Category: <span>ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ</span>

Σχέσεις και Δέσμευση: Εσωτερικές Ψυχικές Ανάγκες και Φόβοι

Γάτες: Ένα ζώο με τόσο ανεξάρτητη φύση που φτάνει να είναι αντιφατική ως προς τη διαδικασία της δέσμευσης.

Δέσμευση: ένας όρος με ποικίλες έννοιες. Αυτή η βαθύτερη ψυχολογική ανάγκη των ανθρώπων για δέσμευση είναι εντυπωσιακή για τον τρόπο που την διαχειριζόμαστε, ειδικά σε μια εποχή που οι σχέσεις μοιάζουν να είναι πολύ εύθραυστες.

Δέσμευση = αγάπη?
Ευτυχία ή δυστυχία?
Σχέσεις εύθραυστες ή σταθερές?
Δέσμευση ή συνεχής αναζήτηση του «καλύτερου»? Ετοιμότητα για προσωπικές υποχωρήσεις?
Φόβος ή εμπιστοσύνη?
Συναισθηματική εγγύτητα ή σχέση εξάρτησης?

Επί της ουσίας, πρόκειται για μια φυσιολογική διαδικασία συναισθηματικής εγγύτητας που ξεκινά από τη διαδικασία του φλερτ, τη δημιουργία σχέσης, και στη συνέχεια την εμβάθυνση στη σχέση. Στο τελευταίο στάδιο εντοπίζονται οι βαθύτεροι φόβοι ορισμένων ατόμων να μοιραστούν και τις δύσκολες στιγμές, τις ευθύνες, το φόβο απόρριψης, το φόβο εγκατάλειψης, τον πόνο, τις στεναχώριες.

Οι τρεις βαθύτεροι φόβοι αναφορικά με τη δέσμευση συνδέονται με το ότι το άτομο πιστεύει ότι δεν έχει επέλθει επαρκές χρονικό διάστημα για δέσμευση, με τον φόβο ότι η σχέση δε θα πάει καλά, ή ακόμα και με την πιθανότητα ότι το άτομο είναι ερωτευμένο με τον έρωτα και όχι με το άλλο άτομο στη σχέση (μοναχικότητα, φόβος απόρριψης).

Και οι τρεις παραπάνω λόγοι συνδέονται με την ανάγκη του ατόμου να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, τα όριά του, καθώς και από μια τάση διεκπεραίωσης των ατομικών στόχων καθενός είτε σε επίπεδο επαγγελματικό είτε στο επίπεδο της ίδιας τους της οικογένειας, προτού προβούν στη διαδικασία αφοσίωσης και συνύπαρξης με κάποιον δίπλα τους. Ακόμη, σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει ο φόβος της απόρριψης, καθώς άτομα που έχουν πληγωθεί από προηγούμενες σχέσεις τους συνήθως χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να εμπιστευτούν τόσο τα δικά τους συναισθήματα όσο και του υποψήφιου συντρόφου τους.

Τέλος, υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν «μάθει» να ζουν μέσα από τη μοναξιά τους, και το ενδεχόμενο της συνύπαρξης με κάποιον σύντροφο τους τρομάζει, καθώς ακολουθείται από αναγκαστικές αλλαγές στον τρόπο που ζουν σε επίπεδο καθημερινότητας, και σε επίπεδο ευθυνών αλλά και σε επίπεδο κοινής επίλυσης προβλημάτων. Η συνύπαρξη με τη μοναξιά ενισχύει και το αίσθημα ελέγχου της ζωής ενός ατόμου από τον ίδιο, κάτι που περιορίζεται όταν συνυπάρχει με κάποιον άλλο.

Αγχώδης τύπος δεσμού: Κάθε σχέση, κάθε απόπειρα για σχέση, συνοδεύεται από τον εσώτερο φόβο απόρριψης ή εγκατάλειψης, με συνέπεια να δημιουργούνται ασταθείς σχέσεις βασισμένες στις παρελθούσες εμπειρίες του ατόμου.

Αποφευκτικός τύπος δεσμού: Πλήρης αποφυγή του ενδεχομένου της σχέσης, καθώς το άτομο καθοδηγείται από το άγχος του αντί να το ελέγχει, με ισχυρό αντεπιχείρημα την ανάγκη ανεξαρτησίας έναντι στη συναισθηματική εγγύτητα και δέσμευση.

Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η αυτοπεποίθηση δημιουργούν μια ασφαλή βάση στις σχέσεις, αφού, ακόμα κι αν υπάρχουν φόβοι, δεν τους αφήνουμε να κυριαρχούν αλλά τους ελέγχουμε. Το άτομο είναι σημαντικό να θεωρεί τον εαυτό του ικανό για να κρατήσει το ενδιαφέρον του άλλου. Για το λόγο αυτό, κατά τη θεραπευτική διαδικασία ενός ζεύγους είναι πολύ σημαντικό να εκφραστεί εξαρχής η δέσμευση καθενός από τους συντρόφους στην προσπάθεια για τη συγκεκριμένη σχέση. Όσοι είναι πολύ δεσμευμένοι είναι πιο πιθανόν να συνεργαστούν και να αντέξουν τον πόνο κατά τη θεραπευτική διαδικασία. Η αίσθηση της δέσμευσης όταν συνδέεται με το αίσθημα της ευτυχίας, αυξάνει και το αίσθημα της ασφάλειας και κατ επέκταση διασφαλίζεται και μια πιο υγιής συνύπαρξη. Όταν η συναισθηματική ανεξαρτησία συνδυάζεται με τη συναισθηματική δέσμευση στη συνύπαρξη δύο ατόμων, τότε φαίνεται να διασφαλίζεται μια υγιής σχέση. Συμπερασματικά, η υγιής δέσμευση φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας καλής σχέσης, και όχι η αιτία δημιουργίας της.

Γυναίκα – Μητέρα – Σύζυγος – Καριέρα: Συνδυάζονται?

Οι καιροί αλλάζουν, οι απαιτήσεις της εποχής το ίδιο, και κατ’ επέκταση και οι ανάγκες και επιθυμίες των ανθρώπων. Η γυναίκα στη σημερινή εποχή καλείται να τρέξει σε έναν καθημερινό αγώνα με πιο πρωταγωνιστικό ρόλο σε σχέση με παλαιότερα. Μπορεί δηλαδή από της φύση της ως φύλο να καλείται να έχει πολλαπλούς ρόλους κοινωνικά, αλλά φαίνεται η καριέρα να έχει προστεθεί ως ένας επιπλέον ρόλος στη ζωή των γυναικών. Ο ρόλος “καριέρα” ακούγεται απλός, αλλά διαφέρει κατά πολύ από τον ρόλο “εργαζόμενη”.

Πώς γίνεται, λοιπόν, να συνδυάζονται αυτοί οι τρεις βασικοί ρόλοι? Μπορεί μια γυναίκα να είναι και καλή μητέρα και καλή σύζυγος και καλή στην καριέρα της? Θα λέγαμε με μια διστακτικότητα ότι σπάνια ένας άνθρωπος καταφέρνει να είναι σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα καλός. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι θετικοί προγνωστικοί παράγοντες που θα μπορούσε κανείς να λάβει υπόψιν, καθώς είναι πλέον ολοένα και περισσότερες αυτές οι γυναίκες που συνδυάζουν καριέρα με ολοκληρωμένη προσωπική ζωή.

Ένας παράγοντας που θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά είναι η επικέντρωση σε ένα ρόλο τη φορά. Πιο συγκεκριμένα, η επίγνωση του ότι όταν εργάζομαι εργάζομαι, όταν είμαι με το παιδί μου προσπαθώ να απολαμβάνω κάθε στιγμή μαζί του ως ξεχωριστή, και όταν είμαι με τον σύζυγό μου προσπαθώ να έχω επίγνωση της απόλαυσης της συντροφικής ζωής ακόμα και μέσα από δυσκολίες. Άλλος καλός προγνωστικός παράγοντας φαίνεται να είναι το υποστηρικτικό περιβάλλον: όταν ο σύζυγος, οι φίλοι και η οικογένεια είναι εκεί και στηρίζει ο ένας στην προσπάθεια του άλλου, τότε μάλλον η κατάληξη είναι επιτυχής τις περισσότερες φορές.

Η αυτογνωσία και τα προσωπικά όρια του καθενός διαδραματίζουν έναν εξίσου σημαντικό παράγοντα. Αυτό συμβαίνει γιατί πάντα ελοχεύει ο κίνδυνος μια γυναίκα να πέσει στον φαύλο κύκλο της ίδιας της της ζωής: να δίνει προτεραιότητα διαρκώς στην καριέρα, σε σημείο που παραμελεί την προσωπική της ζωή. Κατά συνέπεια, οφείλει να έχει κανείς κατά νου και το σημείο στο οποίο αντέχει να φτάσει, θέτοντας ρεαλιστικούς στόχους.

Συνοψίζοντας, φαίνεται να χρειάζονται αρκετές θυσίες, επιμονή, υπομονή , νίκη του φόβου και της ανασφάλειας μέσω μιας συνεχούς προσπάθειας. Πρόκειται για ένα σοβαρό δίλημμα για αρκετες γυναίκες στην παρούσα εποχή και η εύρεση μιας ισορροπημενης ατομικής απάντησης δεν καθίσταται ιδιαίτερα εύκολη.

Λιακοπούλου Έφη,
Ψυχολόγος, Θεραπεύτρια

Γυναίκα: Ένα Πρόσωπο, Πολλοί Ρόλοι

Η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας (διεθνής ημέρα των δικαιωμάτων των γυναικών) εορτάζεται στις 8 Μαρτίου κάθε έτους. Θεσμοθετήθηκε το 1977 από τον ΟΗΕ, ο οποίος κάλεσε όλες τις χώρες του κόσμου να γιορτάσουν την ημέρα για τα δικαιώματα των γυναικών σε καλύτερες συνθήκες εργασίας καθώς και δικαίωμα ψήφου.Είναι μια μέρα κινητοποιήσεων σε όλο τον κόσμο για την υποστήριξη της ισότητας, και την αξιολόγηση της θέσης των γυναικών στην κοινωνία.

Γυναίκα: Ένα πρόσωπο, πολλοί ρόλοι, ανεξαρτήτως καταγωγης, χρώματος στο δέρμα, ηλικίας

 

Μητέρα

Σύζυγος

Αδερφή

Νοικοκυρά

Φίλη

Εργαζόμενη

Θύμα κακοποίησης

Γυναίκες του τρίτου κόσμου χωρίς δικαιώματα, χωρίς ελευθερία, χωρίς ταυτότητα

Γράφει ο Κωστής Παλαμάς εκεί κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα…

«Όσοι φοβούνται πως άμα χειραφετηθούν οι γυναίκες κι έμπουνε κι αυτές με τα όλα τους στον αγώνα της ζωής, θα χάσει η γυναίκα τη χάρη της και την ποίησή της, μου θυμίζουν τα επιχειρήματα του Ruskin και άλλων πως τάχα με τους σιδηροδρόμους και με τον πολιτισμό θα χάσει την ομορφιά η φύση. Και τι είναι το στρώσιμο και το πέρασμα ενός σιδηροδρόμου στ’ απέραντα του φυσικού κόσμου γύρω του; Αφήνω πως μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως κι ένα τρένο πλουτίζει τη φύση μ’ ομορφιά.  Ανάλογα κι οι φόβοι για τη χειραφετημένη γυναίκα μου φαίνονται ρομαντικοί. Όπως κι αν αποκατασταθούν οι γυναίκες, σε όλα ισότιμες με τον άντρα, η γυναίκα- το αιώνιο “θηλυκό” του ποιητή- δε χάνεται. Πάντα θα ζει, θα ζώνεται και θα ξεζώνεται.»

(Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 10, Γκοβόστης)

Γενικά Συμπτώματα Εμφάνισης Σακχαρώδους Διαβήτη

Τα γενικά πρώτα συμπτώματα που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν από κάθε άτομο όταν τα παρατηρήσει προκειμένου να προβεί σε εξετάσεις για διαβήτη είναι τα ακόλουθα:

  • Αίσθημα κούρασης χωρίς να έχει προηγηθεί ιδιαίτερη αντίστοιχη δραστηριότητα
  • Ξηρό δέρμα
  • Φαγούρα στα γεννητικά όργανα
  • Μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα χέρια ή στα πόδια
  • Κράμπες
  • Πολυουρία
  • Θολή όραση
  • Συχνές λοιμώξεις
  • Απώλεια βάρους
  • Αργή ίαση πληγών
  • Σεξουαλικά προβλήματα

Σε περίπτωση που κάποιος διαπιστώσει ότι έχει τουλάχιστον τρία από τα παραπάνω θα πρέπει να κάνει προληπτικά τις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις.

Ακόμη, ο διαβήτης προσβάλλει και άτομα που υιοθετούν καθιστικό τρόπο ζωής, ή που έχουν διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης, καθώς και άτομα που πάσχουν από το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών.

Μέτρα Πρόληψης κατά του Καπνίσματος

Το κάπνισμα αποτελεί μια πολυπαραγοντική συμπεριφορά, καθώς συνδέεται με ποικίλες πτυχές της καθημερινής ζωής και με συναισθήματα ή σκέψεις που δυσκολεύουν τον καπνιστή να πάρει την απόφαση να καταφέρει να το σταματήσει. Επιπλέον, ακόμα και αν κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος στον ανθρώπινο οργανισμό, και κυρίως λόγω της αυξημένης επικινδυνότητας ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα, η εξάρτηση από τη νικοτίνη – σωματική ή ψυχολογική, παραμένει ισχυρή για τους περισσότερους καταναλωτές με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να το διακόψουν. Έτσι, στα πλαίσια της προαγωγής της υγείας, τα προληπτικά μέτρα έχουν ως στόχο τόσο την έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση του κόσμου, όσο και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, της κριτικής στάσης απέναντι στην πληροφόρηση, της διεκδίκησης σε θέματα δημόσιας υγείας, και ταυτόχρονα του σεβασμού της γνώμης των άλλων. Οι πρώτες προληπτικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν αφορούσαν την παροχή πληροφοριών για τους κινδύνους του καπνίσματος είτε μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης είτε μέσω συνεδρίων και ερευνητικών μελετών για την ψυχική υγεία. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των προληπτικών προσπαθειών έδειξαν ότι η απλή ενημέρωση του κόσμου δεν αρκεί για να πείσει τον καπνιστή να σταματήσει να προβαίνει σε αυτή τη συμπεριφορά. Στην πορεία, τα προληπτικά μέτρα άρχισαν να βασίζονται σε έρευνες γύρω από τη μελέτη των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συμβάλουν στο κάπνισμα, σε μια ευρύτερη προσπάθεια να διδαχθούν οι καταναλωτές – και κυρίως τα νέα παιδιά – τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν και να ενισχύουν τις άμυνές τους στα διαφημιστικά προϊόντα, αλλά και στις πιέσεις των συνομηλίκων τους.

Τα σύγχρονα προληπτικά μέτρα απευθύνονται σε τρεις τομείς πρόληψης: την πρωτογενή, τη δευτερογενή και την τριτογενή. Η πρωτογενής πρόληψη αναφέρεται στην έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση των μη καπνιστών ( και κυρίως των εφήβων) για την αποτροπή τους από το κάπνισμα και για την αλλαγή των στάσεών τους απέναντι σε αυτό, ενώ η δευτερογενής πρόληψη αναφέρεται στη μείωση ή την διακοπή του καπνίσματος των καπνιστών. Η τριτογενής πρόληψη απευθύνεται στους συστηματικούς ή εξαρτημένους χρήστες του καπνού, καθώς παράλληλα με τη θεραπεία και ψυχοκοινωνική αποκατάσταση που χρειάζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται και επιπλέον παρέμβαση για την αποφυγή υποτροπής. Στα πλαίσια αυτά, σε αρκετούς χώρους ψυχικής υγείας υπάρχουν ενημερωτικά φυλλάδια για τις συνέπειες του καπνίσματος, οδηγοί διακοπής του, αφίσες με αντικαπνιστικά μηνύματα, καθώς και ενημερωτικές εκπομπές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την πολιτική των καπνοβιομηχανιών και τις επιπτώσεις του καπνίσματος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του προγράμματός της για τη δημόσια υγεία (2008 – 2013) περιλαμβάνει πληροφορίες και δράσεις αναφορικά με την πολιτική για τον έλεγχο του καπνίσματος, οι οποίες παρέχονται μέσω του δικτυακού τόπου “HELP – Για μια ζωή χωρίς τσιγάρο”. Με τον τρόπο αυτό βοηθά τους ανθρώπους που θέλουν να κόψουν το κάπνισμα και παρέχει συμβουλές για τους κινδύνους του καπνίσματος μέσω υποδείξεων, σχετικών ταινιών, ενημερώσεων για τις εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα κοντά στην περιοχή του ενδιαφερόμενου, και ειδικών υπηρεσιών προβάλλοντας ενημερωτικά βίντεο σε διάφορους δικτυακούς τόπους.

Αναμφισβήτητα, οι καπνιστές κατά τη διάρκεια διακοπής του καπνίσματος οφείλουν να λαμβάνουν τη στήριξη από το οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον, το γιατρό τους, ή ακόμα και ένα άτομο που θα απαντήσει σε τηλεφωνική γραμμή του καπνού, οι οποίοι θα πρέπει να είναι εξίσου καλά ενημερωμένοι. Ωστόσο, τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, δυστυχώς κρίνονται ελλιπή συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για το σκοπό αυτό μελλοντικά συνίσταται να στραφεί εντονότερα το ενδιαφέρον των ειδικών ψυχικής υγείας προς τον τομέα αυτό.

ΚΑΠΝΙΣΜΑ: ΠΑΘΟΣ Η’ ΛΑΘΟΣ ?

Εξάρτηση: Κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την έντονη προσήλωση του ατόμου σε ένα αντικείμενο ή πρόσωπο, χωρίς το οποίο αδυνατεί να λειτουργήσει ομαλά. Ο όρος αναφέρεται επίσης στις περιπτώσεις όπου τα μέλη μιας ομάδας έχουν ανάγκη το ένα το άλλο προκειμένου να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα (Λεξικό ψυχολογίας, Χουντουμάδη Α., Πατεράκη Λ., Εκδόσεις Χρύσα Ξενάκη).

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατατάσσει το κάπνισμα στις εξαρτήσεις (Σύνδρομο στέρησης από τον καπνό: κατάταξη F 17,2 στη Διεθνή Κατάταξη Ασθενειών, Δέκατη αναθεώρηση ICD-10). Σχετικό κριτήριο διάγνωσης του ICD-10 για τις ουσιοεξαρτήσεις είναι ότι η χρήση ουσιών συνεχίζεται παρά τη γνώση ότι το επίμονο (ή περιοδικό) σωματικό ή ψυχολογικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργείται ή να επιδεινώνεται από την ίδια την ουσία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της παγκόσμιας Στατιστικής Υπηρεσίας για το έτοσ 2005, στις ανεπτυγμένες χώρες οι άντρες καπνίζουν σε ποσοστό 35 τοις εκατό και οι γυναίκες σε ποσοστό 22 τα εκατό. Αντίστοιχα, για τις αναπτυσσόμενες χώρες, το ποσοστό των καπνιστών αντρών είναι 50 τα εκατό και των γυναικών μόλις 9 τα εκατό. Μεταξύ των Δυτικοευρωπαϊκών χωρών η Ελλάδα εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών αντρών και γυναικών (37.6%), παρότι ο συγκεκριμένος αριθμός έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία.

Επιπλέον, το κάπνισμα συνδέεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο και την απασχόληση. Οι άνεργοι και οι χειρώνακτες εργάτες ανήκουν στα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών, με ποσοστά 54% και 51% αντίστοιχα, έναντι του 35% του μέσου όρου για τον γενικό πληθυσμό.

Η έναρξη του καπνίσματος συνήθως γίνεται κατά την παιδική και εφηβική ηλικία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η Ελλάδα εμφανίζει την υψηλότερη μέση ηλικία έναρξης, στα αγόρια είναι τα 13,7 έτη ενώ στα κορίτσια τα 13 έτη. Στη χώρα μας ένα μεγάλο ποσοστό των καπνιστών αποκτά τη συνήθεια του καπνίσματος σε ηλικία άνω των 15 ετών.

Σακχαρωδης Διαβητης Εγκυμοσύνης

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Εγκυμοσύνης είναι εκείνος που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της κύησης – συνήθως στο δεύτερο ή στο τρίτο τρίμηνο, και υποχωρεί μετά τον τοκετό. Η πιθανότητα εμφάνισής του αντιστοιχεί στις 3 στις 100 γυναίκες – περίπου 3%.

Ο τρόπος εμφάνισης αυτού του τύπου διαβήτη  έγκειται στις περιπτώσεις εγκυμοσύνης που οι ανάγκες σε ινσουλίνη μπορεί να διπλασιαστούν ή να τριπλασιαστούν αναγκάζοντας το πάγκρεας να υπερβεί τη φυσιολογική του λειτουργία. Στις περιπτώσεις αυτές, φαίνεται ότι κάποιες γυναίκες δεν μπορούν να παράγουν αρκετή ινσουλίνη ώστε να αντιστοιχεί στις αυξημένες απαιτήσεις του οργανισμού, με συνέπεια τα επίπεδα του σακχάρου να ανεβαίνουν.

Ο διαβήτης κύησης μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε έγκυο γυναίκα. Μάλιστα, συνήθως δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και για το λόγο αυτό θα πρέπει όλες να υποβάλλονται στις κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις. Παρόλα αυτά, υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διατρέχουν οι γυναίκες που είναι άνω των 25 ετών, οι υπέρβαρες αλλά και όσες μπορεί να έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη. Επίσης, υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν γυναίκες που σε προηγούμενη κύηση είχαν εμφανίσει διαβήτη εγκυμοσύνης, όσες σε προηγούμενη κύηση γέννησαν υπέρβαρα παιδιά, αλλά και όσες έχουν υποστεί προηγούμενη παλινδρόμηση κύησης σε οποιοδήποτε μήνα εγκυμοσύνης.

Η υγεία της εγκύου αλλά και του παιδιού που κυοφορεί εξαρτώνται από τη ρύθμιση του διαβήτη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αν αποδειχθεί ότι η ρύθμιση του σακχάρου δεν είναι δυνατή μόνο με κατάλληλη διατροφή, τότε χορηγείται ινσουλίνη, η οποία διακόπτεται μετά τον τοκετό. Αν η ρύθμιση είναι έγκαιρη και σωστή, με τις συμβουλές του κατάλληλου ιατρού, τότε οι κίνδυνοι για τη μητέρα και το παιδί δεν είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που παρατηρούνται σε εγκύους που δεν πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

Σακχαρώδης Διαβήτης – Επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής του ατόμου

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης επιφέρει πολλές αλλαγές στην ποιότητα της ζωής του ατόμου που πάσχει από αυτόν, στους ακόλουθους τομείς:

Σε ψυχολογικό επίπεδο προκαλείται:

  •  Φόβος υπογλυκαιμίας
  • Αίσθηση ότι “είμαι διαφορετικός”
  • Πιθανότητα ιδεοληπτικής συμπεριφοράς
  • Επιπρόσθετη υπευθυνότητα μιας “συνεχόμενης φροντίδας του εαυτού”

Σε κοινωνικό επίπεδο προκαλείται:

  • Απουσία ποικιλίας απασχόλησης στον εργασιακό χώρο
  • Περιστασιακές απαγορεύσεις σχετικά με την οδήγηση
  • Περιορισμοί στον τρόπο ζωής (αναγκαιότητα ένεσης με ινσουλίνη, τακτικά γεύματα,…)

Σε οικονομικό επίπεδο προκαλείται:

  • Υψηλότερο κόστος για το σύστημα υγείας
  • Κόστος της διατροφής
  • Τακτικότερες άδειες από το μέσο όρο εργαζομένων από τη δουλειά για λόγους υγείας
  • Οικονομικό κόστος για την αγορά ινσουλίνης, φαρμάκων, αλλά και του κατάλληλου ιατρικού εξοπλισμού – όπως μηχανάκια μέτρησης του σακχάρου.

Τύπος 2 Σακχαρώδους Διαβήτη

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2 συνιστά την μη ινσουλινοεξαρτώμενη μορφή της χρόνιας αυτής πάθησης. Κατά τον τύπο αυτό, ο ανθρώπινος οργανισμός παράγει ινσουλίνη αλλά όχι στις κατάλληλες ποσότητες ή όχι με τον κατάλληλο τρόπο. Πρόκειται για την πιο διαδεδομένη του μορφή, αφού αφορά το 80% του ποσοστού των πασχόντων. Εμφανίζεται συχνότερα στα άτομα άνω της ηλικίας των 40 ετών, και για το λόγο αυτό είναι γνωστός και ως διαβήτης της ώριμης ηλικίας. Κατά τη μορφή αυτή, τα σάκχαρα του αίματος αυξάνονται για μια μεγάλη χρονική περίοδο.

Ο Τύπος αυτός είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε άτομα υπέρβαρα ή παχύσαρκα, αλλά και σε άτομα που έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2. Ακόμη, εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες που γέννησαν παιδί, το σωματικό βάρος του οποίου ήταν πάνω από 4kg
κατά τον τοκετό, αλλά και σε ανθρώπους που έχουν υψηλή αρτηριακή πίεση, ή σε άτομα που έχουν υψηλά επίπεδα “κακής” LDL χοληστερόλης ή αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων.

Μπορεί να εντοπιστεί ως συννοσηρότητα στα πλαίσια μιας άλλης ασθένειας ή ως μια μπερδεμένη μακροπρόθεσμη κατάσταση διαβήτη. Τα κλασικά συμπτώματα δεν είναι τόσο εμφανή όσο στην περίπτωση του Τύπου 1, ενώ εμφανίζονται μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τύπος 1 Σακχαρώδους Διαβήτη

Ο Σακχαρώδης Διαβήτη Τύπου 1 αποτελεί μια ινσουλινοεξαρτώμενη μορφή του, καθώς σε αυτή την περίπτωση το πάγκρεας του ατόμου παράγει ελάχιστη ποσότητα ινσουλίνης, λόγω καταστροφής των κυττάρων που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή της.

Ο Διαβήτης Τύπου 1 αντιστοιχεί στο 10% του ποσοστού των πασχόντων από αυτή τη χρόνια πάθηση.

Η εμφάνισή του εντοπίζεται κατά βάση στα παιδιά και τους νεαρούς ενήλικες, με συχνότερη ηλικία έναρξης κάτω των 30 ετών.

Τα βασικά χαρακτηριστικά που γίνονται άμεσα εμφανή περιλαμβάνουν την πολυουρία, την πολυδιψία, τον λήθαργο σε συνδυασμό με υπερβολικό αίσθημα κόπωσης, και την απώλεια βάρους. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονται σε βραχύ χρονικό διάστημα.

Για την επιβίωση του ατόμου είναι απαραίτητη η τακτική μέτρηση του σακχάρου μετά τα γεύματα καθώς και το να έχει πάντα μαζί του ένεση ινσουλίνης.