Οι 4 Άξονες Θεραπείας για την Ψυχογενή Ανορεξία
Για την Ψυχογενή Ανορεξία, οι κατευθυντήριες οδηγίες υπογραμμίζουν τη σημασία μιας πολυδιάστατης προσέγγισης που περιλαμβάνει ιατρικές, διατροφικές, κοινωνικές και ψυχολογικές συνιστώσες (Treasure, Claudino, and Zucker 2010). Η διαχείριση και η θεραπεία της αποτελείται από τέσσερις άξονες.
Ο πρώτος άξονας περιλαμβάνει την προσπάθεια κατανόησης από τον ασθενή ότι χρειάζεται βοήθεια αλλά και τη διατήρηση του κινήτρου του στη συνέχεια. Ο συγκεκριμένος άξονας είναι ζωτικής σημασίας δεδομένης της απροθυμίας που παρουσιάζουν οι ασθενείς με ΨΑ για αλλαγή.
Ο δεύτερος άξονας έχει να κάνει με την αποκατάσταση του βάρους (σε εξω-νοσοκομειακή, ημερήσια ή ενδο-νοσοκομειακή βάση) ώστε να αντιμετωπιστεί ο υποσιτισμός, γεγονός που οδηγεί συνήθως από μόνος του σε βελτίωση της συνολικής κατάστασης του ασθενούς.
Ο τρίτος άξονας της διαχείρισης αφορά την αντιμετώπιση της υπερεκτίμησης του σχήματος και του βάρους των ασθενών, των διατροφικών τους συνηθειών και της γενικής ψυχοκοινωνικής τους λειτουργίας (Fairburn and Harrison 2003). Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος για την επίτευξη αυτού του στόχου. Καμία συγκεκριμένη ψυχολογική παρέμβαση δεν θεωρείται πιο αποτελεσματική για τη θεραπεία της ΨΑ. Παρ’ όλα αυτά, συγκεκριμένοι τύποι ψυχολογικών παρεμβάσεων μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικοί σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (Fisher et al. 2019; Treasure et al. 2020). Για παράδειγμα, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική για τη μείωση των ποσοστών υποτροπής σε ενήλικες που έχουν ήδη επιτύχει την αποκατάσταση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους, η τροποποιημένη ΓΣΘ για την Ψυχογενή Ανορεξία για τις πιο σοβαρές και ανθεκτικές περιπτώσεις ΨΑ, η οποία δίνει έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και όχι στην αποκατάσταση του βάρους, και η οικογενειακή θεραπεία (Family Therapy) για παιδιά και νέους με ΨΑ (Bulik et al. 2007; Fisher et al. 2019; Touyz et al. 2013; Treasure et al. 2020).
Τέλος, ο τέταρτος άξονας της διαχείρισης της ΨΑ περιλαμβάνει την χρήση υποχρεωτικής θεραπείας η οποία όμως αφορά μόνο λίγες περιπτώσεις (Fairburn and Harrison 2003).