Tag: eating disorders

Λίγη Ελπίδα!

Σιγά, σιγά έπεσα

στα βάθη της κόλασης,

ένα γεύμα παραλείφθηκε, ένας τοίχος χτίστηκε,

ένα ακόμα χάπι, ένας κανόνας τροποποιήθηκε.

Οι αδιάκοπες φωνές,

της φωνής μέσα στο κεφάλι μου,

κάνε αυτό, κάνε εκείνο.

Ένας σκλάβος του κεφαλιού μου.

Αλλάζοντας συνέχεια στόχους που

κυνηγώ και κυνηγώ και κυνηγώ

με ελπίδες να ησυχάσουν οι φωνές,

οι σκέψεις να επιβραδύνουν τον ρυθμό τους.

Αλλά ποτέ δεν συμβαίνει,

ποτέ δεν κάνω αρκετά

και πριν το καταλάβω

κατακλύζομαι.

Και νιώθω πως είμαι πίσω στην αρχή

με πρόσθετη την ενοχή της αποτυχίας.

Τα βάζω με τον εαυτό μου.

Γιατί δεν είναι τίποτα αρκετό?

Ονειρεύομαι την μέρα που θα είμαι ελεύθερη από αυτό.

Εύχομαι η μέρα να έρθει,

που το φαγητό δεν θα είναι εχθρός

και η ζωή θα περιέχει την λέξη διασκέδαση. 

Αλλά είναι δύσκολο όταν συνέχεια βλέπεις μπλε

και όλοι σου φωνάζουν «είναι κόκκινο» να τους πιστέψεις.

Εκεί που όλα σου φαίνονται τόσο πραγματικά

να πας εναντίον του κεφαλιού σου.

Είμαι σε ένα σημείο που δεν έχω επιλογή,

στην πραγματικότητα και στο κεφάλι μου

τίποτα δεν κάνει νόημα πλέον.

Αντιμετώπισα πολλά,

δεν είμαι εκεί που θα ήθελα

αλλά είμαι πολύ μακριά από εκεί που ξεκίνησα

και πραγματικά, 

θα κρατήσω την γνώση,

ότι πάρα τα 10 βήματα πίσω,

έχω είδη προχωρήσει 1,000 μπροστά.

Η φλόγα δεν έσβησε, 

αλλά αυτό αποδεικνύει πως…

Έχω την δύναμη και το κουράγιο

άλλα κάποιες φορές χάνεται για λίγο,

και χρειάζομαι βοήθεια.

Η ανάρρωση δεν είναι τέλεια,

αλλά ούτε κι εγώ

και δεν θα το προσποιηθώ.

 

Συγγραφέας: Η Ελπίδα

Μια κακιά συνήθεια

Μια φορά και δυο φορές
και μια και δυο και πάντα
τόσο πολλές είναι οι φορές που ΄πάντα’ καταλήγουν
και ξανά μια
και ξανά δυο
κι όλο το ίδιο γίνεται
που είναι αβάσταχτο, που μπουκώνει και που πνίγει
μα όσο κι αν πνίγει, που πνίγει πολύ, τόσο που πιστεύεις ότι κάπου θα οδηγήσει, και μακάρι κ ας είναι και χειρότερα, μόνο ας πάει κάπου,
πάλι δε γίνεται τίποτα, τίποτα δεν αλλάζει,
στάση. Στάση και καθήλωση.
Κι ύστερα ξανά
ξανά τα ίδια
μια φορά και δυο φορές
και μια και δυο κι όλο βαραίνει
και όσο πια σιχαίνομαι -δεν ξέρω αν σιχαίνομαι ή με σιχαίνομαι-
τόσο αυτό βαραίνει
μέχρι που για λίγο φεύγει,
αλλά πάντα ξανάρχεται κ ας μη το περιμένω,
κι άντε μετά να βρω τη σιγουριά,
όταν σίγουρο δεν υπάρχει.
Τα θέλω πολύ τα σίγουρα. Γι’ αυτό και δε τα βρίσκω.
Πιο πολύ απ’ τα σίγουρα όμως, τώρα θέλω να ξεράσω.

Ελ, 2016