√2 Δεν ψάχνω αξία. Έχω!
ΚΕΦΑΛΑΙΟ «ΑΠΟΔΟΧΗ»
Μπαμπά, θέλω να σου πω κάτι. Όχι με θυμό. Με ειλικρίνεια.
Μεγάλωσα με την αίσθηση πως η αγάπη έπρεπε να κερδίζεται. Πως δεν αρκούσε να είμαι εγώ – έπρεπε να είμαι «όπως με θέλεις». Να μην εκτεθώ, να μη φέρω ντροπή, να μη σε πληγώσω. Και κάπως έτσι, άρχισα να ζω με τον φόβο σου. Όχι φόβο για τιμωρία, αλλά για το βλέμμα σου. Την αποδοκιμασία σου. Το «τι θα πεις» και το «πώς θα το πάρεις». Έμαθα να διαβάζω τα νεύρα σου πριν καν μιλήσεις. Έμαθα να αυτολογοκρίνομαι. Και να μετράω την αξία μου όχι με βάση το τι είμαι, αλλά με βάση το τι θα έλεγες εσύ. Ή τι θα έλεγε ο κόσμος.
Ξέρεις, αν ο άνθρωπος ήταν ένα κλάσμα – μιας και εσύ καταλαβαίνεις πιο καλά τους αριθμούς – ο αριθμητής θα ήταν η πραγματική του αξία – αυτά που είναι, που μπορεί, που νιώθει. Ο παρονομαστής είναι η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Και εμένα, για χρόνια, αυτός ο παρονομαστής ήταν στραβός. Γιατί αντί να τον χτίσω με αγάπη, τον έφτιαξα με φόβο, ενοχή, και ντροπή. Πίστευα ότι είμαι λίγος. Ότι δε φτάνω. Ότι πρέπει πάντα να προσπαθώ για να αξίζω.
Και τώρα που αναγνωρίζω τον αριθμητή μου – που βρίσκω την αξία μου και σηκώνω κεφάλι – υπάρχουν στιγμές που νιώθω ότι σου φαίνεται υπερβολικό. Ότι το βλέπεις σαν αλαζονεία. Δεν είναι. Η διαφορά ανάμεσα στην αλαζονεία και την αυτοεκτίμηση είναι η σιωπή. Δεν φωνάζω ποιος είμαι – απλώς δεν απολογούμαι γι’ αυτό. Δεν στο λέω για να σου φορτώσω ευθύνες. Ξέρω πως έτσι μεγάλωσες κι εσύ.
Απλώς σου ζητάω να δεις ότι μεγαλώνω κι εγώ. Ότι αλλάζω. Και ότι για να μπορέσουμε να έχουμε σχέση ουσιαστική, χρειάζεται να με δεις όπως είμαι, όχι όπως φοβάσαι να με δεις. Σ’ αγαπώ. Αλλά αγαπώ και εμένα. Και αυτό δεν είναι αχαριστία. Είναι ισορροπία.