Πόση Επίπλαστη Ευτυχία Μπορούμε να Αντέξουμε?
Είναι ένα καλοκαιρινό απόγευμα από εκείνα που ο ουρανός μοιάζει με καμβά με τα τόσο υπέροχα σχέδια και χρώματα που έχουν σχηματιστεί λόγω του ηλιοβασιλέματος. Βρίσκομαι με τις φίλες μου στην θάλασσα, κι όπως σε όλες τις παρέες πλέον, κάποιες συζητούσαμε ενώ κάποιες είχαν απορροφηθεί από τον κόσμο των social. Μέσα στον συνδυασμό λοιπόν των μαγευτικών χρωμάτων, της ασταμάτητης συζήτησης και μιας μικρής παραφωνίας εκείνων που είχαν αποσυντονιστεί από τα κινητά, είδα μία εικόνα τόσο
«ήσυχη» αλλά ταυτόχρονα τόσο «δυνατή» που έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει για κάμποσα δευτερόλεπτα.
Στο παγκάκι λίγο πιο πάνω ήταν μία ηλικιωμένη γυναίκα μετά την βουτιά της στην θάλασσα μαζί με τον σύζυγό της. Την περίμενε με την πετσέτα και μόλις εκείνη κάθισε την σκέπασε λίγο παραπάνω και έβγαλε από την τσάντα να της δώσει φρέσκα φρούτα. Μαζί κάθισαν να απολαύσουν τον καμβά του ουρανού. Έμεινα να τους κοιτάζω. Δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ή κάτι σπάνιο. Ήταν μία ήρεμη εικόνα η οποία εκείνη τη στιγμή αγκάλιασε την ψυχή μου. Ήταν μία στιγμή θα μπορούσε να πει κανείς- ευτυχίας. Κι εκεί αναρωτήθηκα: άραγε πλέον ζούμε ουσιαστικές-πραγματικές στιγμές ευτυχίας ή έχουμε βυθιστεί σε μία επίπλαστη ευτυχία – τελειοποιημένων εικόνων που βλέπουμε να διαδέχονται η μία την άλλη στα κοινωνικά δίκτυα;
Στη σύγχρονη εποχή, η ευτυχία συχνά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα επιτυχίας, παραγωγικότητας ή «σωστών επιλογών». Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εικόνα, προβάλλοντας ζωές γεμάτες χαμόγελα, επιτεύγματα και ισορροπία. Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο, όλο και πιο συχνά καταλήγουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Γιατί δεν νιώθω έτσι;», «Τι μου λείπει;» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως ίσως οι παραπάνω ερωτήσεις να είναι λάθος διατυπωμένες. Αναλώνουμε τόσο πολύτιμο ελεύθερο χρόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θαυμάζοντας επί της ουσίας στιγμές «επιφανειακής» ευτυχίας που έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά
σημαίνει να βιώνει κάποιος στιγμές αληθινής ευτυχίας. Πέραν τούτου, βομβαρδιζόμαστε από τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών που κάπου μέσα στην φασαρία όλου αυτού ξεχνάμε εντελώς την εσωτερική μας φωνή.
Η ιδέα ότι «πρέπει»να είμαστε ευτυχισμένοι μπορεί να λειτουργήσει τελικά αντίστροφα. Δημιουργεί πίεση, ενοχή και σύγκριση. Η ευτυχία μετατρέπεται από φυσική εμπειρία σε υποχρέωση.Όταν κυνηγάμε συνεχώς μια ιδανική κατάσταση, συχνά απομακρυνόμαστε από την πραγματική μας εμπειρία: αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε πρότυπα και συχνά χάνουμε την επαφή τόσο με τον εαυτό μας όσο και με το περιβάλλον μας. Κυνηγάμε συνεχώς το «άπιαστο» δίχως να μπορούμε να αντιληφθούμε τα ουσιώδη για εμάς στην κάθε περίπτωση.
Σε αυτό το σημείο, η προσέγγιση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας —και ιδιαίτερα του Carl Rogers— προσφέρει μια εντελώς διαφορετική οπτική. Σύμφωνα με τον Rogers, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να «βρει» την ευτυχία. Τείνει προς αυτήν από τη φύση του. Στον πυρήνα της θεωρίας του βρίσκεται η ιδέα ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μια έμφυτη τάση να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να αξιοποιεί το δυναμικό του. Όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές,αυτή η διαδικασία οδηγεί φυσικά σε μια βαθύτερη αίσθηση ικανοποίησης και πληρότητας.
Η ευτυχία, λοιπόν, δεν είναι κάτι που κατακτάται.
Είναι κάτι που αναδύεται και για να της δώσουμε χώρο και χρόνο να αναδειχθεί θα χρειαστεί να
έρθουμε σε πιο άμεση επαφή με την αυθεντικότητά μας και τις βαθιές μας επιθυμίες.
Είναι όλες εκείνες οι στιγμές στην καθημερινότητα που δεν «φωνάζουν» αλλά έρχονται και
αγγίζουν τόσο μαλακά και ήσυχα την ψυχή σου σαν χάδι.
Συγγραφή: Ειρήνη Μπισιώτη
Απόφοιτος Εκπαιδευτικού Προγράμματος Αντλεριανής Προσέγγισης