Month: January 2016

Καταναγκασμοί: Η φύση τους

 

Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες φαινομενικά σκόπιμες συμπεριφορές, τις οποίες το άτομο νιώθει υποχρεωμένο να εκτελέσει με συγκεκριμένο τρόπο, ως εσωτερική πίεση, προκειμένου να καταπολεμήσει το άγχος που του προκαλούν οι ιδεοληψίες του. Μέσω των καταναγκασμών, οι ψυχαναγκαστικοί – καταναγκαστικοί ασθενείς προσπαθούν να εξουδετερώσουν τη δυσφορία τους, αλλά και να αποφύγουν το ερέθισμα που τους προκαλεί τη δυσφορία και το άγχος.

Οι πιο συνηθισμένοι τύποι καταναγκασμών είναι έξι, και ως προς το περιεχόμενό τους αφορούν στον έλεγχο και τη μέτρηση, το πλύσιμο και τον καθαρισμό, την καταμέτρηση, την αναζήτηση διαβεβαιώσεων και καθησυχασμού, την αποθησαύριση, τη συμμετρία ή την ακρίβεια, καθώς και τις παρορμήσεις επιθετικότητας ή βίας.

Ως προς τη μορφή τους διακρίνονται: (α) σε επανελέγχου και επανάληψης, όπου το άτομο έχοντας ιδεοληψίες αμφιβολίας τσεκάρει νοητικά, κινητικά και οπτικά για να βεβαιωθεί και να μειώσει το άγχος του, (β) σε τελετουργίες καθαρισμού, όπου το άτομο κυριαρχείται από ιδεοληψίες φόβου μολύνσεως, (γ) σε τελετουργίες τακτοποίησης και συμμετρίας, όπου ο ασθενής μπορεί να διακατέχεται από μαγική σκέψη και να προσπαθεί να μειώσει μέσω των ψυχαναγκασμών του το άγχος που βιώνει για οποιονδήποτε λόγο (για παράδειγμα: “τακτοποιώ μην πεθάνει η μάνα μου”). Επίσης, διακρίνονται σε (δ) τελετουργίες αποθησαύρισης, όπου ο ασθενής συσσωρεύει οποιοδήποτε αντικείμενο θεωρώντας ότι ίσως του χρειαστεί στο μέλλον, δεν πετάει τίποτα, ενώ παράλληλα επανελέγχει, διακατεχόμενος από μαγική σκέψη και συνήθως χωρίς να υπάρχει κυρίαρχη ιδεοληψία, (ε) τελετουργίες ψυχαναγκαστικής επιβράδυνσης, όπου το άτομο σπάει την κίνηση σε εκατοντάδες κομμάτια και κάνει το κάθε κομμάτι πολλές φορές ή πολύ αργά, κάνοντας παράλληλα νοητικό έλεγχο, (στ) τελετουργίες νοητικές, όπου το άτομο προβαίνει σε επανάληψη λέξεων, αριθμών, προσευχών και τραγουδιών, και τέλος, (ζ) σε τελετουργίες αποφυγής, όπου ο θεραπευόμενος αποφεύγει κάτι με συγκεκριμένο επαναληπτικό και στερεότυπο τρόπο.

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή – Η Έναρξή της

Οι πρώτες ενδείξεις για την έναρξη της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής συνήθως εμφανίζονται στις ηλικίες από 10 – 15 ετών, με το 85% των πασχόντων να παρουσιάζουν πλήρη έκφραση των συμπτωμάτων τους πριν από το 35ο έτος της ηλικίας τους – πρώιμη έναρξη νόσου (Hoffmann, 2009). Η έναρξή της κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, καθώς τα παιδιά, για παράδειγμα, μπορεί να εγκαταλείψουν το σχολείο και οι ενήλικες να βρεθούν χωρίς οικογενειακή στέγη (Heyman et al., 2006). Η μελέτη των κλινικών χαρακτηριστικών της διαταραχής κατά την πρώιμη έναρξή της σε παιδιά, εφήβους και ενήλικες κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά και οι έφηβοι είχαν παρόμοια χαρακτηριστικά κατά την έναρξη όσον αφορά στην έκφραση των συμπτωμάτων της διαταραχής. Ωστόσο, οι περισσότεροι νέοι σε ηλικία πάσχοντες με πρώιμη έναρξη της διαταραχής ήταν άνδρες, και ανέπτυξαν διαφορετικά είδη συννοσηρότητας (π.χ. εξάρτηση από ουσίες, κατάθλιψη, διαταραχές διατροφής) κατά τη διάρκεια της ζωής τους, συγκριτικά με τους ενήλικες πάσχοντες (Mancebo et al., 2008). Σπάνια, η έναρξη της διαταραχής μπορεί να είναι μεταγενέστερη, δηλαδή μετά το 40ο έτος ηλικίας του ατόμου, και συνήθως οφείλεται σε εγκεφαλικές ανωμαλίες (Hoffmann, 2009).

Η συνειδητοποίηση από το άτομο της ύπαρξης της διαταραχής και η αναζήτηση βοήθειας εξαρτάται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους πρώτους φόβους και τις καταναγκαστικές πράξεις που πραγματοποιεί. Συγκεκριμένα, αρχικά τα συμπτώματα φαίνεται να μην είναι τόσο ενοχλητικά, οπότε δεν γίνεται φανερή η ανάγκη θεραπευτικής αντιμετώπισης. Στις κρίσιμες, όμως, περιόδους ζωής του ατόμου οι ψυχαναγκασμοί στους οποίους προβαίνει συν’ηθως εξαπλώνονται, γεγονός που κάνει φανερή την ύπαρξη της διαταραχής. Τότε ο ασθενής νιώθει βαθμιαία ανελεύθερος και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι τελετουργίες του δημιουργούν πρόβλημα στην καθημερινή του ζωή, καθώς χρειάζεται να αφιερώνει πολύ χρόνο στην πραγματοποίησή τους. Η συνειδητοποίηση της διαταραχής είναι σχετική, καθώς συχνά παρατηρείται το πάσχον άτομο σε κάποιες φάσεις της ζωής του να είναι εντελώς “παραδομένο” στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και να προβαίνει συνεχώς σε τελετουργίες ανάλογα με τις ιδεοληψίες του, ενώ σε κάποιες άλλες περιόδους να επιτυγχάνει περισσότερη προσωπική ελευθερία.

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή – Βασικά στοιχεία για τη φύση της διαταραχής

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μια διαταραχή που ανήκει στο σύνολο των αγχωδών διαταραχών. Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν τις διαταραχές με τη μεγαλύτερη συχνότητα στο γενικό πληθυσμό και έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους το παθολογικό άγχος που αποτελεί και την κύρια πηγή αναζήτησης βοήθειας. Παθολογικό ονομάζεται το άγχος εκείνο που προκαλεί έκπτωση της καθημερινής λειτουργικότητας του ατόμου σε διάφορα επίπεδα της ζωής του. Κατά συνέπεια, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι μια συχνή, χρόνια διαταραχή, η οποία προκαλεί δυσλειτουργία στους πάσχοντες, αλλά και σημαντική ψυχική επιβάρυνση τόσο στους ίδιους όσο και στις οικογένειές τους, λόγω του ιδιαίτερου προφίλ της και της αμφιβολίας που χαρακτηρίζει τους πάσχοντες.

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από δύο βασικά συμπτώματα, τις ιδεοληψίες και τους καταναγκασμούς. Οι ιδεοληψίες είναι επίμονες, παρείσακτες και ενοχλητικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, τις οποίες το άτομο βιώνει ως δυσάρεστες και οι οποίες αυξάνουν το άγχος του. Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες, φαινομενικά σκόπιμες συμπεριφορές, τις οποίες το άτομο νιώθει υποχρεωμένο να εκτελέσει με συγκεκριμένο τρόπο, ως εσωτερική πίεση, προκειμένου να καταπολεμήσει το άγχος που του προκαλούν οι ιδεοληψίες του. Η προσπάθεια του ατόμου να αντισταθεί στην εκτέλεση κάποιου καταναγκασμού οδηγεί σε αύξηση του άγχους του. Μέσω των καταναγκασμών, οι ψυχαναγκαστικοί – καταναγκαστικοί ασθενείς προσπαθούν να εξουδετερώσουν τη δυσφορία τους, αλλά και να αποφύγουν το ερέθισμα που τους προκαλεί τη δυσφορία ή το άγχος.

Για τη διάγνωση της διαταραχής απαιτείται η παρουσία των ιδεοληψιών ή/και καταναγκασμών, να συνοδεύεται από έντονη ψυχική επιβάρυνση, που οδηγεί το πάσχον άτομο να καταναλώνει πολύ χρόνο σε αυτές, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τις καθημερινές κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητές του. Τέλος, απαιτείται σε κάποια στιγμή η αντίληψη από το άτομο του παράλογου ή υπερβολικού χαρακτήρα των ιδεοληψιών και καταναγκασμών.

Ιδεοληψίες : Η φύση τους

Οι ιδεοληψίες είναι επίμονες, παρείσακτες και ενοχλητικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, τις οποίες το άτομο βιώνει ως δυσάρεστες και οι οποίες αυξάνουν το άγχος.

Οι ιδεοληψίες διακρίνονται ανάλογα με το περιεχόμενο αλλά και κατά συχνότητα εμφάνισης στον κλινικό πληθυσμό σε: φόβο μόλυνσης, παθολογική αμφιβολία, τακτοποίηση και συμμετρία, σεξουαλικές και επιθετικές παρορμήσεις.

Ως προς τη μορφή τους, διαχωρίζονται σε ιδεοληπτικό φόβο (“μην τύχει και μολυνθώ και αρρωστήσω”, “μην τύχει και μολυνθώ και εξαπλώσω τον ιό στους άλλους”), ιδεοληπτική αμφιβολία (“μήπως κάνω κακό σε κάποιον άλλο”), ιδεοληπτική σκέψη, η οποία αποτελείται από αλυσίδα σκέψεων που οδηγούν σε σενάρια καταστροφής (“μην τύχει και μου πέσει το κοκαλάκι, το βρει ένα μικρό παιδί, το καταπιεί και πεθάνει”), και ιδεοληπτικές εικόνες. Το περιεχόμενό τους αντίστοιχα σχετίζεται με τη μόλυνση ή τη βρωμιά, την παθολογική αναζήτηση ασφάλειας μέσω επανελέγχων, σεξουαλικές ή επιθετικές σκέψεις που θεωρούνται αξιόμεμπτες για το άτομο, θρησκευτικές σκέψεις, καθώς και μαγική σκέψη. Με τον όρο μαγική σκέψη εννοείται η πίστη του ασθενή ότι η σκέψη του έχει τόση δύναμη που ακόμα και με το να σκεφτεί κάτι αυτό μπορεί να συμβεί.

Οι ιδεοληψίες βιώνονται από το άτομο ως ξένες, παράξενες, τρελές, χωρίς νόημα ή ακατάλληλες σκέψεις που προμηνύουν κάποιο κακό. Για το λόγο αυτό το άτομο τις αντιλαμβάνεται ως απειλητικές και αισθάνεται έντονη δυσφορία και άγχος, με αποτέλεσμα να επιδιώκει να τις εξουδετερώσει, είτε με κάποια συμπεριφορά του είτε με κάποια σκέψη, προκειμένου να ανακουφιστεί και να προλάβει τη βλάβη που προμηνύουν. Κατά τη συμπεριφορική εξουδετέρωση των ιδεοληψιών, το πάσχον άτομο τελετουργεί (για παράδειγμα πλένει τα χέρια του, καθαρίζει, τακτοποιεί…), κάνει αποφυγές, ζητάει διαβεβαιώσεις, ενώ κατά τη γνωσιακή εξουδετέρωση συνήθως προβαίνει σε γνωσιακές τελετουργίες, δηλαδή μετράει, επαναλαμβάνει φράσεις, προσεύχεται, κτλ., προκειμένου να μειώσει το άγχος του.

Ειδική Φοβία – Διαγνωστικά Κριτήρια

Σύμφωνα με το DSM-V τα διαγνωστικά κριτήρια που πρέπει να πληρούνται ώστε να δοθεί η διάγνωση της ειδικής φοβίας είναι τα ακόλουθα:

Α. Έντονος και επίμονος φόβος που είναι υπερβολικός ή παράλογος, εκλυόμενος από την παρουσία ή την αναμονή ενός συγκεκριμένου αντικειμένου ή κατάστασης (π.χ. πτήση, ύψη, ζώα, το να κάνει το άτομο ένεση, θέα αίματος).

Β. Η έκθεση στο φοβικό ερέθισμα σχεδόν πάντα προκαλεί άμεση απάντηση άγχους, που μπορεί να παίρνει τη μορφή μιας συνδεδεμένης με ή προδιατεθειμένης από την κατάσταση Προσβολής Πανικού. Σημείωση: Στα παιδιά, το άγχος μπορεί να εκφράζεται με κλάματα, εκρήξεις θυμού, πάγωμα ή προσκόλληση σε άλλους.

Γ. Το άτομο αναγνωρίζει ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός ή παράλογος. Σημείωση: Στα παιδιά το στοιχείο αυτό μπορεί να απουσιάζει.

Δ. Η φοβική κατάσταση(εις) αποφεύγεται ή αλλιώς υπομένεται με έντονο άγχος ή υποκειμενική ενόχληση.

Ε. Η αποφυγή, η αγχώδης αναμονή ή η υποκειμενική ενόχληση κατά την(τις) επίφοβη(ες) κατάσταση(εις) παρεμποδίζει σημαντικά την καθημερινή φυσιολογική ρουτίνα του ατόμου, την επαγγελματική (ή τη σχετική με τις σπουδές) λειτουργικότητα του ή τις κοινωνικές του δραστηριότητες ή τις σχέσεις του ή υπάρχει έντονη υποκειμενική ενόχληση που το άτομο έχει τη φοβία.

ΣΤ. Σε άτομα κάτω των 18 ετών, η διάρκεια είναι τουλάχιστον 6 μήνες.

Ζ. Το άγχος, οι Προσβολές Πανικού ή η φοβική αποφυγή που συνδέονται με το συγκεκριμένο αντικείμενο ή κατάσταση δεν εξηγούνται καλύτερα ως κάποια άλλη ψυχική διαταραχή όπως Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική Διαταραχή (π.χ. φόβος βρωμιάς σε κάποιο άτομο με ψυχαναγκασμό σχετικό με μόλυνση), Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες (π.χ. αποφυγή ερεθισμάτων που συνδέονται με ένα σοβαρό στρεσογόνο παράγοντα). Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού (π.χ. αποφυγή του σχολείου), Κοινωνική Φοβία (π.χ. αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων εξαιτίας του φόβου αμηχανίας), Διαταραχή Πανικού Με Αγοραφοβία ή Αγοραφοβία Χωρίς Ιστορικό Διαταραχής Πανικού.

Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία – Διαγνωστικά Κριτήρια

Η Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο συχνά εμφανιζόμενες Αγχώδεις Διαταραχές. Τα κριτήρια που απαρτιώνουν την διάγνωσή της είναι τα ακόλουθα:

Α1)Επαναλαμβανόμενες απροσδόκητες Προσβολές Πανικού

Α2) Τουλάχιστον μία από τις προσβολές έχει ακολουθηθεί για 1 μήνα (ή περισσότερο) από 1 (ή περισσότερα) από τα παρακάτω:

  • Επίμονη ανησυχία του ατόμου μήπως το ξαναπάθει
  • Στεναχώρια για τις επιπτώσεις της προσβολής και τις συνέπειές της (“μήπως τρελαθώ”, “μήπως χάσω τον έλεγχο”, “μήπως πάθω καρδιακή προσβολή”)
  • Σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά λόγω των προσβολών

Β)  Παρουσία Αγοραφοβίας

Γ) Οι Προσβολές Πανικού δεν οφείλονται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης

Δ) Οι Προσβολές Πανικού δεν εξηγούνται καλύτερα ως μια άλλη ψυχική διαταραχή (όπως για παράδειγμα: Ειδική φοβία, κοινωνική φοβία, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή μετατραυματικού στρες, διαταραχή άγχους αποχωρισμού).

Στη Διαταραχή Πανικού Χωρίς Αγοραφοβία απλά αλλάζει το κριτήριο Β.

Γενικά Χαρακτηριστικά Κλινικής Εικόνας για τη Μετατραυματική Διαταραχή Άγχους

Η Μετατραυματική Διαταραχή Άγχους (ΜΔΑ) εμφανίζεται στους πάσχοντες σε υψηλή συνοσηρότητα με:

  • Καταθλιπτική Διαταραχή: Ποσοστό: 50%
  • Αγχώδεις Διαταραχές : Ποσοστό: 25% – 40%
  • Γενικευμένη Aγχώδης Διαταραχή
  • Διαταραχή Πανικού με ή χωρίς Αγοραφοβία
  • Ειδικές φοβίες
  • Εξάρτηση από Αλκοόλ & Εξάρτηση από Ψυχοδραστικές Ουσίες:
    Εμφάνιση στο 1/2 ανδρών με ΜΔΑ & στο 1/3 γυναικών με ΜΔΑ

Επίσης, υψηλότερος επιπολασμός της διαταραχής υπάρχει στις γυναίκες απ’ ότι στους άντρες, και υψηλότερη επικινδυνότητα εμφανίζουν τα θύματα βιασμού.

Ως προς την πορεία της διαταραχής: Τα συμπτώματα έχουν την τάση να μειώνονται σποραδικά σε ένταση και να εξαφανίζονται σε σημαντικό αριθμό ασθενών μέσα σε λίγα χρόνια από την έναρξη της διαταραχής.

Διαταραχή μετά από Ψυχοτραυματικό Στρες (PTSD) – Διαγνωστικά Κριτήρια

Η Διαταραχή μετά από Ψυχοτραυματικό Στρες συγκαταλέγεται στις αγχώδεις διαταραχές και εμφανίζεται όταν ένα άτομο εκτεθεί σε ένα τραυματικό γεγονός, κατά τη διάρκεια του οποίου ήταν παρούσες και οι 2 παρακάτω καταστάσεις:

  1. Βίωσε, ήταν μάρτυρας ή ήρθε αντιμέτωπος με ένα γεγονός ή γεγονότα που συνεπάγονταν πραγματικό ή επαπειλούμενο θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό ή απειλή της σωματικής ακεραιότητας του εαυτού ή των άλλων.
  2. Η αντίδραση του ατόμου σε αυτή την κατάσταση περιείχε έντονο φόβο, αίσθηση ανημπόριας ή τρόμο / φρίκη.

Για να μπορέσει να διαγνωστεί η ύπαρξη της διαταραχής αυτής, θα πρέπει:

Α) Το τραυματικό γεγονός να επαναβιώνεται επίμονα με ένα ή περισσότερους από τους παρακάτω τρόπους:

  • Επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του τραύματος που προκαλούν ενόχληση
  • Επαναλαμβανόμενα όνειρα του τραύματος που προκαλούν ενόχληση
  • Επαναβίωση της εμπειρίας από το άτομο μέσω παραισθήσεων, ψευδαισθήσεων και διασχιστικών flashback επεισοδίων, με την αίσθηση ότι ξανασυμβαίνει το γεγονός
  • Έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση σε εσωτερικές ή εξωτερικές νύξεις που μοιάζουν ή θυμίζουν κάποια πλευρά του τραύματος
  • Διέγερση του αυτόνομου νευρικού συστήματος κατά την έκθεση σε εσωτερικές ή εξωτερικές νύξεις που μοιάζουν ή θυμίζουν κάποια πλευρά του τραύματος

Β) Επίμονη αποφυγή των καταστάσεων που συνδέονται με το τραύμα και μούδιασμα της γενικής απαντητικότητας, όπως φαίνεται από τουλάχιστον τρία από τα παρακάτω:

  • Προσπάθειες αποφυγής σκέψεων, συναισθημάτων ή συζητήσεων που συνδέονται με το τραύμα
  • Προσπάθειες αποφυγής ανθρώπων, δραστηριοτήτων ή μερών που ξυπνούν αναμνήσεις του τραύματος
  • Ανικανότητα ανάμνησης μιας σημαντικής πλευράς του τραύματος
  • Έντονη μείωση του ενδιαφέροντος ή της συμμετοχής σε σημαντικές δραστηριότητες
  • Αίσθημα απομάκρυνσης ή αποξένωσης από τους άλλους
  • Περιορισμένο εύρος συναισθήματος
  • Αίσθηση βράχυνσης του μέλλοντος (π.χ. το άτομο δεν περιμένει ότι θα έχει φυσιολογική διάρκεια ζωής)

Γ) Επίμονα συμπτώματα αυξημένης διεγερσιμότητας (που δεν είναι παρόντα πριν από το τραύμα), όπως φαίνεται σε τουλάχιστον δύο από τα παρακάτω:

  • Δυσκολίες στον ύπνο
  • Ευερεθιστότητα ή εκρήξεις θυμού
  • Δυσκολία στη συγκέντρωση
  • Υπερεπαγρύπνιση
  • Αυξημένη αντίδραση ξαφνιάσματος (ειδικά σε ακουστικά ερεθίσματα)

Υπομανιακό Επεισόδιο – Διαγνωστικά Κριτήρια

Για να τεθεί η διάγνωση του Υπομανιακού Επεισοδίου πρέπει να πληρούνται τα ακόλουθα διαγνωστικά κριτήρια:

  1. Μία σαφής περίοδος σταθερά αυξημένης, καταναλωτικής ή ευερέθιστης διάθεσης, που διαρκεί τουλάχιστον 4 ημέρες, η οποία ξεχωρίζει σαφώς από τη συνηθισμένη μη καταθλιπτική διάθεση.
  2. Κατά τη διάρκεια της διαταραχής της διάθεσης, τρία (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα συμπτώματα έχουν παραμείνει (τέσσερα εάν η διάθεση είναι μόνο ευερέθιστη) και έχουν εμφανιστεί σε σημαντικό βαθμό:
    • έντονη αυτοεκτίμηση ή ιδέες μεγαλείου
    • μειωμένη ανάγκη ύπνου (π.χ. αισθάνεται ξεκούραστος μετά από 3 μόνο ώρες ύπνου)
    • πιο ομιλητικός από το συνηθισμένο ή εξαναγκασμός για συνέχιση της ομιλίας
    • ιδεοφυγή ή υποκειμενικό αίσθημα ότι οι σκέψεις τρέχουν
    • αφηρημάδα
    • αυξημένη δραστηριότητα προς κάποιο στόχο (είτε κοινωνικό, είτε επαγγελματικό, σχολικό ή σεξουαλικό) ή ψυχοκινητική διέγερση
    • έντονη ενασχόληση με ευχάριστες δραστηριότητες, που μπορεί να έχουν αυξημένες πιθανότητες επώδυνων συνεπειών (αυτοβλαπτική παρορμητικότητα)
  3. Το επεισόδιο συνοδεύεται από μία αναμφίβολη μεταβολή στη λειτουργικότητα, η οποία δεν χαρακτήριζε το άτομο, όταν ήταν χωρίς συμπτώματα.
  4. Η διαταραχή της διάθεσης και η μεταβολή της λειτουργικότητας είναι ορατές σε τρίτους.
  5. Το επεισόδιο δεν είναι τόσο σοβαρό, ώστε να προκαλέσει σημαντική μείωση στην κοινωνική ή επαγγελματική λειτουργικότητα ή να χρειάζεται εισαγωγή στο νοσοκομείο και δεν υπάρχουν καθόλου ψυχωτικά χαρακτηριστικά.
  6. Τα συμπτώματα δεν οφείλονται σε άμεση φυσιολογική επίδραση κάποιας ουσίας (π.χ. κατάχρηση ουσίας, φάρμακο ή άλλη θεραπεία) ή σε παθολογική κατάσταση (π.χ. υπερθυρεοειδισμός).

Σημείωση: Τα επεισόδια που μοιάζουν μετά υπομανιακά και προκαλούνται σαφώς από την αντικαταθλιπτική θεραπεία (π.χ. φάρμακα, ηλεκτροθεραπεία) δεν πρέπει να υπολογίζονται στη διάγνωση της Διπολικής Διαταραχής II.

Πορεία της Κλινικής Εικόνας της Διπολικής Διαταραχής

Ασθενείς με Διπολική Διαταραχή μπορεί στην αρχή να παρουσιάσουν είτε μανιακό είτε καταθλιπτικό επεισόδιο. Αν το επεισόδιο είναι καταθλιπτικό και δεν υπάρχει ιστορικό μανίας δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν ο ασθενής έχει Καταθλιπτική (μονοπολική) ή Διπολική Διαταραχή. Μόνο στην πορεία μπορεί να φανεί αν ο ασθενής αυτός θα παρουσιάσει μανιακό επεισόδιο ή αν θα συνεχίσει να έχει μόνο καταθλιπτικά επεισόδια.

Ωστόσο, στη Διπολική Διαταραχή συχνά το πρώτο επεισόδιο είναι μανιακό. Τα μανιακά επεισόδια γενικά αρχίζουν ξαφνικά και η έντασή τους κλιμακώνεται γρήγορα σε λίγες μέρες. Αν και μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και μήνες, συνήθως είναι πιο σύντομα και τελειώνουν πιο απότομα από τα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια Σχεδόν όλοι οι ασθενείς που έχουν ένα ή περισσότερα μανιακά επεισόδια τελικά θα παρουσιάσουν και τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Οποιοδήποτε επεισόδιο – μανιακό ή καταθλιπτικό- μπορεί να ακολουθηθεί αμέσως από ένα βραχύ επεισόδιο του άλλου τύπου, αλλά συνήθως τα μανιακά και καταθλιπτικά επεισόδια χωρίζονται μεταξύ τους από κάποια περίοδο φυσιολογικής διάθεσης και λειτουργικότητας. Παρόλα αυτά, μπορεί και σε σπάνιες περιπτώσεις να υπάρχει εναλλαγή των δύο τύπων επεισοδίων για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς ενδιάμεση επικράτηση φυσιολογικής περιόδου.

Σε μερικούς ασθενείς μετά από ένα μανιακό ή καταθλιπτικό επεισόδιο μπορεί να περάσουν χρόνια χωρίς υποτροπή. Άλλοι έχουν περιόδους αλλεπάλληλων μανιακών και καταθλιπτικών επεισοδίων, ενώ σε άλλους αυξάνεται η συχνότητα των επεισοδίων όσο προχωρά η ηλικία τους. Επίσης, υπάρχει και ένα μικρότερο ποσοστό αυτών των ασθενών που δεν επιστρέφουν στη φυσιολογική τους διάθεση και λειτουργικότητα, αλλά γίνονται χρόνιοι.