Category: ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ – ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το “Εκπολιτισμένο” σώμα

Η διαγωγή των συναισθημάτων και του σώματος είναι κεντρική στη σύγχρονη αντίληψη για τον «εκπολιτισμένο» εαυτό. Έτσι, το Εκπολιτισμένο Σώμα είναι το σώμα που είναι αυστηρά αύταρκες, συνειδητά διαχειριζόμενο, υποκείμενο σε συνεχή αυτοπειθαρχία όπως επίσης και πειθαρχία από την μεριά των άλλων. Στην παρούσα χρονική περίοδο υπάρχει πληθώρα από ασαφείς και ανοικτούς κανονισμούς γύρω από τη σημαντικότητα του «εκπολιτισμένου» σώματος».

Οι σύγχρονες μορφωτικές έννοιες και προσδοκίες γύρω από το φαγητό και τις πρακτικές διατροφής έχουν σχηματιστεί και αναπαραχθεί μέσω αυτών των αντιλήψεων γύρω από την ιδέα για το «εκπολιτισμένο» σώμα (Lupton, 1995). Επειδή η εξωτερική εμφάνιση του σώματος γίνεται αντιληπτή ως επιδεικνύουσα την εσωτερική αξία και προσωπικότητα του ιδιοκτήτη της, υπάρχει μεγάλος βαθμός ενασχόλησης με την σωματική εμφάνιση και διαχείριση.

Είναι, λοιπόν, ευρέως παραδεκτό ότι η κατάλληλη διατροφή παράγει ένα υγιές σώμα, το οποίο κατά συνέπεια είναι ένα αδύνατο, ελκυστικό, νεανικό, σεξουαλικό σώμα: «το σώμα ως μέσο ευχαρίστησης και αυτοέκφρασης». Συγκεκριμένα, ένα ισχνό / ελκυστικό σώμα ερμηνεύεται ως ένα υγιές κανονικό σώμα, και απτή απόδειξη αυστηρής αυτοπειθαρχίας. Κατά αντίθεση, ένα παχύ / άσχημο σώμα ερμηνεύεται ως μη υγιές, εκτός ελέγχου, μια ηθική αποτυχία (Lupton, 1995).

Κατά συνέπεια, όταν οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν είναι ικανοί να ελέγξουν την επιθυμία τους για τα αγαπημένα τους φαγητά και είναι ανίκανοι να συμμορφωθούν με τη διαιτητική διατροφή για αδυνάτισμα, βιώνουν συναισθήματα ενοχής, ντροπής, αυτό-απέχθειας και ματαίωσης. Έτσι… ανησυχίες σχετικά με το βάρος και το σχήμα, και οι ακόλουθες προσπάθειες για μείωση της κατανάλωσης τροφής προκειμένου να επιτευχθεί ένα αδύνατο σώμα, μπορεί να αποτελέσουν μια πηγή άγχους και αυτό-απέχθειας από τη μεριά κάποιων ανθρώπων σε συναφείς εκφράσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άνθρωποι που είναι εύσωμοι είναι υποκείμενοι στο στιγματισμό και τη διάκριση στις δυτικές κοινωνίες, και ότι κάποια άτομα μπορεί να νιώθουν μη ελκυστικά ακόμα κι αν παρεκκλίνουν μόνο λίγο από το ιδανικό του αδύνατου σώματος.

Εκλυτικοί Παράγοντες για Ψυχογενή Ανορεξία

Οι παράγοντες που συντείνουν στην εμφάνιση της Ψυχογενούς Ανορεξίας μπορεί να είναι:

  1. Κοινωνικοπολιτικοί : Αφορούν στην πολιτισμική έμφαση στο λεπτό σώμα, τη γενικευμένη αποδοχή της «δίαιτας», τη σωματική / σεξουαλική κακοποίηση, την αποτυχία στο σχολείο / στη δουλειά, πρόβλημα σε κοινωνική ή συναισθηματική σχέση, πιθανά σχόλια τρίτων σε σχέση με το βάρος και τη σωματική εμφάνιση κ.λ.π.
  2. Οικογενειακοί: Αφορούν στην κληρονομικότητα, την έμφαση στο βάρος / σωματική εμφάνιση, το επικοινωνιακό στυλ οικογένειας, το ρόλο της διαδικασίας δεσμού με τη μητέρα, τη γονεϊκή απουσία, την απομάκρυνση από το σπίτι, την υπερενασχόληση / υπερπροστασία, την υψηλή έκφραση συναισθημάτων, την αντιμετώπιση του παιδιού ως «αποδιοπομπαίου τράγου» κ.λ.π.
  3. Ψυχολογικοί: Πρόκειται για: (1) πρώιμες εμπειρίες : τραύμα, γονεϊκή αντιπάθεια / αδιαφορία /υπερέλεγχος, (2) σχετιζόμενοι με την έναρξη : συχνά κάποια γεγονότα ζωής ή χρόνιες δυσκολίες οδηγούν στη δίαιτα, (3) «σημασία» γεγονότων, (4) τακτικές χειρισμού : κυρίως αποφυγή

Διαταραχές Διατροφής – Θεραπευτική Αντιμετώπιση

Οι ψυχολογικές παρεμβάσεις που εφαρμόζονται συνήθως για την αντιμετώπιση των διαταραχών διατροφής είναι ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, οικογενειακή ψυχοθεραπεία, φαρμακοθεραπεία, ή συνδυασμός των παραπάνω. Η φαρμακοθεραπεία βασίζεται κυρίως σε αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, και φάρμακα οιστρογονικής υποκατάστασης. Επίσης, πολύ βοηθητικές μπορεί να αποβούν κάποιες ομάδες ψυχοεκπαίδευσης των πασχόντων πριν την έναρξη της θεραπείας αποσκοπώντας στο να κατανοήσουν τι τους συμβαίνει και να εκπαιδευτούν σε τεχνικές πρόληψης υποτροπών.

Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους παρέμβασης για την αντιμετώπιση των διαταραχών αυτών, είναι η γνωσιακή – συμπεριφορική προσέγγιση. Οι πρώτες δυσκολίες που πρέπει να υπερνικηθούν κατά τη θεραπεία είναι η σύντονη με το εγώ φύση των συμπτωμάτων, οι ιατρικές επιπλοκές, οι πεποιθήσεις του ατόμου για τη διατροφή και το βάρος, και τα ελλείμματα στην αντίληψη του εαυτού. Ως προς την αποτελεσματικότητά της για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας, η θεραπεία αυτή κρίνεται ανώτερη της ψυχιατρικής παρακολούθησης αλλά ισοδύναμη με την ψυχοδυναμική και την συστημική προσέγγιση για τους ενήλικες πάσχοντες, ενώ στις έφηβες κρίνεται θεραπείας επιλογής εφόσον έχει βρεθεί ότι το 72% παρουσιάζει σημαντική βελτίωση μετά το πέρας του πρώτου έτους της θεραπείας. Γενικότερα, όμως, η διάρκεια θεραπείας για τη συγκεκριμένη διαταραχή κρίνεται 1 – 2 έτη για εξωτερικούς ασθενείς και 1 έτος κατόπιν επιτυχούς ολοκλήρωσης ενδονοσοκομειακού προγράμματος (διάρκεια που είναι ενδεικτική των δυσκολιών της). Ως προς την αποτελεσματικότητα της θεραπείας αυτής για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας, σύμφωνα με αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών η γνωσιακή – συμπεριφορική προσέγγιση επιφέρει μέση μείωση στις καθαρτικές συμπεριφορές 79% με ολική ύφεση στο 57% των ατόμων, και καλή διατήρηση των αποτελεσμάτων σε εξάμηνη και δωδεκάμηνη παρακολούθηση.

Διαταραχές Διατροφής – Ενδονοσοκομειακή Αντιμετώπιση

Η ενδονοσοκομειακή αντιμετώπιση απαιτείται κυρίως στην ανορεξία, σε ενήλικους που ζυγίζουν λιγότερο από το 85% του φυσιολογικού βάρους. Οι παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της νοσηλείας είναι η ταχεία ή η επιμένουσα απώλεια βάρους παρά την εντατική εξωνοσοκομειακή θεραπεία, η παρουσία στρεσογόνων παραγόντων που παρεμβαίνουν στην θεραπεία, συνυπάρχοντα ψυχιατρικά προβλήματα και ο βαθμός άρνησης ή αντίστασης να συμμετέχει στο θεραπευτικό πλάνο. Οι στόχοι της θεραπείας στην περίπτωση αυτή, είναι η αποκατάσταση του βάρους (μαζί με την επαναφορά της εμμήνου ρύσεως στις γυναίκες και των ορμονικών επιπέδων στους άνδρες), η θεραπεία των σωματικών επιπλοκών, ενίσχυση του κινήτρου συνεργασίας, και θεραπεία συννοσηρών ψυχιατρικών προβλημάτων.

Αναφορικά με τη βουλιμία, ο στόχος της θεραπείας είναι η μείωση και αν είναι δυνατόν η εξάλειψη της μεγάλης απότομης πρόσληψης τροφής και των εμετών που ακολουθούν. Οι περισσότεροι πάσχοντες δεν χρειάζονται νοσηλεία, εκτός αν παρουσιάζουν σοβαρά σωματικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα αιματέμεση, μη ελεγχόμενους εμετούς, και αυτοκτονικότητα.

Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία – Διαταραχές Διατροφής

Η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία χρησιμοποιείται στην θεραπεία των διαταραχών διατροφής, και κυρίως της ψυχογενούς βουλιμίας και της διαταραχής κρίσεων υπερφαγίας – δηλαδή των δύο αυτών διαταραχών στις οποίες έχει υψηλή αποτελεσματικότητα και η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία.

Η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία για την εφαρμογή της χρειάζεται μεγάλη ομάδα θεραπευτών και είναι περισσότερο σύνθετη από την Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία, οπότε η εφαρμογή της προτείνεται σε δύο κυρίως περιπτώσεις: α. όταν η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία δεν είναι επαρκώς αποτελεσματική και β. όταν η διαταραχή πρόσληψης τροφής συνυπάρχει με οριακή διαταραχή προσωπικότητας.

Αξιοσημείωτο είναι ότι για την ψυχογενή βουλιμία η συνύπαρξη αυτή είναι ιδιαίτερα συχνή, ιδιαίτερα στην ομάδα των χρόνιων ασθενών. Από την άλλη μεριά, αναφορικά με την ψυχογενή ανορεξία δεν υπάρχει ακόμα διαμορφωμένο μοντέλο Διαλεκτικής Συμπεριφορικής Θεραπείας που να έχει δειχθεί με τυχαιοποιημένες μελέτες ότι είναι αποτελεσματικό για τη θεραπεία της.

Αθλητισμός και Διαταραγμένες Διατροφικές Συμπεριφορές

Συχνά έχει αποδειχθεί ερευνητικά ότι ο αθλητισμός έχει συσχετισθεί με διαταραχές πρόσληψης τροφής, ή γενικότερα με διαταραγμένες στάσεις απέναντι στο φαγητό. Όσον αφορά τις γυναίκες αθλήτριες οι μελέτες έχουν επικεντρωθεί στα αθλήματα που απαιτούν ένα ιδιαίτερα λεπτό σώμα και συνεχή έλεγχο πάνω σε αυτό και στην γενικότερη εμφάνιση (ενόργανη γυμναστική, καλλιτεχνικό πατινάζ, συγχρονισμένη κολύμβηση) (Γονιδάκης και συν, 2008; Toro et al, 2005; Byrne and McLean, 2002; Hulley and Hill, 2001; Sundgot-Borgen, 1994). Όσον αφορά τους άντρες αθλητές, δεν έχουν διεξαχθεί πολλές μελέτες για τη σχέση τους με τις διαταραχές διατροφής, κυρίως επειδή είναι πιο σπάνιες στον ανδρικό πληθυσμό. Παρόλα αυτά οι έρευνες που υπάρχουν έχουν επικεντρωθεί κυρίως στα αθλήματα όπου το σωματικό βάρος καθορίζει την αγωνιστική κατηγορία του αθλητή (πάλη, άρση βαρών) (Ferrand and Brunet, 2004; Ravaldi et al, 2003).

Οι Sherman και Thompson (2003) αναφέρουν ότι η αθλητική συμμετοχή έχει έναν άμεσο ρόλο στη διαταραγμένη διατροφή όταν οι αθλητές αισθάνονται πίεση για να μειώσουν το λίπος σώματος, να χάσουν βάρος, ή να πετύχουν ένα μικρό ή αδύνατο σωματικό μέγεθος και σχήμα για το άθλημά τους. Τα ευρήματα αυτά είναι σύμφωνα με εκείνα των Smolak και συνεργατών (1999), οι οποίοι κάνοντας μετα-ανάλυση από 34 έρευνες συμπέραναν ότι οι αθλητές ήταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση διαταραχών διατροφής σε σύγκριση με μη αθλητές, και μάλιστα σε μεγαλύτερο κίνδυνο βρίσκονταν οι χορευτές και οι πρωταθλητές κυρίως αθλημάτων που δίνουν έμφαση στη λεπτότητα. Αργότερα, οι Ferrand και συνεργάτες (2007), εξέτασαν 33 πρωταθλήτριες έφηβες συγχρονικής κολύμβησης και βρήκαν ότι οι συμμετέχουσες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπέρβαρο και γι αυτό το λόγο, καθώς και εξαιτίας της πίεσης από τους προπονητές, τις συμπαίκτριες αλλά και τους εαυτούς τους, προέβαιναν σε συμπεριφορές ελαχιστοποίησης του βάρους τους όπως αυτοπροκαλούμενο έμετο και υπερβολική άσκηση, καθώς και μη υγιείς συμπεριφορές διατροφικού ελέγχου όπως η παράλειψη γευμάτων.

Σε πρόσφατη μελέτη οι Γονιδάκης και συνεργάτες (2008) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι αθλητές και οι αθλήτριες που συμμετείχαν στην έρευνά τους δεν είχαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές από τους μη αθλητές ως προς τις διαταραχές πρόσληψης τροφής. Ωστόσο, υπήρχε μία ομάδα νεαρών αθλητριών με έντονο άγχος για τη σωματική τους εμφάνιση που φάνηκε να διατρέχει μεγαλύτερο κίνδυνο να υιοθετήσει διαταραγμένες στάσεις απέναντι στο φαγητό και κατά συνέπεια, μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσει από διαταραχή πρόσληψης τροφής.

Ψυχογενής Ανορεξία – Συστημική Οικογενειακή Θεραπεία

 

Η συστημική – οικογενειακή θεραπεία αναφέρεται στις βασικές έννοιες και λειτουργίες μέσα στην οικογένεια.

Τα χαρακτηριστικά της οικογένειας με μέλος που πάσχει από ψυχογενή ανορεξία, και στα οποία βασίζεται η θεραπευτική παρέμβαση, είναι η υπερεμπλοκή (εννοώντας την υπερβολική συναισθηματική εμπλοκή, το συναίσθημα και το στρες που διαχέεται, τον υπερβολικό βαθμό επικοινωνίας και φροντίδας μεταξύ των μελών, την υπερβολική εγγύτητα, τα συγκεχυμένα όρια, και την κατάπνιξη της ατομικότητας και του ατομικού προσωπικού χώρου), και η υπερπροστατευτικότητα (κυρίως προς το ανορεκτικό παιδί). Άλλα χαρακτηριστικά της οικογένειας συνιστούν η αποφυγή της σύγκρουσης μέσω της δημιουργίας συμμαχιών ή της παράκαμψης της σύγκρουσης (συνήθως μεταξύ των γονιών) μέσα από την ενασχόληση με το πρόβλημα ενός τρίτου μέλους (συνήθως του ανορεκτικού παιδιού), καθώς και η ακαμψία (εννοώντας ότι η αντίσταση στην αλλαγή είναι μεγάλη και το σύμπτωμα υποστηρίζεται και διατηρείται και από τους γονείς και από το παιδί). Στα πλαίσια των βασικών αρχών της θεραπείας και των βασικών θεραπευτικών στόχων, ο θεραπευτής βλέπει το ανορεκτικό παιδί ως μέρος ενός δυσλειτουργικού συστήματος, ενώ για την αποτελεσματική αλλαγή του συμπτώματος πρέπει να προηγηθεί η αλλαγή των προτύπων που διατηρούν το σύμπτωμα.

Έτσι, οι βασικοί θεραπευτικοί στόχοι της οικογενειακής θεραπείας, περιλαμβάνουν την αμφισβήτηση / πρόκληση (challenging) των βασικών χαρακτηριστικών της ανορεκτικής οικογένειας, δηλαδή της υπερεμπλοκής, της υπερπροστατευτικότητας, της αποφυγής της σύγκρουσης και της ακαμψίας, και την ενίσχυση εναλλακτικών πιο λειτουργικών προτύπων συναλλαγής. Οι στόχοι αυτοί επιτυγχάνονται μέσω συγκεκριμένων στρατηγικών / τεχνικών στα πλαίσια της οικογενειακής θεραπείας.

Το σώμα μας: Φυλακή ή Ασφάλεια?

«Το σώμα μου είναι και η φυλακή και η ασφάλειά μου.»

«Όταν δεν νιώθω καλά, κλείνομαι στον εαυτό μου. Μένω σπίτι, στο δωματιό μου, στο κρεβάτι μου, βλέπω τηλεόραση ή μιλάω στον υπολογιστή και τρώω ό,τι βρω στα ντουλάπια μου.»

«Κάποιες μέρες ξυπνάω, με κοιτάζω στον καθρέφτη και δεν μου αρέσω καθόλου.»

«Αν δεν πάω γυμναστήριο μία μέρα, θα πρέπει να περπατάω συνέχεια. Δεν γίνεται να τρώω και να μη γυμνάζομαι.»

«Μα φυσικά και όταν αγχώνομαι τρώω. Το άγχος είναι πολύ «κακό» συναίσθημα.»

«Αν εγώ η ίδια δεν νιώθω τα κόκαλά μου όταν ντύνομαι ή όταν πλένομαι, τότε καταλαβαίνω ότι πάχυνα. Άρα δεν πρόκειται να με φλερτάρει κανείς. Θα μείνω μόνη μου.»

«Αν έχω φάει λίγο περισσότερο απ’ ότι συνήθως, θα βγω καταναγκαστικά με τους φίλους μου και λογικά δεν θα μιλάω γιατί θα με παρατηρούν και θα καταλάβουν ότι έχω παχύνει.»

«Δεν αντέχω να με κοιτάζουν και να μου λένε ότι ομόρφυνα…Αυτό σημαίνει ότι πάχυνα…»

«Δεν ξέρω πώς θα αντέξω να πάω για μπάνιο στην παραλία… Κι αν με συγκρίνουν με κάποια πιο αδύνατη?»

«Να βγω και να πιω αλκοόλ? Αποκλείεται… Ή θα πιω πολύ και δεν θα φάω από το μεσημέρι και μετά, ή θα πίνω μόνο σόδα…»

Όλες οι παραπάνω φράσεις αντιστοιχούν σε ρεαλιστικούς φόβους ατόμων που συνηθίζουν να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους μέσα από το φαγητό. Το σώμα για αυτά τα άτομα μπορεί να αντικατοπτρίζει την αξία τους ως άτομα, την ανάγκη αποδοχής, το ρυθμιστή του αισθήματος μοναξιάς, και γι αυτό το λόγο αποτελεί και το σημείο – ρυθμιστή της διάθεσής τους. Ωστόσο αυτός ο τρόπος σκέψης μοιάζει να αποτελεί μάλλον έναν προσωπικό μύθο, μια λανθασμένη γνωσιακή πεποίθηση,μιας και φαίνεται να υπάρχει μια αδυναμία διαχείρισης των συναισθημάτων με άλλους πιο επιδέξιους και αποτελεσματικούς τρόπους. Σε περιπτώσεις τέτοιων τρόπων σκέψης, καλό θα είναι το άτομο να αναζητά βοήθεια από ειδικούς της ψυχικής υγείας, ψυχιάτρους ψυχολόγους και ειδικάεκπαιδευμένους διατροφολόγους, ώστε να μάθει την καταλληλότερη ρύθμιση για εκείνο τόσο της σωματικής όσο και της ψυχικής του υγείας.

«Το πρόβλημα δεν είναι το σώμα μας, αλλά ο τρόπος που σκεφτόμαστε γι’ αυτό».

Έφη Λιακοπούλου

Το κοινωνικό άγχος σωματικής εμφάνισης

Η ανάπτυξη της εικόνας του σωματικού εγώ, επηρεάζεται σημαντικά από το τι θεωρείται επιθυμητό και θελκτικό με βάση τις πολιτισμικές επιταγές και τους ορισμούς τους. Εξαιτίας της υπερβολικής αξίας που έχει η εμφάνιση για τη Δυτική κοινωνία, η αυτοεκτίμηση ενισχύεται σε εκείνους που κρίνονται ελκυστικοί και αντίθετα αποδυναμώνεται σε όσους θεωρούνται μη ελκυστικοί. Η ελκυστικότητα συνδέεται στενά με την αποδοχή του εαυτού, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, ωστόσο αποτελεί πολύ πιο προεξάρχον συστατικό της αντίληψης του εαυτού στις γυναίκες.

Οι πολιτισμικοί παράγοντες φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά την εικόνα του σώματος & τη δυσαρέσκεια που βιώνει η ανορεκτική ασθενής από το σχήμα σώματός της (Katzman & Lee, 1997). Οι βασικές συμβολικές σημασίες του ιδανικού σώματος φαίνεται να περικλείουν την επιτυχία, τον αυτοέλεγχο και την αποδοχή. Τα μαζικά μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν διαρκώς αυτή την εικόνα, με σημαντική απήχηση, επιδεικνύοντας σε όλους τη μοναδική ιδεώδη εμφάνιση, ενώ παράλληλα με τις διαφημίσεις η βιομηχανία ομορφιάς υπόσχεται ότι ο καθένας μπορεί να πετύχει αυτή την εμφάνιση, αν αγοράσει αρκετά από τα σχετικά προϊόντα, από καλλυντικά μέχρι πλαστικές επεμβάσεις (Βάρσου, 1997).

Το Κοινωνικό Άγχος Σωματικής Εμφάνισης, που συνδέεται με όλα τα παραπάνω,   είναι το άγχος που τα άτομα βιώνουν όταν αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι εκτιμούν τη σωματική τους εμφάνιση αρνητικά (ιδέες για την αυτό-εικόνα τους ως προς τη φυσική κατάσταση) (Cox, 1985). Μπορεί να νιώθουν ότι οι άλλοι τους εκτιμούν ως πολύ λεπτούς, πολύ βαρείς ή πολύ χοντρούς. Από μια ψυχολογική άποψη για την υγεία, το ενδιαφέρον είναι ότι ένα άτομο που βιώνει κοινωνικό άγχος σωματικής εμφάνισης είναι πιθανό να υιοθετήσει αρνητική στάση απέναντι στην άσκηση ή τις κινητικές του δραστηριότητες, καθώς και η στάση του απέναντι στη διατροφή να συνδέέται με τις διαταραχές διατροφή

Διαταραχές Διατροφής και Κατάθλιψη

Η Κατάθλιψη είναι μία από τις διαταραχές που κατά το ταξινομικό σύστημα DSM-V (APA, 2014) ανήκουν στην κατηγορία «Διαταραχές της διάθεσης». Με τον όρο «διαταραχές της διάθεσης» ή συναισθηματικές διαταραχές προσδιορίζεται μια ομάδα διαταραχών που έχουν ως κυρίαρχο σύμπτωμα την έντονη απόκλιση της συναισθηματικής διάθεσης από αυτό που το άτομο βιώνει ως φυσιολογικό. Στην κατάθλιψη το καταθλιπτικό συναίσθημα έχει μεγάλη ένταση, διαρκεί περισσότερο και οδηγεί σε έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου σε πολλούς τομείς της ζωής του. Παρουσιάζεται σε ένα μεγάλο φάσμα κλινικών τύπων και υποκατηγοριών , αλλά η διερεύνηση και η μελέτη της κατάθλιψης είναι ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της φύσης της διαταραχής. Πολλοί καταθλιπτικοί δεν διαγνώσκονται εξαιτίας της μη επαρκούς πληροφόρησης ιατρών άλλων ειδικοτήτων σχετικά με την ασθένεια.

Πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς αναφέρουν μεγάλο αριθμό από αυτοϋποτιμητικές και απαισιόδοξες γνωσίες, όταν είναι αδρανείς. Κατηγορούν τον εαυτό τους επειδή έχουν γίνει «φυτά» και επειδή έχουν αποσυρθεί από τους άλλους ανθρώπους. Με παράδοξο τρόπο κρίνουν την αποφυγή και την απόσυρσή τους, στη βάση ότι οι κοινωνικές σχέσεις και οι δραστηριότητες είναι ανούσιες και οι ίδιοι γίνονται βάρος στους άλλους. Έτσι βυθίζονται στην παθητικότητα και στην κοινωνική απομόνωση. Επιπρόσθετα, οι ίδιοι καταθλιπτικοί ασθενείς θεωρούν την αδράνειά τους και την απόσυρση, απόδειξη προσωπικής ανεπάρκειας και αβοηθητότητας. Με αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνεται ένας φαύλος κύκλος.

Άτομα που πάσχουν από διαταραχές πρόσληψης τροφής και κυρίως από ψυχογενή ανορεξία αρκετά συχνά εμφανίζουν και καταθλιπτική συμπτωματολογία σε ποσοστά μάλιστα που πλησιάζουν ή και ξεπερνούν, ανάλογα με τη μελέτη, το 50% , ενώ σε μια παλαιότερη ανασκόπηση 11 μελετών διαφορικής ανάγνωσης της ψυχογενούς ανορεξίας η καταθλιπτική συμπτωματολογία ήταν η πιο συχνή εκδήλωση σε 5 από αυτές, ενώ σε άλλες 5 ήταν δεύτερη σε συχνότητα. Σε αρκετές μελέτες ανορεκτικών ασθενών έχουν παρατηρηθεί υψηλά ποσοστά κακοκεφιάς, απαισιοδοξίας, συναισθημάτων αναξιότητας και ενοχής, διαταραχές της υπνικής λειτουργίας, ευερεθιστότητα κ.ά. Σκέψεις αυτοκαταστροφής, επίσης, παρουσιάζονται αρκετά συχνά, ενώ η αυτοκτονία συγκαταλέγεται μεταξύ των συχνότερων αιτιών θανάτου των πασχόντων από ψυχογενή ανορεξία.

Πάντως η κατάθλιψη και η ψυχογενής ανορεξία εκτός από ομοιότητες έχουν και σημαντικές διαφορές. Ο καταθλιπτικός άρρωστος κατά κανόνα δεν έχει όρεξη για φαγητό ενώ ο ανορεκτικός υποστηρίζει ότι έχει κανονική όρεξη και ότι πεινάει. Η αυξημένη δραστηριότητα που παρατηρείται στην ψυχογενή ανορεξία διαφέρει σημαντικά από την ανησυχία ή την αγχώδη διέγερση του καταθλιπτικού, ενώ η χαρακτηριστική και συχνά τελετουργική ενασχόληση των ανορεκτικών με τη διατροφή δεν φαίνεται να έχει το ανάλογό της στην καταθλιπτική διαταραχή. Τέλος ο έντονος φόβος για ενδεχόμενη αύξηση του σωματικού βάρους σε συνδυασμό με τη διαταραγμένη εικόνα του σωματικού εγώ που χαρακτηρίζουν την ψυχογενή ανορεξία δεν παρατηρούνται στους καταθλιπτικούς ασθενείς, οι οποίοι παρουσιάζουν μια σημαντικά μειωμένη αυτοεκτίμηση. Παρατηρείται βέβαια και στους ανορεκτικούς πτώση της αυτοεκτίμησής τους, αλλά αυτή συνδέεται άμεσα με την εικόνα του σωματικού εγώ, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στους καθρέπτες και εκφράζεται στις ζυγαριές.

Λιακοπούλου Έφη,
Ψυχολόγος, Θεραπεύτρια