Category: <span>ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ</span>

Τραπέζι Φαγητού: Ώρα επικοινωνίας της τρυφερότητας, της προσφοράς και της αγάπης

Το φαγητό εκτός από ένα μέσο να καλύψει κανείς τις βιολογικές του ανάγκες, αποτελεί και έναν τρόπο να μοιραστεί συναισθήματα με τους ανθρώπους τους οποίους προσκαλεί σε γεύμα. Πολύ συχνά, ανεξαρτήτως κουλτούρας, εθνικότητας, θρησκείας ή πολιτισμού, οι άνθρωποι τείνουν να μοιράζονται κοινές σημαντικές στιγμές μέσω ενός γεύματος. Καταστάσεις επισημοποίησης, συναντήσεις συζητήσεων, συναθροίσεις εορτασμών ποικίλων περιστάσεων, έχουν συνδυαστεί να συμβαίνουν γύρω από ένα τραπέζι φαγητού.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, το φαγητό φαίνεται να μπορεί νxα λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Επίσης, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται.

Τα συναισθήματα αποτελούν τη βασική κινητήρια δύναμη για τη ζωή του ανθρώπου.

Η αγάπη αποτελεί ένα από τα πιο βασικά πρωταρχικά συναισθήματα του ανθρώπου, και εκφράζεται μέσω της προσφοράς από το ένα άτομο στο άλλο με στόχο την ικανοποίηση αναγκών ή επιθυμιών, μοιραζόμενος μικρές στιγμές καθημερινότητας αλλά και εμπειρίες.

Την τρυφερότητα είναι πολύ σημαντικό να μπορεί κάθε άτομο και να την προσφέρει στα αγαπημένα του πρόσωπα αλλά και να την αποδέχεται, γιατί με αυτό τον τρόπο μπορεί να παίρνει αγάπη, χαρά, να αισθάνεται ο καθένας συναισθηματικά πιο πλήρης. Μπορεί να δοθεί από τους γονείς στα παιδιά τους, στα αδέρφια μεταξύ τους, από τον ένα σύντροφο στον άλλο σύντροφο, ανάμεσα στους φίλους, ανάμεσα στα ζώα, και γενικά μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιουσήποτε είδους ανθρώπινη ή μη σχέση.

Η προσφορά περικλείει την αίσθηση του δούναι και λαβείν. Μέσω αυτής κάθε άτομο μπορεί να αισθανθεί ότι επικοινωνεί αυτό που νιώθει για ένα άλλο άτομο. Όταν η προσφορά συμβολίζεται μέσω ενός γεύματος, τότε μπορεί να λάβει όλες τις διαστάσεις που περιγράφησαν πιο πάνω.

Θα λέγαμε, συνοψίζοντας, ότι οι τροφές που επιλέγουμε είναι μεν απαραίτητες για την επιβίωσή μας και την ευημερία μας, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα σχεδόν σε όλες τις κοινωνικές περιστάσεις του ευρύτερου ή του εγγύτερου περιβάλλοντος ενός ατόμου.

“Αγαπάω το να τρώω καλό φαγητό. Αγαπάω τον εαυτό μου και προτιμώ να έχω επίγνωση του τι ακριβώς τρώω και πώς με κάνει αυτό να νιώθω, καθώς και του πώς θα ήθελα να νιώθουν οι γύρω μου όταν το προσφέρω”.

Το συναίσθημά μου με παρασύρει και τρώω! Αποκτώντας τον έλεγχο του μυαλού μου!

“’Ημουν τόσο κουρασμένη, που γυρνώντας στο σπίτι δεν μπορούσα να αντισταθώ στο ψυγείο μου.”

“Έχω πολύ άγχος! Ας φάω καμιά σοκολάτα που δίνει ενέργεια.”

“Δεν έχω όρεξη να δω κανέναν. Θα μείνω στο κρεβάτι μου να δω ταινίες και να φάω ό,τι λιχουδιές βρω μπροστά μου.”

“Με τόσα γλυκά πάνω στο τραπέζι πώς να αντισταθεί κανείς?”

“Ε άμα βλέπω τους άλλους να τρώνε, γιατί εγώ να περιορίζομαι συνέχεια?”

“Μια απόλαυση έχω μέσα στις τόσες στεναχώριες, το φαγητό, ας το ρίξω και λιγάκι έξω αυτό τον καιρό.”

“Δεν προλαβαίνω να φάω τίποτα όλη μέρα. Μόλις όμως καθήσω στο τραπέζι το βράδυ μπορώ να φάω και άνθρωπο!”

 

Το φαγητό αποτελεί μέσο έκφρασης των συναισθημάτων, μέσο διαπροσωπικής επικοινωνίας, μέσο ατομικής εκφραστικότητας και συντελεί σημαντικό ρόλο σε διάφορες κοινωνικές ή οικογενειακές περιστάσεις. Οι παραπάνω φράσεις σίγουρα είναι οικείες στην καθημερινότητα πολλών ατόμων που δυσκολευονται να διατηρήσουν το βάρος τους σε ένα εύρος τιμών ικανοποιητικό για τους ίδιους. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των παραπάνω λόγων είναι ότι βασίζονται σε διαφορετικές συνασθηματικές καταστάσεις, που ξεχωριστά για τον καθενα θεωρείται “δύσκολο” να τις διαχειριστεί διαφορετικά. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται ότι το άτομο χάνει τον έλεγχο του εαυτού του όσον αφορά τη διαχείρισή του βάρους του, καθώς η συναισθηματική του κατάσταση επικρατεί και τον καθοδηγεί όπως εκείνη “θέλει”.

Μερικοί τρόποι να αποκτήσουμε τον έλεγχο του μυαλού μας αντί να τον παραδίδουμε στο συναίσθημά μας είναι οι ακόλουθοι:

  • Προσπαθώ να καταλάβω αν πεινάω βιολογικά ή αν η πείνα μου υπόκειται σε κάποιο συναίσθημα
  • Προσπαθώ να αναγνωρίσω το συναίσθημα που νιώθω
  • Προσπαθώ να καταλάβω αν το να φάω είναι μια μαθημένη συμπεριφορά για εκείνη τη στιγμή ή αν το κάνω συνειδητά
  • Προσπαθώ να δω αν μπορώ να δώσω μια συγκεκριμένη παράταση χρόνου στην ανάγκη μου για φαγητό
  • Αποσπώ την προσοχή μου με κάτι άλλο που με ευχαριστεί
  • Βρίσκω εναλλακτικούς τρόπους διαχείρισης του συναισθήματός μου
  • Σέβομαι το συναίσθημά μου και την ανάγκη μου για φαγητό, αλλά προσπαθώ να φάω «με μέτρο».
  • Θυμάμαι ότι δεν είμαι ούτε ό,τι τρώω, αλλά ούτε και το συναίσθημά μου!

Η Σημασία του Φαγητού και η Διατροφική Συμπεριφορά

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με το φαγητό και τον τρόπο διατροφής. Οι άνθρωποι στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν συνήθως επίγνωση των θερμίδων και της σύνθεσης των τροφίμων, ενώ οι διατροφολόγοι προσπαθούν να θέσουν τα πρότυπα της διατροφικής συμπεριφοράς και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διατροφής που είναι συνδεδεμένα με την υγεία, όπως για παράδειγμα οι διαταραχές πρόσληψης τροφής και η παχυσαρκία. (Mennell et al., 1992).

Η διατροφική επιλογή μπορεί να οριστεί ως η επιλογή απο το άτομο του είδους της τροφής που θα καταναλώσει απο την διαθέσιμη ποικιλία (Mennell et al., 1992). Οι τροφές που επιλέγουμε είναι μεν απαραίτητες για την επιβίωσή μας και την ευημερία μας, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα. Το φαγητό γίνεται έτσι ένα κοινωνικό μέσο για την αισθητική έκφραση του ατόμου (Rozin, 2005). Σύμφωνα με την περιγραφή του Barthes (1975), “το φαγητό δεν είναι μόνο μια συλλογή από προϊόντα … Είναι επίσης ένα σύστημα επικοινωνίας, ένα σύνολο εικόνων, ένα πρωτόκολλο συνηθειών, συμπεριφοράς και καταστάσεων”. Επιπλέον, η επιλογή και κατανάλωση της τροφής επηρεάζεται απο φυλετικούς, πολιτισμικους, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες (Kiefer et al., 2005? Wardle et al., 2004).

Οι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική συμπεριφορά αποτελούνται από τις φυσιολογικές ανάγκες, την εικόνα σώματος, τις διατροφικές προτιμήσεις, τις γονεϊκές πρακτικές, τα μοντέλα – πρότυπα των μέσων ενημέρωσης, τις κοινωνικές τάσεις, τις προσωπικές εμπειρίες, καθώς και από τις γνώσεις για τη διατροφή (Ogden, 2008). Πέρα από αυτούς τους παράγοντες, η επιλογή των τροφίμων μπορεί να εξηγηθεί από βιολογικά μοντέλα που σχετίζονται με τη διατροφική συμπεριφορά, από ψυχολογικά μοντέλα, καθώς και από μοντέλα που δίνουν έμφαση στην ποικιλία των νοημάτων που συνδέονται με τα το φαγητό (Ogden, 2008). Τα βιολογικά μοντέλα τονίζουν το εγγενές αίσθημα της πείνας και των αισθημάτων κορεσμού, ενώ τα ψυχολογικά μοντέλα αναφέρονται σε παράγοντες όπως οι γνώσεις, οι εμπειρίες, η κοινωνική μάθηση μέσω των γονεϊκών στάσεων, ο έλεγχος και οι προσδοκίες που προέρχονται από τη σχετική με αυτές μάθηση μέσω πιθανών επιβραβεύσεων των διατροφικών συμπεριφορών. Έχοντας ως βάση αυτές τις προσεγγίσεις, το φαγητό μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται (Ogden, 2008).

Πικ νικ: ένας εναλλακτικός τρόπος χαλάρωσης και ευεξίας

Πολύ συχνά μπορεί κάποιος να πει ότι δεν έχει όρεξη να κάνει τα ίδια και τα ίδια για να χαλαρώσει και να δώσει μια νότα ευχαρίστησης στο Σαββατοκύριακό του… Η αγωνία γύρω από την οικονομική κατάσταση, οι συνθήκες διαβίωσης, οι προτεραιότητες, το συναισθηματικό μούδιασμα μερικές φορές καταλήγουν να είναι ανασταλτικοί παράγοντες στην εύρεση εναλλακτικών λύσεων για την κάλυψη των πρωτογενών αναγκών για ξεκούραση και ευεξία. Κατά συνέπεια, η ρουτίνα της καθημερινότητας μπορεί να μας παρασύρει και να ξεχάσουμε το πόσο αναζωογοννητική θα μπορούσε να είναι η επαφή με τη φύση.

Το πικ νικ είναι ένας έξυπνος και εύκολος τρόπος να επιτρέψει κανείς στον εαυτό του να νιώσει ηρεμία μέσα σ’ ένα ευχάριστο κατάφυτο περιβάλλον με την παρέα του ή με την οικογένειά του. Πρόκειται για μια συνήθεια ευρέως διαδεδομένη σε χώρες του εξωτερικού, αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και στην Ελλάδα ή την Αθήνα δεν υπάρχουν επιλογές. Το Αττικό Άλσος στο Γαλάτσι, το Άλσος Περιστερίου, ο λόφος του Φιλοπάππου, ο λόφος Λυκαβηττού, το περιβαλλοντικό πάρκο “Αντώνης Τρίτσης”, το άλσος Καισαριανής, είναι μερικά μόνο από τα μέρη που θα μπορούσαν να είναι κατάλληλοι προορισμοί πέρα από τη Βαρυμπόμπη, την Πάρνηθα ή τον Υμηττό.

Η συνταγή, λοιπόν, της επιτυχίας κρύβεται στα ακόλουθα υλικά:

  1. Παρέα με την οποία νιώθουμε ευχάριστα
  2. Φαγητό ή σνακ έτοιμα από το σπίτι με συνεισφορά όλων των μελών της παρέας ώστε να ευωδώνεται η αίσθηση της προσφοράς αλλά και του ανήκειν
  3. Επιλογή της κατάλληλης τοποθεσίας ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός
  4. Φαντασία στα παιχνίδια και τις δραστηριότητες που θα μπορούσαν να λάβουν χώρα κατά την επικείμενη έξοδο
  5. Γυαλιά ηλίου, καπέλα, αντηλιακά, φωτογραφική μηχανή, μαξιλαράκια, φαναράκια διακοσμητικά, πολύχρωμο τραπεζομάντηλο
  6. Σακούλες για τα σκουπίδια στα πλαίσια της μέριμνας για την προστασία του περιβάλλοντος
  7. Μουσική από ριαδιοφωνάκια με μπαταρίες
    … και φυσικά…
  8. Το μεγαλύτερο χαμόγελό μας!

Διατροφική Επιλογή – Παράγοντες που την Επηρεάζουν

Η διατροφική επιλογή μπορεί να οριστεί ως η επιλογή απο το άτομο του είδους της τροφής που θα καταναλώσει απο την διαθέσιμη ποικιλία (Mennell et al., 1992). Οι τροφές που επιλέγουμε είναι μεν απαραίτητες για την επιβίωσή μας και την ευημερία μας, αλλά λειτουργούν και ως σύμβολα. Το φαγητό γίνεται έτσι ένα κοινωνικό μέσο για την αισθητική έκφραση του ατόμου (Rozin, 2005). Σύμφωνα με την περιγραφή του Barthes (1975), “το φαγητό δεν είναι μόνο μια συλλογή από προϊόντα … Είναι επίσης ένα σύστημα επικοινωνίας, ένα σύνολο εικόνων, ένα πρωτόκολλο συνηθειών, συμπεριφοράς και καταστάσεων”. Επιπλέον, η επιλογή και κατανάλωση της τροφής επηρεάζεται απο φυλετικούς, πολιτισμικους, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες (Kiefer et al., 2005? Wardle et al., 2004).

Οι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη διατροφική συμπεριφορά αποτελούνται από τις φυσιολογικές ανάγκες, την εικόνα σώματος, τις διατροφικές προτιμήσεις, τις γονεϊκές πρακτικές, τα μοντέλα – πρότυπα των μέσων ενημέρωσης, τις κοινωνικές τάσεις, τις προσωπικές εμπειρίες, καθώς και από τις γνώσεις για τη διατροφή (Ogden, 2008). Πέρα από αυτούς τους παράγοντες, η επιλογή των τροφίμων μπορεί να εξηγηθεί από βιολογικά μοντέλα που σχετίζονται με τη διατροφική συμπεριφορά, από ψυχολογικά μοντέλα, καθώς και από μοντέλα που δίνουν έμφαση στην ποικιλία των νοημάτων που συνδέονται με τα το φαγητό (Ogden, 2008). Τα βιολογικά μοντέλα τονίζουν το εγγενές αίσθημα της πείνας και των αισθημάτων κορεσμού, ενώ τα ψυχολογικά μοντέλα αναφέρονται σε παράγοντες όπως οι γνώσεις, οι εμπειρίες, η κοινωνική μάθηση μέσω των γονεϊκών στάσεων, ο έλεγχος και οι προσδοκίες που προέρχονται από τη σχετική με αυτές μάθηση μέσω πιθανών επιβραβεύσεων των διατροφικών συμπεριφορών. Έχοντας ως βάση αυτές τις προσεγγίσεις, το φαγητό μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται (Ogden, 2008).

Διατροφικές Επιλογές και Κοινωνικά Πρότυπα

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον σχετικά με το φαγητό και τον τρόπο διατροφής. Οι άνθρωποι στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν συνήθως επίγνωση των θερμίδων και της σύνθεσης των τροφίμων, ενώ οι διατροφολόγοι προσπαθούν να θέσουν τα πρότυπα της διατροφικής συμπεριφοράς και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διατροφής που είναι συνδεδεμένα με την υγεία.

Τα διατροφικά πρότυπα (food patterns) συνιστούν πρότυπα μερίδων τροφών που χρησιμοποιούνται από τους διατροφολόγους ή από τους ερευνητές επιστημονικών μελετών προκειμένου να διασφαλιστεί η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των διαιτητικών παρεμβάσεων, με τρόπο που να γίνονται κατανοητές από το μέσο καταναλωτή.

Η εθνικότητα, ο πολιτισμός, η κοινωνική και οικονομική θέση, οι κοινωνικές τάσεις, μπορούν ως παράγοντες να επηρεάσουν την διατροφική συμπεριφορά. Μέσω ενός καθιερωμένου κοινού προτύπου συμπεριφοράς, φαίνεται ότι οι άνθρωποι καταναλώνουν οικεία σε εκείνους φαγητά, με συγκεκριμένο τρόπο παρασκευής, και παρόμοιες γεύσεις. Επίσης, στις περιπτώσεις που υπάρχουν παρόμοιες συνήθειες διατροφής, παρατηρούνται και παρόμοιες περιοριστικές συμπεριφορές, καθώς και απαγορευμένες ή γενικότερα μη αρεστές τροφές.

Η διατροφική επιλογή μπορεί να οριστεί ως η επιλογή απο το άτομο του είδους της τροφής που θα καταναλώσει απο την διαθέσιμη ποικιλία, τόσο ανάλογα με την ανάγκη επιβίωσής του όσο και ανάλογα με την ευημερία του. Παράλληλα, οι τροφές φαίνεται να αποτελούν και σύμβολα και κοινωνικά μέσα έκφρασης και επικοινωνίας.

Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι οι διατροφικές επιλογές συνδέονται με τα κοινωνικά πρότυπα. Τι συμβαίνει όμως με τον κοινωνικό στιγματισμό? Ο κοινωνικός στιγματισμός έχει να κάνει με τη διάχυτη αναπτυξιακή ταυτότητα των ατόμων υπό διάφορες πολιτισμικές και πολιτιστικές περιστάσεις, τα πρότυπα συμπεριφοράς, τους τρόπους διαφήμισης των προιόντων, και τους τρόπους κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Το άτομο στα πλαίσια αυτά μπορεί να λάβει διττό ρόλο, ένας εκ των οποίων είναι ο στιγματισμένος. Υπό αυτό το «ρόλο» το άτομο μπορεί να είναι πιο ευάλωτο, πιο ευαίσθητο στην κριτική και λιγότερο σταθερό στις διαπροσωπικές του σχέσεις.
Παράγοντες που φαίνεται να συνδέονται άμεσα με τον κοινωνικό ρατσιμό αποτελούν η ύπαρξη κοινωνικών αποκκλίσεων από τα καθιερωμένα, η οικονομική και κοινωνική θέση, η ηλικία, τα θρησκευτικά ήθη και έθιμα, ο ρατσισμός σε βάρος των γυναικών εξαιτίας του ρόλου του φύλου τους αλλά και με βάση την εξωτερική εμφάνιση. Η συνέπεια όλων αυτών των παραγόντων είναι η κατά περιόδους άρρηκτη σχέση τους και με τον τρόπο διατροφής καθώς και με την εικόνα σώματος, όπου τα στερεότυπα τροποποιούνται ανάλογα με όλες τις συνιστώσες που προαναφέρθηκαν.

Ανάλογα με όλα τα παραπάνω, η διατροφική συμπεριφορά επηρεάζεται από τις φυσιολογικές ανάγκες, την εικόνα σώματος, τις διατροφικές προτιμήσεις, τις γονεϊκές πρακτικές, τα μοντέλα – πρότυπα των μέσων ενημέρωσης, τις κοινωνικές τάσεις, τις προσωπικές εμπειρίες, καθώς και από τις γνώσεις για τη διατροφή. Σε επίπεδο κοινωνικό, το φαγητό μπορεί να λάβει πολλές και διαφορετικές διαστάσεις – σημασίες, που περιγράφονται ως συναισθηματική ρύθμιση, άρνηση, ευχαρίστηση, ενοχή, αυτο-έλεγχος, αγάπη, σεξουαλικότητα, σχέσεις εξουσίας, και θρησκευτική ταυτότητα. Τέλος, χρησιμοποιείται ως μέσο επικοινωνίας αναφέροντας την ταυτότητα των ανθρώπων, τον τρόπο που αισθάνονται προς τους άλλους, και το πώς οι άλλοι τους κάνουν να αισθάνονται.

Συναισθήματα – Θυμός

16 χρόνιοι πάσχοντες ρωτήθηκαν το τι σημαίνει “θυμός” και οι απαντήσεις που έδωσαν ήταν οι ακόλουθες:

  • “αγανάκτηση”
  • “οργή”
  • “δε μιλάω”
  • “τσακώνομαι”
  • “στοχασμός”
  • “νεύρα”
  • “απομάκρυνση”
  • “έκρηξη”
  • “μη χρήση της λογικής”
  • “αδικούμαι”
  • “αγριάδα”
  • “συνωφριωμένο πρόσωπο”
  • “αρνητική διάθεση”
  • “ταράζομαι”
  • “δεν μου αρέσει κάτι”
  • “γίνομαι κακός με τον άλλο”

Ο θυμός αποτελεί ένα υγιές αλλά δυσάρεστο συναίσθημα που μπορεί ο καθένας να νιώσει σε πάρα πολλές διαφορετικές καταστάσεις της ζωής του και συνδέεται με τη βούληση και την αποφασιστικότητα κάθε ατόμου. Ορίζεται ως‘‘συναισθηματική κατάσταση που ποικίλλει σε ένταση από τον ήπιο εκνευρισμό ως την έντονη οργή και μανία’’ (Spielberger).

Οι δυσκολίες με την έκφραση αυτής της ψυχικής κατάστασης προκύπτουν γιατί το άτομο συνήθως βιώνοντας αυτό το συναίσθημα νιώθει εκτός ελέγχου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο θυμός εκφράζεται παρορμητικά και το άτομο υπό την επήρρειά του ξεσπάει είτε στους άλλους (για παράδειγμα μουτρώνει, επιτίθεται λεκτικά, βρίζει, μιλάει άσχημα, σπάει πράγματα, διώχνει ανθρώπους από το περιβάλλον του που σε κατάσταση λογικής δεν θα έδιωχνε, ασκεί σωματική βία…), είτε στον εαυτό του – αυτοκαταστροφικά (για παράδειγμα οδηγεί επικίνδυνα έχοντας νεύρα, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, απομονώνεται, …).

Ανάμεσα στις συνέπειες του θυμού συγκαταλέγονται καταστάσεις όπου το άτομο μπορεί να φοβάται το ενδεχόμενο να νιώσει και σε άλλες περιπτώσεις θυμό αν έχει χάσει τον έλεγχο, εστιάζει για κάποιο χρονικό διάστημα μόνο στην κατάσταση που το έκανε να θυμώσει, μπορεί να θυμάται και άλλα γεγονότα που το είχαν κάνει και στο παρελθόν να θυμώσει, αλλά μπορεί και να ντρέπεται μερικές φορές για τον τρόπο που εξέφρασε το θυμό του.

Παρόλα αυτά, ο θυμός αν και δυσάρεστο συναίσθημα χρειάζεται στη ζωή μας γιατί μας βοηθάει να εξελιχθούμε. Συγκεκριμένα αποτελεί έναν τρόπο έκφρασης κάθε ατόμου να δηλώσει τις διαφωνίες του, να διαχωρίσει τις απόψεις του, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, να διεκδικήσει το σεβασμό από άλλους, να εκφράσει ότι μπορεί να πονάει συναισθηματικά για κάτι, να σταματήσει τυχόν προσβολές που δέχεται, να μάθει να μη σκέφτεται άκαμπτα και να το δείχνει και στους άλλους.