Category: ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ

Το να μην τρως δεν έχει να κάνει με το φαγητό.

Το να μην τρως δεν έχει να κάνει με το φαγητό.

Δεν έχει να κάνει με το να δείχνεις όμορφη σε ένα φόρεμα ή να θες να γίνεις μοντέλο. Δεν έχει να κάνει με το να θες χαριτωμένα αγόρια να γυρίσουν να σε δουν. Δεν έχει να κάνει με το να δοκιμάζεις το πιο μικρό μέγεθος φούστας στο μαγαζί.

Δεν έχει να κάνει με το να θες σημασία. Δεν είναι μια ανιδιοτελής λιμοκτονία για όλα τα παιδάκια στην Αφρική. Δεν έχει να κάνει με την τέλεια γρήγορη δίαιτα ή να χάσεις το βάρος που έβαλες στις διακοπές. Δεν έχει να κάνει με περιοδικά μόδας, για την θρησκεία ή την κουλτούρα.

Έχεις αυτοεκτίμηση ίση με ένα έντομο. Έχεις ανύπαρκτη κοινωνική ζωή γιατί φοβάσαι να πας σε εστιατόρια ή οπουδήποτε θα έχει σχέση με φαγητό. Να ζυγίζεις και να μετράς μακαρόνια, δημητριακά, φρούτα και οτιδήποτε περνά από τα χείλη σου, συμπεριλαμβανομένης και της οδοντόκρεμας. Έχει να κάνει με μυστικά, ψέματα και ντροπή. Έχει να κάνει με το να μην μπορείς να παραδεχτείς ότι χρειάζεται να φας. Ότι σου αξίζει να φας.

Έχει να κάνει με φόβο. Έχει να κάνει με τρόμο. Για τα πάντα.
Έχει να κάνει με έλεγχο. Έχει να κάνει με το να προσπαθείς να σταματήσεις να νιώθεις τα συναίσθημα της κακοποίησης. Έχει να κάνει με το να σπρώχνεις τον πόνο μακριά. Έχει να κάνει με το να θες να εξαφανιστείς για να μην μπορεί να σε εκμεταλλευτεί κάνεις ξανά. Να κρύβεσαι κάτω από ρούχα, κυρίως μαύρα, για να μην βλέπει κανείς το γυναικείο σου σώμα. Είναι μη λεκτική επικοινωνία. Είναι να αρνείσαι το παρελθόν. Είναι ένα έντονο μίσος προς τον εαυτό σου.

Έχει να κάνει με το να χρειάζεσαι τόσα πολλά που να μην το αντέχεις. Να μην θες να χρειάζεσαι τίποτα. Έχει να κάνει με το να μην θες να σε αγγίζουν και να φοβάσαι να αφεθείς. Έχει να κάνει με το να νιώθεις τόσο πνιγμένος από τα όσα έχουν συμβεί που είναι πιο εύκολο να αποφεύγεις τα πάντα με το να παθαίνεις εμμονή με το πόσες θερμίδες έχει ένα μήλο.

Έχει να κάνει με το να θες να είσαι ασφαλείς. Να θες να γίνεις όσο πιο μικρός γίνεται και να αποφύγεις τον τεράστιο κόσμο που είναι πολύ θορυβώδες και επικίνδυνος και δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς. Έχει να κάνει με το να μην εμπιστεύεσαι κανέναν και να βασίζεσαι στο φαγητό (ή την ελλείψει) για να σου δώσει μια αίσθησή ασφαλείας όταν τα συναισθήματα σου φουσκώνουν και σε κάνουν να νιώθεις χοντρή, άσχημη και να μην αντέχεις το σώμα σου.

Έχει να κάνει με το να προσπαθείς να γίνεις κατανοητή. Να προσπαθείς να παλέψεις με ότι έχεις και να είναι περισσότερη δουλεία από ότι έχεις φανταστεί. Είναι κούραση και δάκρια και να θες βοήθεια αλλά την ίδια στιγμή να την αρνείσαι. Έχει να κάνει με το να παλεύεις σε μια μάχη με τον εαυτό σου και τον κόσμο. Είναι μια προσπάθεια να επιβιώσεις.

Δεν έχει να κάνει με το φαγητό.

 

aBeautifulMess

Ο Van Gogh από μια άλλη οπτική

Όταν μιλάνε για μια βασανισμένη μεγαλοφυία, πάντα κάποιος θα αναφέρει τον Van Gogh.
Πως κατάπιε κίτρινη μπογιά.
Πως ήθελε να βάλει την λιακάδα μέσα του.
Πως η ψύχωση του προκλήθηκε από δηλητηρίαση από μόλυβδο.
Τον αποκαλούν θαύμα, αλλά εγώ βλέπω έναν άνθρωπο τόσο δυστυχισμένο, που βρήκε ένα όμορφο τρόπο να κάνει κακό στον εαυτό του.

Λένε «Είναι τραγικό»
Λένε «Είναι πάντα οι ταλαντούχοι που πεθαίνουν πριν την ώρα τους»

Μας τους διδάσκουν στο σχολείο τους βασανισμένους καλλιτέχνες. Κοιτά όλους αυτούς τους ποιητές που αυτοκτόνησαν, πως θα ήταν η δουλειά τους αν δεν είχαν κατάθλιψη; Λες και η κατάθλιψη είναι ένα τέχνασμα, κάτι για να εντυπωσιάσεις τους φίλους σου, κάτι που βάζεις στα πάρτι. Σαν και η κατάθλιψη δεν είναι πόσες μέρες μπορείς να μην κάνεις μπάνιο χωρίς να το προσέξει κάποιος ή να τρως τέσσερις μέρες συνεχόμενα μακαρόνια και την επόμενη τίποτα γιατί το να πας ψώνια ή να κάνεις κάτι για τον εαυτό σου είναι εντελώς αδιανόητο.

Η κίτρινη μπογιά είναι η κατάθλιψη.

Η τέχνη είναι ένας αμυντικός μηχανισμός. Ο Van Gogh είναι καταπληκτικός καλλιτέχνης γιατί όταν δεν είχε τίποτα, είχε μπογιά. Όταν ένιωθε άδειος, είχε μπογιά. Όταν μισούσε τον εαυτό του, δεν μισούσε την μπογιά.

Ασβέστωνε τα αριστουργήματα του, γιατί δεν το έκανε για να γίνει γνωστός, άπλα έκανε το μοναδικό πράγμα που του έκανε νόημα όταν τα τίποτε άλλο δεν έκανε.
Λένε «χωρίς την αρρώστια του, δεν θα είχαμε όλα αυτά».
Γιατί εκτιμούν την τέχνη του περισσότερο από την λογική του.
Γιατί μακάρι να ζήσουν όλοι μια ευτυχισμένη ζωή και να μην χρειαστεί να αφήσουν τίποτα για να τους θυμούνται.

 

-folsky-

Μια κακιά συνήθεια

Μια φορά και δυο φορές
και μια και δυο και πάντα
τόσο πολλές είναι οι φορές που ΄πάντα’ καταλήγουν
και ξανά μια
και ξανά δυο
κι όλο το ίδιο γίνεται
που είναι αβάσταχτο, που μπουκώνει και που πνίγει
μα όσο κι αν πνίγει, που πνίγει πολύ, τόσο που πιστεύεις ότι κάπου θα οδηγήσει, και μακάρι κ ας είναι και χειρότερα, μόνο ας πάει κάπου,
πάλι δε γίνεται τίποτα, τίποτα δεν αλλάζει,
στάση. Στάση και καθήλωση.
Κι ύστερα ξανά
ξανά τα ίδια
μια φορά και δυο φορές
και μια και δυο κι όλο βαραίνει
και όσο πια σιχαίνομαι -δεν ξέρω αν σιχαίνομαι ή με σιχαίνομαι-
τόσο αυτό βαραίνει
μέχρι που για λίγο φεύγει,
αλλά πάντα ξανάρχεται κ ας μη το περιμένω,
κι άντε μετά να βρω τη σιγουριά,
όταν σίγουρο δεν υπάρχει.
Τα θέλω πολύ τα σίγουρα. Γι’ αυτό και δε τα βρίσκω.
Πιο πολύ απ’ τα σίγουρα όμως, τώρα θέλω να ξεράσω.

Ελ, 2016

Ένας πιο θετικός δρόμος στη ζωή

Πάντοτε συνήθιζα στην ζωή μου να αντιμετωπίζω με μεγάλο αρνητισμό νέους ανθρώπους που γνώριζα. Φόβο για το καινούργιο. Αυτό είχε διοχετευθεί και στις καθημερινές μου συναναστροφές. Αρνητισμό απέναντι σε όσα έχουν να μου προσφέρουν. Φυσικά είχε μεγάλο αντίκτυπο και στην ζωή μου αυτό. Έτσι λοιπόν, ακόμα και στην σχολή μου, διατηρούσα μία τέτοια στάση.

Η στιγμή που κατέρριψε ολόκληρο το οικοδόμημα αρνητισμού που είχα χτίσει στο μυαλό μου και με δίδαξε πολλά, ήρθε τελείως αναπάντεχα. Σε μία τελευταία καλοκαιρινή διάλεξη, από έναν καθηγητη, στο πρόσωπο του οποίου δεν έτρεφα ιδιαίτερο σεβασμό. Αποφάσισε, λοιπόν, να ξεφύγει από την κανονική ροή και να μας μιλήσει για κάποια συμπεράσματα που χει καταλήξει μέσα από την πείρα που κουβαλάει.

Σε πρώτη φάση, μας μίλησε για τον προγραμματισμό του ανθρώπου να “τρέχει” στα δύσκολα, αντί να κάθεται να “παλεύει” και την ανάγκη να διδάξουμε σε μας το δεύτερο. Να νικήσουμε την φύση μας. Συνεχίζοντας, μας εξήγησε πως πίσω από τον θυμό βρίσκεται ο φόβος και την ηθική μας υποχρέωση κάθε φορά που θυμώνουμε να ρωτάμε τον εαυτό μας τι είναι αυτό που φοβόμαστε. Κλείνοντας, μας έδωσε σαν συμβουλή ότι στην ζωή, την χαρά καλό είναι να την παίρνουμε σε μικρές και συχνές δόσεις, ενώ την λύπη σε μεγάλες και σπάνιες. Που σημαίνει κυρίως να βγαίνουμε από καταδικασμένες καταστάσεις μία και έξω.

Από εκείνη την μέρα, ένας άνθρωπος που αντιμετώπιζα με μεγάλο αρνητισμό και προκατάληψη, μου προσέφερε ένα ΔΙΠΛΟ μάθημα ζωής. Με είχαν συνεπάρει τόσο πολύ αυτά που έλεγε. Με άγγιξαν. Πίστευα πως καθρέφτιζαν και μένα. ΄Ημουν και γω όμηρος σε πολλά από αυτά. Ως αποτέλεσμα, είδα από μία πιο θετική σκοπιά την ζωή, μία ευκαιρία για αλλαγή, για μια πιο μαχητική στάση στην ζωή, λιγότερο φοβισμένη. Επιπλέον, μου έμαθε να δίνω ευκαιρίες, χρόνο και χώρο σε κάθε άνθρωπο στην ζωή μου, ακόμα και στην πιο τυπική μου σχέση. Όλοι κάτι μπορούν να σου προσφέρουν. Από κανέναν δεν θα χάσεις. Μέχρι σήμερα, στο πίσω μέρος του μυαλού μου έχω κρατήσει ακόμα αυτές τις συμβουλές, που μου θυμίζουν την μέρα που άρχισα να βλέπω απο άλλη σκοπιά την ζωή μου.

Πες στη δυστυχία καληνύχτα

“Υποφέρω από…” ήταν δυο λέξεις που δεν ήθελα να πω. Δεν ένοιωθα άνετα να τελειώσω αυτή την πρόταση. Ήταν λες και θα ομολογούσα πως όντως κάτι ήταν λάθος με μένα και αυτό θα σήμαινε πως δεν θα μπορούσα να το κρύψω ή να το σπρώξω μακριά πλέον. Ολόκληρη μου τη ζωή προσπαθούσα να τρέξω μακριά από μένα. Προσπαθούσα να σκεφτώ τι πήγαινε λάθος και πάντα κατέληγα στο συμπέρασμα πως εγώ ήμουν το λάθος. Τίποτα δεν φαινόταν σωστό ή στη θέση του.

Φορούσα τον πόνο σαν ασπίδα προστασίας, είχα μάθει να ζω μ’ αυτόν. Η ευτυχία έμοιαζε σαν ένα βιβλίο που το είχαν βάλει στο ράφι πολύ πιο ψηλά απ’ ότι μπορούσα να φτάσω. Μπορούσα να το δω αλλά δεν μπορούσα να το αγγίξω. Nόμιζα πως εγώ και η δυστυχία είχαμε γίνει ένα και το είχα αποδεχτεί. Φοβόμουν πώς αν έβγαινα απ’ το σκοτάδι θα έχανα κομμάτια του εαυτού μου.

Μετά από μήνες δουλείας με τον εαυτό μου, απέδειξα στον εαυτό μου πρώτα πως όλα αυτά τα χρόνια είχα άδικο. Όχι μόνο δεν έχασα κομμάτια του εαυτού μου αλλά ανακάλυψα κι άλλα που είχα ξεχάσει ή που δεν ήξερα πως υπήρχαν. Υπάρχουν μέρες που ξεχνώ πως υποφέρω, που το “τέρας” που τόσα χρόνια φώναζε πώς δεν αξίζω και πως δεν πρέπει η επόμενη μέρα να με βρει ζωντανή, ησυχάζει. Υπάρχουν βέβαια μέρες που ακόμα παλεύω μαζί του, αλλά τους τελευταίους μήνες του έχω αποδείξει πως είμαι πιο δυνατή απ’ αυτό.

Μαθαίνω να χρησιμοποιώ τη φωνή μου παρά τον φόβο. Και είναι κάπου εκεί που τα πράγματα γίνονται πιο φωτεινά, πιο εύκολα, πιο φυσιολογικά. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ξεκίνησα να πιστεύω πως ίσως το φυσιολογικός σημαίνει να είσαι ευάλωτος, αλλά να είσαι ευάλωτος, να αναγνωρίζεις τα συναισθήματα σου, να νιώθεις τα πάντα σε υπερβολικό βαθμό και να αναγνωρίζεις πως μέσα σου γίνεται χαμός είναι σίγουρα κατι που αξίζει να παλέψεις.

“Τροχαίο … Δίδαγμα!”

Στην ηλικία των 25, η λέξη «καλοκαίρι», είναι απλά συνώνυμο της ξεγνοιασιάς, του ξεσαλώματος και της απόλυτης ελευθερίας… Πόσο μάλλον ένα φεγγαρόλουστο βράδυ του Ιουλίου που η παρέα ετοιμάζεται για full moon party δίπλα στο κύμα! Τίποτα δεν στέκεται εμπόδιο παρά μόνο το πρωινό ξύπνημα της επόμενης μέρας για τη δουλειά, που αν και σε καφετέρια, παρεμποδίζει την απόλυτη ελευθερία της βραδιάς… «Μακάρι να μην δούλευα αύριο…», η σκέψη που σβουρίζει τόσο έντονα στο μυαλό σου ώρα τώρα, συνοδευόμενη από ένα αίσθημα ξενερώματος αλλά παρόλα αυτά, το πρόγραμμα σου εννοείται δεν αλλάζει! Και κάπου εκεί, στο δρόμο προς το ξεφάντωμα, τελικά δεν ήταν η δουλειά που σου άλλαξε τα σχέδια αλλά κάτι που δεν είχες βάλει στο μυαλό σου! ΤΡΟΧΑΙΟ? Μα πώς? Ποτέ δεν πέρασε αυτή η σκέψη από’ δω! Και ξαφνικά, το πολυαναμενόμενο beach party μετατρέπεται σε μια επείγουσα αερομεταφορά στην πρωτεύουσα, σε εξονυχιστικές ακτινογραφίες, σε αγωνία, κλάμα, απελπισία και τελικά σε καθηλώνει για τις επόμενες 40 καλοκαιρινές μέρες και νύχτες σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου χωρίς καν να σε αφήνει να σηκωθείς από αυτό…

Καθόλου κίνηση, μόνο σκέψεις…

«Εεεεε…. Μ’ ακούει κανείς?? Θέλω πίσω τη ζωή μου! Όπως ακριβώς ήταν! Θέλω τη δουλειά μου, θέλω να χαίρομαι, να λυπάμαι, να κλαίω, να γελάω, να δημιουργώ, να βαριέμαι, να αγαπώ, να τσακώνομαι, να κουράζομαι, να γκρινιάζω, να διασκεδάζω… Θέλω τον αέρα, τη βροχή, τον ήλιο, το σκοτάδι! Θέλω να ζω ξανά…. Αφήστε με να φύγω από΄δω…»
Σήμερα, 10 ολόκληρα χρόνια μετά, κι ενώ όλα είναι ξανά στη θέση τους, ένα καμπανάκι μένει βαθιά ριζωμένο στο μυαλό σου και χτυπάει ξανά και ξανά κάθε φορά που νιώθεις πως δεν αξίζει, που νιώθεις άδειος, που απελπίζεσαι, που εύχεσαι «Μακάρι να μην δούλευα αύριο!» . Κι όμως, ακόμα και σήμερα, 10 χρόνια μετά! Ακόμα έχει δυνατό ήχο και καταφέρνει να σου θυμίζει ότι ακόμα και τα τόσο απλά και ίσως βαρετά πράγματα της καθημερινότητας σου έχουν τεράστια αξία, μην τα θεωρείς δεδομένα και μην περιμένεις να τα χάσεις για να τα εκτιμήσεις….

Μ.

Ο Εαυτός μου: Σαν αμμουδιά με βότσαλα

Με λένε Gray και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ένιωθα σαν αμμουδιά με βότσαλα. Ο κόσμος μου ήταν πάντα γεμάτος αμφιβολία και πιθανότητες. Εμμονές σαν το μπλε της θάλασσας και αρώματα γιασεμιού … γαλάζιου γιασεμιού. Μου έχουν πει πως όταν ερωτεύομαι χάνω τον εαυτό μου. Πως τα δίνω όλα στους άλλους … αλλά πώς να μην το κάνω … όταν όλα μέσα μου έχουν λίγη παραπάνω ένταση από αυτή των άλλων ανθρώπων … το άσπρο είναι έντονα λευκό και το μαύρο σκοτεινή άβυσσος. Μέχρι που σε βρήκα … εσένα … και για πρώτη φορά ευχαριστώ για το φόβο … μήπως φύγεις πριν από εμένα. Όπως και να έχει “ευχαριστώ”… Σ’ αγαπάω γιατίγεμίζεις την κάθε μου ημέρα … και όταν σε σκέφτομαι κάνω όνειρα … γεμάτα ήλιο … και ανθισμένα γιασεμιά!

Μπορεί κάποια μέρα να τελειώσουν όλα αυτά, αλλά εγώ πάντα θα θυμάμαι… Θα θυμάμαι τα μάτια σου… γιατί όταν τα κοίταξα είδα μέσα τους τον εαυτό μου πλήρη.

Για “εσένα” …

“Gray”

Όταν θελησα να ζήσω πιο ήρεμος

Ξεκίνησα να κάνω ψυχοθεραπεία έχοντας δει την πολύ θετική αλλαγή στην ψυχολογία της αδερφής μου. Εκείνη την περίοδο η δουλειά μου και κάποια οικογενειακά προβλήματα με άγχωναν ιδιαίτερα σε βαθμό που δεν τα αντιμετώπιζα έγκαιρα. Όλα αυτά συσσωρευτικά λειτούργησαν σαν ένας βραχνάς που άλλαζε συνολικά την ψυχολογία μου και κατ’ επέκταση τη συμπεριφορά μου με τους γύρω μου. Τότε δια της αποφυγής ήθελα και ήλπιζα ότι κάποια στιγμή όλα αυτά θα τελειώσουν από μόνα τους κι εγώ το μόνο που θα μπορούσα να κάνω εκείνη τη στιγμή θα ήταν να το περάσω όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα καπνίζοντας χασίς και κάνοντας πράγματα που η απόλαυση θα μου έπαιρνε τη σκέψη μακριά από αυτά που με προβλημάτιζαν έστω και για λίγο.

Σε μια έκλαμψη αυτοπαρατήρησης σύγκρινα το πώς ήμουν πριν από κάποιους μήνες με το πώς είμαι τώρα, και αν αυτό το πράγμα συνεχιστεί πόσο εύκολο θα ήταν να ξεμπλέξω και να έχω μια φυσιολογική χαρούμενη ζωή. Αυτό με ώθησε να πεισμώσω φτάνοντας στο άλλο άκρο, δηλαδή κάνοντας καθημερινή γυμναστική, τρώγοντας πολύ υγιεινά, και εννοείται χωρίς χασίς. Το συναισθηματικό κενό όμως δεν καλυπτόταν, κάνοντάς με μερικές φορές επιθετικό και πολύ αυστηρό με τον εαυτό μου και με τους άλλους γύρω μου. Ένιωθα υπεράνθρωπος αλλά δεν με γέμιζε τίποτα σχεδόν, ίσως γιατί είχα ξεχάσει να περνάω καλά μέσα από μικρές χαρές στην καθημερινότητά μου.

Τότε προχώρησα στο επόμενο βήμα να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία. Σιγά σιγά με υπομονή και δουλειά από μέρους μου, άρχισα να γνωρίζω καλύτερα τον εαυτό μου, να αυτοπαρατηρούμαι, να ελέγχω τα συναισθήματα και τη σκέψη μου, και να βρίσκω λύσεις. Επιπλέον συνειδητοποίησα ποια μικρά πράγματα μου δίνουν χαρά και ποια όχι. Άρχισα να εκτιμώ περισσότερο τον εαυτό μου και τη διαφορετικότητα των γύρω μου. Το άγχος μου καταλάγιασε και ο ύπνος μου έγινε φυσιολογικός γιατί νιώθω πιο σίγουρος για εμένα και πιο ευτυχισμένος. Έμαθα να αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα εν τη γεννέση του επιλύοντάς το.

Αν είχα παρατηρήσει νωρίτερα τον εαυτό μου, ότι δεν περνάει καλά και δυσκολεύεται παρατεταμένα, θα είχα επισκεφθεί νωρίτερα την ψυχολόγο. Αλλά και πάλι, η μικρή οδύσσεια στην εύρεση του εαυτού μου σαν την Ιθάκη, με γέμισε εμπειρίες και γνώσεις που δύσκολα θα λησμονηθούν γιατί χαράχτηκαν στο μυαλό μου με τα πιο έντονα συναισθήματα που είχα νιώσει ποτέ έως τότε.

“Γιάννης”

Ψυχοθεραπεία: Αναζητώντας βοήθεια στη θάλασσα

Η εικόνα μου για τις συνεδρίες με ψυχολόγο πριν ξεκινήσω τις δικές μου ήταν η κλασική στερεοτυπική όπως εμφανίζεται στις ταινίες του Hollywood. Ένα άτομο που κάθεται σε ένα ανάκλυντρο, λέει κάποια βασικά πράγματα για κάτι που τον προβληματίζει, και παίρνει γρήγορα εύκολες απαντήσεις από τον ψυχολόγο του, κυρίως βάσει γεγονότων που έχει βιώσει κατά κύριο λόγο στο παρελθόν. Οπότε πίστευα πως είναι μια διαδικασία σχετικά γρήγορη και εύκολη, που εν τέλη με λίγο ανάγνωση κάποιων βιβλίων ψυχολογίας ή συμβουλών ή στήριξη φίλων μπορούν να αντικαταστήσουν την όλη διαδικασία. Ήταν ίσως η εύκολη εναλλακτική στο να ξεπεράσω το φόβο – ταμπού που υπάρχει γύρω από την όλη διαδικασία, αλλά ευτυχώς και λόγω κρίσης φθήνει σιγά σιγά.

Για να κάνω έναν παραλληλισμό όμως, η επιλογή της αυτοθεραπείας χωρίς ψυχολόγο είναι σαν να θες να παίξεις σωστά π.χ. basket και να κάνεις προπονήσεις με βιντεάκια μέσω youtube, ενώ θα μπορούσες να κάνεις προπονήσεις με γυμναστή και προπονητή. Προφανώς η δεύτερη εναλλακτική είναι πιο αποτελεσματική και συστηματική.

Πήρα, λοιπόν, την απόφαση, δυστυχώς καθυστερημένα, να ξεκινήσω συνεδρίες μετά από ένα πολύ στρεσσογόνο γεγονός το οποίο για μένα ήταν “το κερασάκι στην τούρτα”, αφού τα καμπανάκια είχαν χτυπήσει νωρίτερα. Και το τονίζω γιατί θεωρώ πλέον ότι είναι καλό και βέλτιστο η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία να γίνονται προληπτικά και όχι μετά από ακραία γεγονότα.

Στην περίπτωσή μου ο νούμερο ένα στόχος ήταν η αντιμετώπιση του συγκεκριμένου γεγονότος: “να ηρεμήσουν τα ταραγμένα νερά” , θα έλεγα μεταφορικά. Στόχος ο οποίος επετεύχθη, με τις οδηγίες από την θεραπεύτρια (Έφη) και την εξάσκησή μου στην αυτοπαρατήρηση – ανάλυση.

Επόμενο στάδιο ήταν, συνεχίζοντας τον παραλληλισμό, να δω τι υπάρχει στην επιφάνεια της ήρεμης πλέον θάλασσας. Μέσα από καθημερινή παρατήρηση και ανάλυση βελτίωνα τις δυνατότητές μου να βλέπω τις συμπεριφορές και αντιδράσεις μου με μια συγκεκριμένη και δομημένη προσέγγιση. Εφόσον έμαθα να πλέω στην επιφάνεια, το επόμενο βήμα ήταν να παίρνω μικρές ανάσες και να βλέπω τον βυθό: παρελθόν, ψυχοσύνθεση, κίνητρα συμπεριφοράς, διαδικασία στην οποία βρίσκομαι τώρα, και είναι σαφώς επίπονη, πιο χρονοβόρα, αλλά και τελικά ο βασικός στόχος.

Συνολικά, έτσι όπως έχω ζήσει ως τώρα τη θεραπευτική διαδικασία θα την περιέγραφα σαν μια προσπάθεια να κρίνουμε τον εαυτό μας ως τρίτοι, μεθοδικά και αντικειμενικά, με τη βοήθεια του ψυχολόγου που μας ωθεί έξω από τον “εγωκεντρισμό” μας και που εν τέλη μας βοηθά να εξετάσουμε και να γνωρίσουμε τον εαυτό μας καλύτερα.

“Ένας αθλητής”

Ήταν κάποτε ένα ψαράκι…

Το ψαράκι αυτό συνήθιζε να κολυμπά από ακτή σε ακτή απολαμβάνοντας κάθε φορά τη θάλασσα είτε εκείνη ήταν φουρτουνιασμένη είτε ήταν ήρεμη. Του άρεσαν πολύ τα χρώματα που σχηματίζονταν στο βυθό της καθώς έπεφτε το φως του ήλιου, τα καραβάκια που διέσχιζαν τα νερά, οι άνθρωποι που κολυμπούσαν, οι φίλοι του τα άλλα ψαράκια, οι συγκάτοικοί του τα φυτά στον βυθό, ακόμα και οι τροφές που έριχναν οι άνθρωποι μερικές φορές σαν έκπληξη.

Το ψαράκι είχε πάντα στο μυαλό του ένα πολύ συγκεκριμένο στόχο που ήθελε να φτάσει, και δεν το ξεχνούσε. Αυτή τη σκέψη πάντα το βοηθούσε να συνεχίζει για να πάει στην επόμενη ακτή και μετά στην επόμενη, προσπαθώντας κάθε φορά να κατακτά τον κάθε ενδιάμεσο στόχο. Μέσα σε όλη αυτή την πορεία ήταν συνήθως χαρούμενο. Κι αυτό συνέβαινε γιατί συναντούσε φίλους, έκανε παρέες, έδινε ελπίδα σε άλλα ψαράκια ότι θα βρουν κι αυτά το στόχο τους αν το προσπαθήσουν. Γενικά ζούσε την κάθε στιγμή. Η θετική σκέψη και η δοτικότητα προς τους γύρω του το βοηθούσε πολύ.

Ωστόσο, έρχονταν και στιγμές που ένιωθε μόνο του, λυπημένο ή κουρασμένο. Τότε έπρεπε να βρει τρόπους να πείσει τον εαυτό του να αναζητήσει βοήθεια, κι αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Αρχικά έπρεπε να μάθει να ζητάει βοήθεια, και μετά να διαπιστώσει ποιον μπορεί να εμπιστευτεί. Άλλοι το κορόιδεψαν, άλλοι του επιτέθηκαν, άλλοι το πλήγωσαν, άλλοι το ανταγωνίστηκαν. Όταν πληγωνόταν, ήθελε να τα παρατήσει, απογοητευόταν. Δεν είχε όρεξη να “πολεμήσει” μερικές φορές για τον εαυτό του. Σκεφτόταν ότι όλα ήταν τόσο δύσκολα τελικά… ότι ίσως ο στόχος του να μην ήταν και τόσο ρεαλιστικός… ότι ίσως και να μην ήταν και τόσο ικανό και έπρεπε να αλλάξει πορεία …

Άλλες στιγμές πάλι, παρατηρούσε ότι ήταν και αρκετοί εκείνοι που αναγνώριζαν και εκτιμούσαν τις προσπάθειές του. Το σημαντικό για το ψαράκι ήταν ότι η αισιόδοξη στάση του απέναντι στη ζωή του, του έδινε κίνητρο και ελπίδα να συνεχίζει. Προσπαθούσε, λοιπόν, να βρει τι θα μπορούσε να “κερδίσει” ακόμα και μέσα από τις αναποδιές… Και τελικά παρατήρησε ότι έμαθε… Έμαθε να προφυλάσσεται, να υπερασπίζεται τον εαυτό του, να ξεχωρίζει τα ψαράκια που μπορούσαν όντως να γίνουν πραγματικοί φίλοι του σ’ αυτό το ταξίδι, να βάζει τα όριά του, να εκτιμά αυτά που έχει, και να λέει κι ένα “μπράβο” στον εαυτό του κάθε φορά που επιτυγχάνει ένα στόχο του έστω και μικρό…

Κι έτσι το μικρό ψαράκι ωρίμασε… Και κατάλαβε ότι όλα τα συναισθήματα είναι μέρος της ζωής μας. Ένα σημαντικό βήμα είναι να προσπαθούμε να μαθαίνουμε τον εαυτό μας, να παλεύουμε τις αδυναμίες μας, να αγαπάμε όλα τα συναισθήματά μας, να αναγνωρίζουμε τους στόχους μας και να τους κυνηγάμε… Όμως, κανείς δεν μπορεί μόνος του… Χρειάζεται η παρέα, η συντροφιά, η συνεργασία, και βέβαια η εμπιστοσύνη στο χτίσιμο όλων των σχέσεων… Τότε σιγά σιγά, όλοι από μικρά ψαράκια μπορούμε να γίνουμε πιο ώριμα…