάρκο “Αντώνης Τρίτσης”, το άλσος Καισαριανής, είναι μερικά μόνο από τα μέρη που θα μπορούσαν να είναι κατάλληλοι προορισμοί πέρα από τη Βαρυμπόμπη, την Πάρνηθα ή τον Υμηττό.

Η συνταγή, λοιπόν, της επιτυχίας κρύβεται στα ακόλουθα υλικά:

  1. Παρέα με την οποία νιώθουμε ευχάριστα
  2. Φαγητό ή σνακ έτοιμα από το σπίτι με συνεισφορά όλων των μελών της παρέας ώστε να ευωδώνεται η αίσθηση της προσφοράς αλλά και του ανήκειν
  3. Επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός
  4. Φαντασία στα παιχνίδια και τις δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λάβουν χώρα κατά την επικείμενη έξοδο
  5. Γυαλιά ηλίου, καπέλα, αντηλιακά, φωτογραφική μηχανή, μαξιλαράκια, φαναράκια διακοσμητικά, πολύχρωμο τραπεζομάντηλο
  6. Σακούλες για τα σκουπίδια στα πλαίσια της μέριμνας για την προστασία του περιβάλλοντος
  7. Μουσική από ριαδιοφωνάκια με μπαταρίες
    … και φυσικά…
  8. Το μεγαλύτερο χαμόγελό μας!

Διατροφική Επιλογή – Παράγοντες που την Επηρεάζουν

Η διατροφική επιλογή μπορεί να οριστεί ως η επιλογή απο το άτομο του είδους της τροφής που θα καταναλώσει απο την διαθέσιμη ποικιλία (Mennell et al., 1992). Οι τροφές που επιλέγουμε είναι μεν απαραίτητες για την επιβίωσή μας και την ευημερία μας, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα. Το φαγητό γίνεται έτσι ένα κοινωνικό μέσο για την αισθητική έκφραση του ατόμου (Rozin, 2005). Σύμφωνα με την περιγραφή του Barthes (1975), “το φαγητό δεν είναι μόνο μια συλλογή από προϊόντα … Είναι επίσης ένα σύστημα επικοινωνίας, ένα σύνολο εικόνων, ένα πρωτόκολλο συνηθειών, συμπεριφοράς και καταστάσεων”. Επιπλέον, η επιλογή και κατανάλωση της τροφής επηρεάζεται απο φυλετικούς, πολιτισμικους, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες (Kiefer et al., 2005? Wardle et al., 2004).

Οι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική συμπεριφορά αποτελούνται από τις φυσιολογικές ανάγκες, την εικόνα σώματος, τις διατροφικές προτιμήσεις, τις γονεϊκές πρακτικές, τα μοντέλα – πρότυπα των μέσων ενημέρωσης, τις κοινωνικές τάσεις, τις προσωπικές εμπειρίες, καθώς και από τις γνώσεις για τη διατροφή (Ogden, 2008). Πέρα από αυτούς τους παράγοντες, η επιλογή των τροφίμων μπορεί να εξηγηθεί από βιολογικά μοντέλα που σχετίζονται με τη διατροφική συμπεριφορά, από ψυχολογικά μοντέλα, καθώς και από μοντέλα που δίνουν έμφαση στην ποικιλία των νοημάτων που συνδέονται με τα το φαγητό (Ogden, 2008). Τα βιολογικά μοντέλα τονίζουν το εγγενές αίσθημα της πείνας και των αισθημάτων κορεσμού, ενώ τα ψυχολογικά μοντέλα αναφέρονται σε παράγοντες όπως οι γνώσεις, οι εμπειρίες, η κοινωνική μάθηση μέσω των γονεϊκών στάσεων, ο έλεγχος και οι προσδοκίες που προέρχονται από τη σχετική με αυτές μάθηση μέσω πιθανών επιβραβεύσεων των διατροφικών συμπεριφορών. Έχοντας ως βάση αυτές τις προσεγγίσεις, το φαγητό μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται (Ogden, 2008).

Διατροφικές Επιλογές και Κοινωνικά Πρότυπα

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με το φαγητό και τον τρόπο διατροφής. Οι άνθρωποι στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν συνήθως επίγνωση των θερμίδων και της σύνθεσης των τροφίμων, ενώ οι διατροφολόγοι προσπαθούν να θέσουν τα πρότυπα της διατροφικής συμπεριφοράς και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διατροφής που είναι συνδεδεμένα με την υγεία.

Τα διατροφικά πρότυπα (food patterns) συνιστούν πρότυπα μερίδων τροφών που χρησιμοποιούνται από τους διατροφολόγους ή από τους ερευνητές επιστημονικών μελετών προκειμένου να διασφαλιστεί η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των διαιτητικών παρεμβάσεων, με τρόπο που να γίνονται κατανοητές από το μέσο καταναλωτή.

Η εθνικότητα, ο πολιτισμός, η κοινωνική και οικονομική θέση, οι κοινωνικές τάσεις, μπορούν ως παράγοντες να επηρεάσουν την διατροφική συμπεριφορά. Μέσω ενός καθιερωμένου κοινού προτύπου συμπεριφοράς, φαίνεται ότι οι άνθρωποι καταναλώνουν οικεία σε εκείνους φαγητά, με συγκεκριμένο τρόπο παρασκευής, και παρόμοιες γεύσεις. Επίσης, στις περιπτώσεις που υπάρχουν παρόμοιες συνήθειες διατροφής, παρατηρούνται και παρόμοιες περιοριστικές συμπεριφορές, καθώς και απαγορευμένες ή γενικότερα μη αρεστές τροφές.

Η διατροφική επιλογή μπορεί να οριστεί ως η επιλογή απο το άτομο του είδους της τροφής που θα καταναλώσει απο την διαθέσιμη ποικιλία, τόσο ανάλογα με την ανάγκη επιβίωσής του όσο και ανάλογα με την ευημερία του. Παράλληλα, οι τροφές φαίνεται να αποτελούν και σύμβολα και κοινωνικά μέσα έκφρασης και επικοινωνίας.

Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι οι διατροφικές επιλογές συνδέονται με τα κοινωνικά πρότυπα. Τι συμβαίνει όμως με τον κοινωνικό στιγματισμό? Ο κοινωνικός στιγματισμός έχει να κάνει με τη διάχυτη αναπτυξιακή ταυτότητα των ατόμων υπό διάφορες πολιτισμικές και πολιτιστικές περιστάσεις, τα πρότυπα συμπεριφοράς, τους τρόπους διαφήμισης των προιόντων, και τους τρόπους κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το άτομο στα πλαίσια αυτά μπορεί να λάβει διττό ρόλο, ένας εκ των οποίων είναι ο στιγματισμένος. Υπό αυτό το «ρόλο» το άτομο μπορεί να είναι πιο ευάλωτο, πιο ευαίσθητο στην κριτική και λιγότερο σταθερό στις διαπροσωπικές του σχέσεις.
Παράγοντες που φαίνεται να συνδέονται άμεσα με τον κοινωνικό ρατσιμό αποτελούν η ύπαρξη κοινωνικών αποκκλίσεων από τα καθιερωμένα, η οικονομική και κοινωνική θέση, η ηλικία, τα θρησκευτικά ήθη και έθιμα, ο ρατσισμός σε βάρος των γυναικών εξαιτίας του ρόλου του φύλου τους αλλά και με βάση την εξωτερική εμφάνιση. Η συνέπεια όλων αυτών των παραγόντων είναι η κατά περιόδους άρρηκτη σχέση τους και με τον τρόπο διατροφής καθώς και με την εικόνα σώματος, όπου τα στερεότυπα τροποποιούνται ανάλογα με όλες τις συνιστώσες που προαναφέρθηκαν.

Ανάλογα με όλα τα παραπάνω, η διατροφική συμπεριφορά επηρεάζεται από τις φυσιολογικές ανάγκες, την εικόνα σώματος, τις διατροφικές προτιμήσεις, τις γονεϊκές πρακτικές, τα μοντέλα – πρότυπα των μέσων ενημέρωσης, τις κοινωνικές τάσεις, τις προσωπικές εμπειρίες, καθώς και από τις γνώσεις για τη διατροφή. Σε επίπεδο κοινωνικό, το φαγητό μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται.

Προγνωστικοί Παράγοντες για Μετατραυματική Διαταραχή Στρες

Η Μετατραυματική Διαταραχή Άγχους μπορεί να εμφανιστεί είτε σχεδόν άμεσα μετά τη βίωση του τραυματικού γεγονότος, είτε με καθυστερημένη έναρξη λίγους μήνες αργότερα.

Ανάμεσα στους προγνωστικούς παράγοντες για την εμφάνισή της περιλαμβάνονται:

  • Η σοβαρότητα έκθεσης στο τραύμα, ειδικά αν α) συνοδεύτηκε από αντίδραση φόβου / δυσφορίας στο τραύμα, β) αν υπήρξε αίσθηση απώλειας ελέγχου, και γ) αν υπήρξε έλλιψη ψυχολογικής προετοιμασίας του ατόμου.
  • Γυναικείο Φύλο
  • Ιστορικό ψυχικής ασθένειας
  • Ύπαρξη ψυχικής ασθένειας στην οικογένεια
  • Ιστορικό έκθεσης σε τραύμα που οδήγησε σε Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες
  • Προτραυματικές γνωσίες: α) Ψευδαίσθηση ασφάλειας, β) Ψευδαίσθηση τάξης ή δικαιοσύνης
  • Μετατραυματικές γνωσίες (το νόημα που αποδώθηκε στην εμπειρία αυτή)

Παράγοντες Επικινδυνότητας για Εμφάνιση Μετατραυματικής Διαταραχής Άγχους

Οι παράγοντες επικινδυνότητας για την  εμφάνιση της μετατραυματικής διαταραχής άγχους συγκαταλέγονται στους ακόλουθους:

  • Όσο πιο σοβαρό είναι το τραύμα τόσο πιο μεγάλη είναι η πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής διαταραχής άγχους. (Ωστόσο η φύση κάθε τραύματος παραμένει υποκειμενική ώστε να μη μπορεί να οριστεί επακριβώς).
  • Όσο πιο παρατεταμένη είναι η έκθεση στο τραυματικό γεγονός τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης της διαταραχής.
  • Το είδος του τραύματος παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς και η σημασία που αποδίδεται από το κάθε άτομο ξεχωριστά σε αυτό.

Επιπλέον σημαντικοί παράγοντες αύξησης της επικινδυνότητας που πρέπει να ληφθούν υπόψιν είναι:

  • Τα τραύματα σε επιζώντες πολέμου
  • Τα τραύματα σεξουαλικής και σωματικής παρενόχλησης
  • Τα τραύματα σε παιδική ηλικία
  • Το χαμηλό κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο
  • Η ασταθής οικογενειακή κατάσταση και το μη σταθερό σπίτι
  • Οι συγκρούσεις σε οικογενειακό ή επαγγελματικό πλαίσιο
  • Ιστορικό αγχώδους διαταραχής ή διαταραχής συναισθήματος

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Άγχους: Αποτελεσματικότητα Συμπεριφορικής Παρέμβασης – Θετικοί Παράγοντες

Η αποτελεσματικότητα της Θεραπείας Συμπεριφοράς για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχει εξεταστεί σε πληθώρα ερευνών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε μετα-ανάλυση οκτώ τυχαιοποιημένα ελεγχόμενων μελετών (Fisher &Wells, 2005), βρέθηκε ότι το 75% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία έκθεσης με εμποδισμό της απάντησης παρουσίασαν στατιστικά σημαντική βελτίωση, με ποσοστό πλήρους ανάκαμψης άνω του 60%. Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και σε νεότερη μετα-ανάλυση 27 τυχαιοποιημένα ελεγχόμενων μελετών για την αποτελεσματικότητα της γνωσιακής – συμπεριφορικής θεραπείας σε όλες τις αγχώδεςι διαταραχές στους ενήλικες, και ιδιαίτερα στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και την οξεία διαταραχή στρες (Hofmann & Smits, 2008).

Ανάμεσα στους παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν θετικά και να μεγιστοποιούν την αποτελεσματικότητα της Θεραπείας Συμπεριφοράς συγκαταλέγονται τα φαινομενολογικά χαρακτηριστικά των πασχόντων (Cougle at al., 2007), το είδος των τεχνικών και κυρίως η κατακλυσμιαία έκθεση στην πραγματικότητα καθοδηγούμενη από το θεραπευτή (Abramowitz, 1996), και η ατομική θεραπεία συγκρινόμενη με την ομαδική (Jaurrieta et al., 2008). ακόμη, φαίνεται ότι οι ώρες της θεραπείας σχετίζονται με την πλήρη θεραπεία, ενώ η βαρύτητα της διαταραχής και η συνοσυρότητα με άλλες φαίνεται να επηρεάζουν αρνητικά το αποτέλεσμα της θεραπείας (Maher et al., 2010). Από την άλλη μεριά, η εμπειρία του θεραπευτή και η έναρξη της νόσου δεν φάνηκαν να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της συμπεριφορικής θεραπείας στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (Lomax et al., 2009).

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Άγχους: Αποτελεσματικότητα Θεραπείας Συμπεριφοράς – Αρνητικοί Παράγοντες

Σε κάποιες περιπτώσεις έχει φανεί ότι η θεραπεία συμπεριφοράς συναντά κάποιες δυσκολίες και για το λόγο αυτό δεν καθίσταται πάντα πλήρως αποτελεσματική. Συγκεκριμένα, οι περιπτώσεις αυτές αφορούν κυρίως την εφαρμογή μη αποτελεσματικών τεχνικών ή τη μη ορθή εφαρμογή της έκθεσης και του εμποδισμού της απάντησης, την άρνηση του θεραπευόμενου να δεχθεί τις προτάσεις του θεραπευτή, την απροθυμία ή την ανικανότητά του να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα σχετικά με το θεραπευτικό του πρόγραμμα, την περίπτωση υποτροπών, την συγκάλυψη των συμπτωμάτων των τελετουργιών, και τη σοβαρή κοινωνική ανεπάρκεια (Foa et al., 1983; Pallanti et al., 2002).

Αναφορικά με την περίπτωση της μη απάντησης στη θεραπεία, οι Pallanti με συνεργάτες (2002) ανέφεραν την αναγκαιότητα χρήσης κοινής γλώσσας και επικοινωνίας ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς ερευνητές και τη γενική ψυχιατρική κλινική πρακτική, ώστε να προαχθεί η καλύτερη επικοινωνία μεταξύ αυτών και η κατεύθυνση των ερευνών. Σημαντική επίσης, είναι η χρήση ψυχομετρικών εργαλείων για τον πιο σωστό χαρακτηρισμό απάντησης ή μη απάντησης στη θεραπεία, καθώς και η χρήση της μέτρησης της ποιότητας ζωής αλλά και της υποκειμενικής αντίληψης της βαρύτητας και της αλλαγής από τον ίδιο το θεραπευόμενο προκειμένου να παρέχεται πλήρης κλινική εικόνα.

Θεραπευτική Σχέση – Μετατραυματική Διαταραχή Στρες

 

Το είδος της θεραπευτικής σχέσης παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο αποτέλεσμα της θεραπείας για τη Μετατραυματική Διαταραχή Άγχους. Οι πάσχοντες από αυτή τη διαταραχή θέλουν και πρέπει να νιώθουν ασφαλείς στο θεραπευτικό πλαίσιο, επειδή οι περισσότεροι από αυτούς έχουν χάσει τη διαπροσωπική τους εμπιστοσύνη.

Κατά συνέπεια ο θεραπευτής οφείλει:

  • Να επικοινωνεί με μια πλήρη αποδοχή των ασθενών και κατανόηση της τραυματικής τους εμπειρίας αι των συνεπειών της.
  • Να είναι ευαίσθητος σχετικά με τα θέματά τους και ικανός για εναισθησία (empathy).
  • Οφείλει να μην έχει κριτική στάση, έτσι ώστε οι ασθενείς να μπορούν να νιώσουν ελεύθεροι να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και τις συμπεριφορές τους.
  • Να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε σημεία της τραυματικής εμπειρίας για τα οποία οι ασθενείς νιώθουν ενοχή, βτροπή, θυμό ή απόγνωση.
  • Να προωθεί θετική στάση σχετικά με το μέλλον, αναφέροντας παράλληλα ότι κατανοεί τις συνέπειες των παλαιών τραυμάτων.

Επίσης, είναι χρήσιμο να χρησιμοποιούνται ψυχολογικές παρεμβάσεις στην περίοδο λίγο μετά την εμφάνιση του τραύματος, ώστε να προληφθεί η ανάπτυξη της μετατραυματικής διαταραχής άγχους, ή ακόμα και για να μετριασθούν τα συμπτώματά της αν η διαταραχή αναπτυχθεί λίγο μετά το τραύμα.

Η Πρόγνωση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής

Η πρόγνωση της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής δεν είναι εύκολα προβλέψιμη, καθώς λόγω της συγκεκαλυμμένης φύσης της συχνά υπάρχει καθυστέρηση πάνω από δέκα χρόνια ως προς την αναζήτηση θεραπευτικής βοήθειας από τους πάσχοντες (Hollander et al., 1996).

Ανάμεσα στους καλούς προβλεπτικούς παράγοντες συγκαταλέγονται η μεγαλύτερη ηλικία έναρξης της νόσου, η μέτρια βαρύτητα των συμπτωμάτων, η απουσία συνοσηρότητας με διαταραχές προσωπικότητας, η απουσία οικογενειακού ιστορικού, η μη ύπαρξη νοσηλείας, η απουσία παράδοξων ιδεών, η καλή προσαρμογή του ατόμου σε επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο, η επεισοδιακή φύση των συμπτωμάτων, και η παρουσία εκλυτικού γεγονότος κατά την έναρξη (Starcevic, 2005).

Από την άλλη μεριά, παράγοντες που συνδέονται γενικότερα με κακή πρόγνωση της διαταραχής φαίνεται να είναι η υπαναχώρηση του ασθενούς σε τελετουργικές πράξεις – σε αντίθεση με την αντίσταση σε αυτές, η έναρξη της νόσου σε παιδική ηλικία, η ανάγκη νοσηλείας, η ύπαρξη παράλογων καταναγκασμών, οι παραληρητικές ιδέες, και η συννοσηρότητα με διαταραχές της προσωπικότητας (Nutt & Ballenger, 2003).

Η Επίπτωση της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής στην Ποιότητα Ζωής

Η καταναγκαστική διαταραχή είναι μια συχνή, χρόνια διαταραχή η οποία προκαλεί έκπτωση της λειτουργικότητας του πάσχοντα σε διάφορα επίπεδα της ζωής του, αλλά και σημαντική ψυχική επιβάρυνση τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένειά του. Η περίπτωση της μη απάντησης της νόσου στη θεραπεία, επιτείνει την επίπτωση στον πάσχοντα και την οικογένειά του, και αυξάνει τη ροπή προς την αυτοκτονία (Pallanti et al., 2002). Κατά συνέπεια, η επίπτωση της νόσου στην ποιότητα ζωής των πασχόντων αποτελεί την κύρια αιτία αναζήτησης βοήθειας.

Η καθημερινή ζωή των πασχόντων θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια σύγκρουση ανάμεσα στις επιταγές της διαταραχής και σε εκείνες της φυφιολογικής ζωής των υγιών ανθρώπων. Η αντίσταση που υιοθετεί ως άμυνα ο ψυχαναγκαστικός ασθενής ενάντια στις ιδεοληψίες του, τον ωθεί να προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρύψει τους καταναγκασμούς στους οποίους προβαίνει ώστε να μην έλκει την προσοχή των άλλων. Υιοθετώντας αποφυγές και στρατηγικές αντιμετώπισης και προφασιζόμενος δικαιολογίες, προσπαθεί να δείχνει ή να πείσει τους άλλους ότι φέρεται φυσιολογικά και να κρύβει τις ιδιαιτερότητές του. Όλη αυτή η διαδικασία, έχει σημαντική επίπτωση στην καθημερινή ποιότητα της ζωής του, καθώς αναγκάζεται να στερείται καταστάσεις και να περιορίζεται προκειμένου να κρύβει όσο καλύτερα γίνεται τις λεπτομέρειες της ψυχαναγκαστικής του συμπεριφοράς. Εκτός αυτών, συνέπεια στην ποιότητα ζωής του είναι και η καταθλιπτική διάθεση, η οποία είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά με ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με φαρμακοθεραπεία. Τέλος, η υψηλή συνοσηρότητα της νόσου και με άλλες διαταραχές ( όπως κατάθλιψη, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας, κ.α.) αποτελεί μια επιπλέον ένδειξη του αρνητικού αντίκτυπου που έχει στη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών, εφόσον αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω.