Month: February 2016

Ψυχογενής Βουλιμία – Γενικά χαρακτηριστικά

Η ψυχογενής βουλιμία εμφανίζεται συχνότερα συγκριτικά με την νευρική ανορεξία, αφορά το 1-3% των νέων γυναικών, είναι σημαντικά συχνότερη στις γυναίκες, έχει έναρξη αργότερα στην εφηβεία σε σχέση με την ανορεξία, και συνήθως υπάρχει πρότερο ιστορικό παχυσαρκίας. Η πρόγνωσή της είναι καλύτερη από εκείνη της ανορεξίας, παρόλο που πρόκειται για χρόνια διαταραχή με υφέσεις και εξάρσεις. Η θεραπεία της μπορεί να γίνει μέσω ατομικής ψυχοθεραπείας ή της οικογένειας, και μέσω φαρμακοθεραπείας. Η νοσηλεία συνήθως δεν κρίνεται σκόπιμη, παρά μόνο σε περίπτωση αυτοκτονικότητας ή βαριών ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

Ψυχογενής Ανορεξία – Γενικά Χαρακτηριστικά

Η ψυχογενής ανορεξία αποτελεί μία ψυχική διαταραχή  που συγκαταλέγεται στις διαταραχές διατροφής. Το πάσχον άτομο από τη διαταραχή αυτή επιβάλει στον εαυτό του ασιτία με τη θέλησή του, καθώς φοβάται έντονα μήπως γίνει παχύ. Τα βασικά χαρακτηριστικά της νευρογενούς ανορεξίας είναι η άρνηση του ατόμου να  διατηρήσει ένα ελάχιστο φυσιολογικό βάρος, ο έντονος φόβος του μήπως παχύνει, διαταραχή στη σωματική εικόνα, σημαντική απώλεια βάρους, και αμηνόρροια στις γυναίκες.  Η έναρξή της διαταραχής έγκειται μεταξύ των 10 – 30 ετών, με αυξημένη συχνότητα μετά τα 13 έτη, και το 85% των περιπτώσεων να εμφανίζει τη διαταραχή σε ηλικία 13 – 20 χρονών Η προσωπικότητα των ασθενών αυτών χαρακτηρίζεται συνήθως από ακαμψία, τελειοθηρία, άγχος, ψυχαναγκαστικές κλοπές, κατάθλιψη και καθυστερημένη σεξουαλική ανάπτυξη. Οι σωματικές επιπλοκές από την απώλεια βάρους αφορούν στην καχεξία, στο καρδιαγγειακό σύστημα, στο πεπτικό και γαστρεντερικό σύστημα, στο δερματολογικό, στο μυοσκελετικό, στο αναπαραγωγικό, και στο νευροψυχιατρικό, ενώ οι σωματικές επιπλοκές από τις καθαρτικές συμπεριφορές αφορούν στο μεταβολικό σύστημα, στο πεπτικό – γαστρεντερολογικό, στο οδοντικό, καθώς και στο νευροψυχιατρικό. Παρόλο που η πρόγνωση της ψυχογενούς ανορεξίας είθισται να μην είναι καλή, ανάμεσα στους καλούς προγνωστικούς παράγοντες είναι η παραδοχή της πείνας, η λιγότερη άρνηση, και η βελτιωμένη αυτοεκτίμηση, ενώ ανάμεσα στους κακούς περικλείονται οι συγκρούσεις γονέων, η ψυχογενής βουλιμία, οι έμετοι, τα υπακτικά, τα ιδεοψυχαναγκαστικά, καταθλιπτικά κλπ συμπεριφοριολογικά συμπτώματα, και η άρνηση. Τέλος, η θεραπεία της μπορεί να γίνει είτε μέσω νοσηλείας, είτε μέσω ψυχοθεραπείας του ασθενή και της οικογένειάς του, είτε μέσω φαρμακοθεραπείας, είτε και με συνδυασμό αυτών.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΨΥΧΟΓΕΝΟΥΣ ΑΝΟΡΕΞΙΑΣ (DSM-IV-TR, 2004)

Διαταραχές Διατροφής – Διαγνωστικά Κριτήρια

Ο όρος διαταραχές διατροφής καθιερώθηκε τα έτη 1973-1978, έχοντας αναφορές 70 περιπτώσεων και μαρτυριών, ενώ πιο νωρίς, το 1873, ο Sir William Withey Gull, κατέληξε ότι η νευρική ανορεξία είναι ψυχική διαταραχή. Ωστόσο, ιστορικά οι πρώτες αναφορές σκόπιμης ασιτίας φαίνεται να έχουν γίνει από τις αρχαίες ανατολικές θρησκείες και τους πρώτους Χριστιανούς.

Οι διαταραχές διατροφής διακρίνονται στη νευρική ανορεξία, την ψυχογενή βουλιμία, και τη διαταραχή διατροφής μη προσδιοριζόμενη αλλιώς. Η διάγνωση της Ψυχογενούς Ανορεξίας γίνεται με βάση τα ακόλουθα στοιχεία:

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΨΥΧΟΓΕΝΟΥΣ ΑΝΟΡΕΞΙΑΣ (DSM-IV-TR, 2004)

  • Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του σώματος στο επίπεδο, ή πάνω από το επίπεδο, του ελάχιστα φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του π.χ. απώλεια βάρους που οδηγεί στη διατήρηση βάρους του σώματος 15% κάτω από το αναμενόμενο ή αδυναμία να κερδίσει αναμενόμενο βάρος στη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης που οδηγεί σε βάρος σώματος 15% κάτω από το αναμενόμενο.
  • Έντονος φόβος του ατόμου ότι θα αυξηθεί το βάρος του ή ότι θα γίνει παχύ, ακόμη και όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.
  • Διαταραχή του τρόπου με τον οποίο βιώνεται το βάρος ή το σχήμα, υπέρμετρη επίδραση του βάρους ή του σχήματος του σώματος στην αυτοαξιολόγηση, ή άρνηση της σοβαρότητας του υπάρχοντος χαμηλού βάρους του σώματος.
  • Σε γυναίκες μετά την εμμηναρχή, αμηνόρροια, δηλ. απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορρυσιακών κύκλων.

Υπάρχουν 2 Τύποι της διαταραχής:

  1. Ο Περιοριστικός Τύπος: κατά την διάρκεια της ημέρας το άτομο παραλείπει γεύματα και περιορίζει πολύ την πρόσληψη της τροφής του τοσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα.
  2. Ο Υπερφαγικός – Καθαρτικός Τύπος: κατά τη διάρκεια της ημέρας το άτομο προβαίνει σε ένα ή περισσότερα επεισόδια υπερφαγίας χάνοντας τον έλεγχο και προσλαμβάνοντες μεγαλύτερες ποσότητες τροφής από αυτές που θα επιθυμούσε, με αποτέλεσμα στη συνέχεια να προβαίνει σε αντιρροπιστικές συμπεριφορές όπως έμετος, έντονη σωματική άσκηση, διουρητικά, καθαρτικά, νηστεία.

Παχυσαρκία : Μια συναισθηματική συμπεριφορά … ???

Η παχυσαρκία έχει χαρακτηριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως η νέα επιδημία του αιώνα μας. Κατά συνέπεια, παρατηρείται ότι αυξάνεται η συχνότητα που συναντούμε ανθρώπους που πληρούν τα κριτήρια για να θεωρηθούν παχύσαρκοι. Παχύσαρκο θεωρείται το άτομο που το βάρος του είναι αυξημένο κατά 20-25 % και πάνω από αυτό που θα έπρεπε να έχει με βάση το φύλο, την ηλικία και το ύψος του, αύξηση που αφορά κατά βάση τη συσσώρευση λίπους στο σώμα του και όχι το μυϊκό ιστό. Στην Ελλάδα, βάσει επιστημονικών μελετών, ένας στους τέσσερις ανθρώπους φαίνεται να εμπίπτει στην κατηγορία αυτή, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί μέσα στα επόμενα χρόνια.

Το φαινόμενο της παχυσαρκίας θεωρείται πολυπαραγοντικό, καθώς δεν πρόκειται απλά για ένα πρόβλημα σωματικής υγείας. Πέρα από την καταλληλότερη διατροφή και τη σωματική άσκηση που θα πρέπει να εντάξουν στη ζωή τους τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα, θα πρέπει να αναζητήσουν βοήθεια για να θεραπεύσουν και τα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από τα επεισόδια υπερφαγίας, τα οποία συνήθως είναι συναισθηματικά.

Πιο συγκεκριμένα, η παχυσαρκία συνδέεται συχνά με καταθλιπτικό συναίσθημα, όπου το άτομο βρίσκεται σε ψυχολογικό αδιέξοδο σε σχέση με την εικόνα αλλά και την αίσθηση του σώματός του. Ο φαύλος κύκλος στον οποίο εμπίπτει το άτομο προβαίνοντας σε αυτή τη συμπεριφορά είναι ο εξής:

τρώω → στιγμιαία ευχαρίστηση → φουσκώνω → δυσαρέσκεια από την εικόνα σώματος → αναζήτηση τρόπου ανακούφισης (π.χ. δίαιτα, αυξημένη σωματική άσκηση, εμετός, διουρητικά, καθαρτικά, …) → τρώω → στιγμιαία ευχαρίστηση  … (και πάλι από την αρχή)  …

Σύμφωνα με τη συμπεριφορά αυτή, η τροφή λειτουργεί περισσότερο για να καλύψει συναισθηματικά κενά παρά για λόγους αυτοσυντήρησης. Πρόκειται δηλαδή για έναν παρορμητικό τρόπο αναζήτησης ανακούφισης των ψυχικών εντάσεων, του αισθήματος της ανημπόριας για έλεγχο του εαυτού, καθώς και του αισθήματος της μοναξιάς. Κατά συνέπεια ο ρόλος της τροφής αλλοιώνεται και μπορεί σε ακραίες περιπτώσεις να αποτελέσει εμμονή για κάποιον, ο οποίος αναζητά να ηρεμήσει συναισθηματικά μέσω των υπερφαγικών επεισοδίων.

Διαταραχές Διατροφής και Εικόνα του Σώματος

Η Εικόνα του Σώματος αποτελείται από:

  • Την αντίληψη για το μέγεθος του σώματος, και
  • Τις στάσεις ή τα συναισθήματα του ατόμου προς αυτό (Skrzypek et al, 2001).

Έτσι, φαίνεται ότι η εμφάνιση του σώματος μπορεί να είναι:

  1. Πηγή μεγάλης υπερηφάνειας & αίσθησης τελειότητας (ειδικά αν συμφωνεί με τις αποδεκτές τάσεις ελκυστικότητας & κοινωνικής αποδοχής)
  2. Πλευρά άγχους & ντροπής

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής είναι κατεξοχήν διαταραχές των νεαρών γυναικών και αυτό έχει επιβεβαιωθεί από όλες τις μελέτες γενικού πληθυσμού. Το γεγονός ότι η πρακτική της δίαιτας προηγείται της ανάπτυξης της διαταραχής, υποστηρίζει την πιθανότητα αιτιακού ρόλου ανάμεσά τους. Εν τούτοις, η σύνδεση μπορεί να είναι αποτέλεσμα άλλου παράγοντα που προηγήθηκε και των δύο, ή η δίαιτα να αντιπροσωπεύει μια πρόδρομη κατάσταση χωρίς αναγκαστικά να είναι η αιτία.

Ανεξαρτήτως της ακριβούς σχέσης, δεν χωράει αμφιβολία ότι οι υποβαλλόμενοι σε δίαιτα λόγω διαταραγμένης εικόνας του σώματός τους, αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση διαταραχών διατροφής.

Οι σχέσεις ανάμεσα στην παχυσαρκία, την ψυχαναγκαστικότητα, τα κοινωνικά άγχη και τη δυσαρέσκεια με το σώμα από τη μια πλευρά, με τη διαιτητική συμπεριφορά από την άλλη, υπαγορεύουν ότι ορισμένα άτομα και ορισμένοι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες κινδύνου, έχουν κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη της διαταραχής διατροφής. Πιθανόν να δρουν προδιαθέτοντας το άτομο σε διαιτητική συμπεριφορά και επομένως αυξάνουν τον κίνδυνο του ατόμου να αναπτύξει τη διαταραχή (Βάρσου, 1997).

Τόσο η ψυχογενής ανορεξία όσο και η ψυχογενής βουλιμία είναι αποτελεσματικές στη μείωση του σωματικού βάρους και κάνουν το άτομο να μοιάζει πειθαρχημένο, αδύνατο σύμφωνα με τη μόδα και κάπως απελευθερωμένο. Αλλά η ευφορία του να είναι αδύνατος και υπό έλεγχο σύντομα δίνει θέση στην κατάθλιψη, σε υπερβολική δραστηριότητα, υπερβολική άσκηση, αϋπνία και περίεργα διατροφικά πρότυπα. Ό,τι ήταν αρχικά μια δικαίως αθώα επιθυμία για απώλεια βάρους, μπορεί να αυξηθεί κλιμακωτά σε μια συμπεριφορά η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή ασθένεια ή ακόμα και θάνατο (Biddle, 1993).

Τέλος, φαίνεται ότι στις ομάδες πληθυσμού όπου η δίαιτα είναι συχνότερη, η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία είναι επίσης συχνότερες. Δεν αναπτύσσεται βέβαια η διαταραχή σε οποιονδήποτε υποβάλλεται σε δίαιτα (μόνο μικρός αριθμός ατόμων διαθέτει αυξημένη προδιάθεση για ανάπτυξη της διαταραχής). Για ανθρώπους με ψυχογενή ανορεξία ή ψυχογενή βουλιμία, η συμμετοχή τους σε πρακτικές διατροφής ίσως είναι οι πιο κεντρικές – βασικές απόψεις τους για την αίσθησή τους για τον εαυτό, στην έκταση της «διαχείρισης» των ζωών τους

Οι άνθρωποι με ανορεξία τείνουν να απορρίπτουν και επιχειρούν να καταπιέσουν όλες τις λάγνες επιθυμίες τους, τις οποίες φοβούνται επειδή απειλούν να καταπιέσουν τον αυτοέλεγχο, να ξεπεράσουν τη λογική, ενώ για τα άτομα με βουλιμία η δυνατότητα ελέγχου του βάρους και η εικόνα του σώματος είναι καθοριστικά στοιχεία και επηρεάζουν πάρα πολύ την αυτοεκτίμησή τους (Πετροχείλος, 2005).

Η διαταραχή στην εικόνα του σώματος, όταν είναι παρούσα, παίζει καθοριστικό ρόλο στην πορεία και στην πρόγνωση των διαταραχών διατροφής

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΨΥΧΟΓΕΝΟΥΣ ΒΟΥΛΙΜΙΑΣ   DSM-IV-TR (2004)

Η Ψυχογενής Βουλιμία χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας. Ένα επεισόδιο υπερφαγίας χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα:

  1. Η κατανάλωση, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο (π.χ. μέσα σε 2 ώρες), μιας ποσότητας τροφής, η οποία είναι εμφανώς μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσαν να καταναλώσουν οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής  περιόδου και κάτω από όμοιες περιστάσεις.
  2. Αίσθηση έλλειψης ελέγχου στην κατανάλωση τροφής κατά τη διάρκεια του επεισοδίου (π.χ. ένα αίσθημα του ατόμου ότι δεν μπορεί να σταματήσει να τρώει ή να ελέγξει τι και πόσο τρώει)
  3. Επανειλημμένη απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση του βάρους, όπως αυτοπροκαλούμενοι  εμετοί• κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών, υποκλυσμών ή άλλων φαρμάκων• νηστεία• ή υπερβολική σωματική άσκηση.
  4. Τόσο τα επεισόδια υπερφαγίας, όσο και η απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά εμφανίζονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα για ένα διάστημα 3 μηνών.
  5. Η αυτοαξιολόγηση επηρεάζεται υπέρμετρα από το σχήμα και το βάρος του σώματος.
  6. Η διαταραχή δεν εμφανίζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια επεισοδίων Ψυχογενούς Ανορεξίας.

 

Υπάρχουν 2 τύποι της διαταραχής:

  • Ο Καθαρτικός Τύπος: κατά τη διάρκεια του παρόντος επεισοδίου ψυχογενούς βουλιμίας, το άτομο έχει εμπλακεί συστηματικά σε αντιρροπιστικές συμπεριφορές όπως πρόκληση εμετού, χρήση υπακτικών, διουρητικών ή καθαρτικών.
  • Ο Μη Καθαρτικός Τύπος:

Ο μη καθαρτικός τύπος κατά τη διάρκεια του τρέχοντος επεισοδίου ψυχογενούς βουλιμίας χρησιμοποιεί άλλες ακατάλληλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές όπως η αφαγία – νηστεία, η εξαντλητική σωματική άσκηση.

Γενικά Συμπτώματα Εμφάνισης Σακχαρώδους Διαβήτη

Τα γενικά πρώτα συμπτώματα που θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν από κάθε άτομο όταν τα παρατηρήσει προκειμένου να προβεί σε εξετάσεις για διαβήτη είναι τα ακόλουθα:

  • Αίσθημα κούρασης χωρίς να έχει προηγηθεί ιδιαίτερη αντίστοιχη δραστηριότητα
  • Ξηρό δέρμα
  • Φαγούρα στα γεννητικά όργανα
  • Μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα χέρια ή στα πόδια
  • Κράμπες
  • Πολυουρία
  • Θολή όραση
  • Συχνές λοιμώξεις
  • Απώλεια βάρους
  • Αργή ίαση πληγών
  • Σεξουαλικά προβλήματα

Σε περίπτωση που κάποιος διαπιστώσει ότι έχει τουλάχιστον τρία από τα παραπάνω θα πρέπει να κάνει προληπτικά τις απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις.

Ακόμη, ο διαβήτης προσβάλλει και άτομα που υιοθετούν καθιστικό τρόπο ζωής, ή που έχουν διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης, καθώς και άτομα που πάσχουν από το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών.

Μέτρα Πρόληψης κατά του Καπνίσματος

Το κάπνισμα αποτελεί μια πολυπαραγοντική συμπεριφορά, καθώς συνδέεται με ποικίλες πτυχές της καθημερινής ζωής και με συναισθήματα ή σκέψεις που δυσκολεύουν τον καπνιστή να πάρει την απόφαση να καταφέρει να το σταματήσει. Επιπλέον, ακόμα και αν κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος στον ανθρώπινο οργανισμό, και κυρίως λόγω της αυξημένης επικινδυνότητας ανάπτυξης καρκίνου του πνεύμονα, η εξάρτηση από τη νικοτίνη – σωματική ή ψυχολογική, παραμένει ισχυρή για τους περισσότερους καταναλωτές με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να το διακόψουν. Έτσι, στα πλαίσια της προαγωγής της υγείας, τα προληπτικά μέτρα έχουν ως στόχο τόσο την έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση του κόσμου, όσο και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, της κριτικής στάσης απέναντι στην πληροφόρηση, της διεκδίκησης σε θέματα δημόσιας υγείας, και ταυτόχρονα του σεβασμού της γνώμης των άλλων. Οι πρώτες προληπτικές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν αφορούσαν την παροχή πληροφοριών για τους κινδύνους του καπνίσματος είτε μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης είτε μέσω συνεδρίων και ερευνητικών μελετών για την ψυχική υγεία. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των προληπτικών προσπαθειών έδειξαν ότι η απλή ενημέρωση του κόσμου δεν αρκεί για να πείσει τον καπνιστή να σταματήσει να προβαίνει σε αυτή τη συμπεριφορά. Στην πορεία, τα προληπτικά μέτρα άρχισαν να βασίζονται σε έρευνες γύρω από τη μελέτη των ψυχοκοινωνικών παραγόντων που συμβάλουν στο κάπνισμα, σε μια ευρύτερη προσπάθεια να διδαχθούν οι καταναλωτές – και κυρίως τα νέα παιδιά – τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουν και να ενισχύουν τις άμυνές τους στα διαφημιστικά προϊόντα, αλλά και στις πιέσεις των συνομηλίκων τους.

Τα σύγχρονα προληπτικά μέτρα απευθύνονται σε τρεις τομείς πρόληψης: την πρωτογενή, τη δευτερογενή και την τριτογενή. Η πρωτογενής πρόληψη αναφέρεται στην έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση των μη καπνιστών ( και κυρίως των εφήβων) για την αποτροπή τους από το κάπνισμα και για την αλλαγή των στάσεών τους απέναντι σε αυτό, ενώ η δευτερογενής πρόληψη αναφέρεται στη μείωση ή την διακοπή του καπνίσματος των καπνιστών. Η τριτογενής πρόληψη απευθύνεται στους συστηματικούς ή εξαρτημένους χρήστες του καπνού, καθώς παράλληλα με τη θεραπεία και ψυχοκοινωνική αποκατάσταση που χρειάζεται σε αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται και επιπλέον παρέμβαση για την αποφυγή υποτροπής. Στα πλαίσια αυτά, σε αρκετούς χώρους ψυχικής υγείας υπάρχουν ενημερωτικά φυλλάδια για τις συνέπειες του καπνίσματος, οδηγοί διακοπής του, αφίσες με αντικαπνιστικά μηνύματα, καθώς και ενημερωτικές εκπομπές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την πολιτική των καπνοβιομηχανιών και τις επιπτώσεις του καπνίσματος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του προγράμματός της για τη δημόσια υγεία (2008 – 2013) περιλαμβάνει πληροφορίες και δράσεις αναφορικά με την πολιτική για τον έλεγχο του καπνίσματος, οι οποίες παρέχονται μέσω του δικτυακού τόπου “HELP – Για μια ζωή χωρίς τσιγάρο”. Με τον τρόπο αυτό βοηθά τους ανθρώπους που θέλουν να κόψουν το κάπνισμα και παρέχει συμβουλές για τους κινδύνους του καπνίσματος μέσω υποδείξεων, σχετικών ταινιών, ενημερώσεων για τις εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα κοντά στην περιοχή του ενδιαφερόμενου, και ειδικών υπηρεσιών προβάλλοντας ενημερωτικά βίντεο σε διάφορους δικτυακούς τόπους.

Αναμφισβήτητα, οι καπνιστές κατά τη διάρκεια διακοπής του καπνίσματος οφείλουν να λαμβάνουν τη στήριξη από το οικογενειακό και φιλικό τους περιβάλλον, το γιατρό τους, ή ακόμα και ένα άτομο που θα απαντήσει σε τηλεφωνική γραμμή του καπνού, οι οποίοι θα πρέπει να είναι εξίσου καλά ενημερωμένοι. Ωστόσο, τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα, δυστυχώς κρίνονται ελλιπή συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και για το σκοπό αυτό μελλοντικά συνίσταται να στραφεί εντονότερα το ενδιαφέρον των ειδικών ψυχικής υγείας προς τον τομέα αυτό.

ΚΑΠΝΙΣΜΑ: ΠΑΘΟΣ Η’ ΛΑΘΟΣ ?

Εξάρτηση: Κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την έντονη προσήλωση του ατόμου σε ένα αντικείμενο ή πρόσωπο, χωρίς το οποίο αδυνατεί να λειτουργήσει ομαλά. Ο όρος αναφέρεται επίσης στις περιπτώσεις όπου τα μέλη μιας ομάδας έχουν ανάγκη το ένα το άλλο προκειμένου να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα (Λεξικό ψυχολογίας, Χουντουμάδη Α., Πατεράκη Λ., Εκδόσεις Χρύσα Ξενάκη).

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κατατάσσει το κάπνισμα στις εξαρτήσεις (Σύνδρομο στέρησης από τον καπνό: κατάταξη F 17,2 στη Διεθνή Κατάταξη Ασθενειών, Δέκατη αναθεώρηση ICD-10). Σχετικό κριτήριο διάγνωσης του ICD-10 για τις ουσιοεξαρτήσεις είναι ότι η χρήση ουσιών συνεχίζεται παρά τη γνώση ότι το επίμονο (ή περιοδικό) σωματικό ή ψυχολογικό πρόβλημα μπορεί να δημιουργείται ή να επιδεινώνεται από την ίδια την ουσία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της παγκόσμιας Στατιστικής Υπηρεσίας για το έτοσ 2005, στις ανεπτυγμένες χώρες οι άντρες καπνίζουν σε ποσοστό 35 τοις εκατό και οι γυναίκες σε ποσοστό 22 τα εκατό. Αντίστοιχα, για τις αναπτυσσόμενες χώρες, το ποσοστό των καπνιστών αντρών είναι 50 τα εκατό και των γυναικών μόλις 9 τα εκατό. Μεταξύ των Δυτικοευρωπαϊκών χωρών η Ελλάδα εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών αντρών και γυναικών (37.6%), παρότι ο συγκεκριμένος αριθμός έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία.

Επιπλέον, το κάπνισμα συνδέεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο και την απασχόληση. Οι άνεργοι και οι χειρώνακτες εργάτες ανήκουν στα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών, με ποσοστά 54% και 51% αντίστοιχα, έναντι του 35% του μέσου όρου για τον γενικό πληθυσμό.

Η έναρξη του καπνίσματος συνήθως γίνεται κατά την παιδική και εφηβική ηλικία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η Ελλάδα εμφανίζει την υψηλότερη μέση ηλικία έναρξης, στα αγόρια είναι τα 13,7 έτη ενώ στα κορίτσια τα 13 έτη. Στη χώρα μας ένα μεγάλο ποσοστό των καπνιστών αποκτά τη συνήθεια του καπνίσματος σε ηλικία άνω των 15 ετών.

Σακχαρωδης Διαβητης Εγκυμοσύνης

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Εγκυμοσύνης είναι εκείνος που παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της κύησης – συνήθως στο δεύτερο ή στο τρίτο τρίμηνο, και υποχωρεί μετά τον τοκετό. Η πιθανότητα εμφάνισής του αντιστοιχεί στις 3 στις 100 γυναίκες – περίπου 3%.

Ο τρόπος εμφάνισης αυτού του τύπου διαβήτη  έγκειται στις περιπτώσεις εγκυμοσύνης που οι ανάγκες σε ινσουλίνη μπορεί να διπλασιαστούν ή να τριπλασιαστούν αναγκάζοντας το πάγκρεας να υπερβεί τη φυσιολογική του λειτουργία. Στις περιπτώσεις αυτές, φαίνεται ότι κάποιες γυναίκες δεν μπορούν να παράγουν αρκετή ινσουλίνη ώστε να αντιστοιχεί στις αυξημένες απαιτήσεις του οργανισμού, με συνέπεια τα επίπεδα του σακχάρου να ανεβαίνουν.

Ο διαβήτης κύησης μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε έγκυο γυναίκα. Μάλιστα, συνήθως δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και για το λόγο αυτό θα πρέπει όλες να υποβάλλονται στις κατάλληλες ιατρικές εξετάσεις. Παρόλα αυτά, υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διατρέχουν οι γυναίκες που είναι άνω των 25 ετών, οι υπέρβαρες αλλά και όσες μπορεί να έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη. Επίσης, υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν γυναίκες που σε προηγούμενη κύηση είχαν εμφανίσει διαβήτη εγκυμοσύνης, όσες σε προηγούμενη κύηση γέννησαν υπέρβαρα παιδιά, αλλά και όσες έχουν υποστεί προηγούμενη παλινδρόμηση κύησης σε οποιοδήποτε μήνα εγκυμοσύνης.

Η υγεία της εγκύου αλλά και του παιδιού που κυοφορεί εξαρτώνται από τη ρύθμιση του διαβήτη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αν αποδειχθεί ότι η ρύθμιση του σακχάρου δεν είναι δυνατή μόνο με κατάλληλη διατροφή, τότε χορηγείται ινσουλίνη, η οποία διακόπτεται μετά τον τοκετό. Αν η ρύθμιση είναι έγκαιρη και σωστή, με τις συμβουλές του κατάλληλου ιατρού, τότε οι κίνδυνοι για τη μητέρα και το παιδί δεν είναι μεγαλύτεροι από αυτούς που παρατηρούνται σε εγκύους που δεν πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.